Την ώρα που η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά εκτοξεύεται και οι τιμές στη χονδρική αγορά μηδενίζονται ή γίνονται αρνητικές τις μεσημεριανές ώρες, η ελληνική βιομηχανία καταγγέλλει ότι το όφελος δεν περνά στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Αντίθετα, το κόστος αυξάνεται «από την πίσω πόρτα» μέσω μηχανισμών εξισορρόπησης και πρόσθετων χρεώσεων.
Η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) απέστειλε επιστολή στη ΡΑΑΕΥ και στον υφυπουργό Ενέργειας Νίκο Τσάφο, ζητώντας έλεγχο για ενδεχόμενη χειραγώγηση της αγοράς κατά το διάστημα 5‑10 Μαΐου. Καταγγέλλει πρακτικές που διατηρούν τεχνητά υψηλές τιμές, παρά την υπερπροσφορά πράσινης ενέργειας.
Τα βασικά σημεία της καταγγελίας:
- Παρά τις υψηλές εξαγωγές και την αυξημένη παραγωγή ΑΠΕ, οι τιμές τις ώρες αιχμής της ηλιοφάνειας (11:00‑15:00) παρέμειναν στα 60‑100 ευρώ/MWh.
- Θερμικές μονάδες δηλώνουν χαμηλότερη ισχύ στην αγορά επόμενης ημέρας (DAM) από τα τεχνικά τους ελάχιστα, κρατώντας τεχνητά υψηλές τιμές.
- Ο ΑΔΜΗΕ ενεργοποιεί εκτεταμένα «constraints» (εντολές λειτουργίας) σε μονάδες ήδη ενταγμένες στη DAM, αυξάνοντας την παραγωγή μέσω της αγοράς εξισορρόπησης (ISP).
- Ο μηχανισμός pay‑as‑bid οδηγεί σε υψηλότερες αποζημιώσεις, που επιβαρύνουν τον Λογαριασμό Προσαύξησης (ΛΠ3) και τελικά τον καταναλωτή.
- Μόνο στις 7 Μαΐου, επιβλήθηκαν constraints 724 MW σε μονάδες της DAM, με την ισχύ να αυξάνεται τελικά στα 1.002 MW με υψηλότερη αποζημίωση.
Η «πίσω πόρτα» της εξισορρόπησης
Ουσιαστικά, η ΕΒΙΚΕΝ υποστηρίζει ότι ενώ η χονδρεμπορική τιμή (DAM) είναι χαμηλή λόγω των ΑΠΕ, το πραγματικό κόσλος που επωμίζεται ο καταναλωτής είναι πολύ υψηλότερο, καθώς προστίθενται οι χρεώσεις από τους λογαριασμούς προσαύξησης. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι αυτές οι πρόσθετες χρεώσεις μπορεί να φτάνουν τα 20‑25 ευρώ/MWh.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο κόστος απωλειών του συστήματος μεταφοράς, το οποίο τιμολογείται με βάση τη μεσοσταθμική τιμή του ΑΔΜΗΕ και επιβαρύνεται εξίσου. Η βιομηχανία ζητά επανεξέταση αυτού του τρόπου υπολογισμού.
Η εικόνα της 8ης Μαΐου – Εισαγωγές ρεύματος παρά την ηλιοφάνεια
Ακόμη πιο χαρακτηριστική θεωρείται η περίπτωση της 8ης Μαΐου. Παρά την υψηλή ηλιοφάνεια, οι τιμές της αγοράς την περίοδο αιχμής διαμορφώθηκαν μεταξύ 65 και 120 ευρώ/MWh, ενώ η Ελλάδα μετατράπηκε σε καθαρά εισαγωγική αγορά έως και 500 MW. Η ΕΒΙΚΕΝ ζητά από τη ΡΑΑΕΥ να ελέγξει εάν οι θερμικές μονάδες δηλώνουν ισχύ χαμηλότερη από τα τεχνικά ελάχιστα, καθώς και αν τα constraints χρησιμοποιούνται στρατηγικά για την εξασφάλιση πρόσθετων αποζημιώσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα που αφήνει η επιστολή: μπορεί το σημερινό μοντέλο αγοράς να αποδώσει πραγματικά τα οφέλη των ΑΠΕ στους καταναλωτές, ή ένα μέρος του οφέλους «χάνεται» μέσα από μηχανισμούς εξισορρόπησης, περιορισμών και λογαριασμών προσαύξησης;
Η βιομηχανία θεωρεί ότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον θεωρητικό, αλλά άμεσα ανταγωνιστικό. Η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, παρά τη μεγάλη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών.
Η ΡΑΑΕΥ καλείται τώρα να απαντήσει αν υπάρχει χειραγώγηση και ποιες παρεμβάσεις απαιτούνται για να διασφαλιστεί ότι η φθηνή ενέργεια από τον ήλιο και τον άνεμο μεταφράζεται σε χαμηλότερους λογαριασμούς για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.


