Η συμφωνία ΕΕ‑Mercosur ψηφίστηκε και η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη διεθνή σημασία της. Στα χωράφια και στα στάβλια του Αιγίου, όμως, οι αγρότες ανησυχούν. Οι οικογενειακές εκμεταλλεύσεις που καλλιεργούν πορτοκάλια, λεμόνια και ελιές, καθώς και οι κτηνοτρόφοι με πρόβατα, κατσίκια και αγελάδες, βλέπουν έναν νέο ανταγωνισμό που απειλεί το εισόδημά τους.
Σύμφωνα με τη συμφωνία, οι εισαγωγές φρούτων, κρέατος και γαλακτοκομικών από χώρες του Mercosur θα αυξηθούν με μειωμένους ή μηδενικούς δασμούς. Το κόστος παραγωγής στις χώρες αυτές είναι σημαντικά χαμηλότερο, γεγονός που μπορεί να μειώσει τις τιμές στην ελληνική αγορά. Οι μηχανισμοί προστασίας, όπως οι ποσοστώσεις και οι ρήτρες ασφαλείας, ενεργοποιούνται μόνο όταν υπάρχει μεγάλη αύξηση εισαγωγών ή πτώση τιμών, και η διαδικασία μπορεί να καθυστερήσει μήνες, αφήνοντας τους μικρούς παραγωγούς ευάλωτους.
Τα προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη, όπως η φέτα και το ελαιόλαδο, προστατεύονται. Τα υπόλοιπα προϊόντα — πορτοκάλια, λεμόνια, κρέας και γαλακτοκομικά — δεν έχουν αντίστοιχη κάλυψη. Οι αγρότες του Αιγίου γνωρίζουν ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν ανταγωνισμό τιμής και κλίμακας από παραγωγούς που λειτουργούν με χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερες εκτάσεις αλλά και διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις παραγωγής.
Η συμφωνία Mercosur δεν είναι η μοναδική αιτία των προβλημάτων της ελληνικής γεωργίας. Υψηλό κόστος παραγωγής, κατακερματισμένα χωράφια, γήρανση του πληθυσμού των παραγωγών και περιορισμένες επενδύσεις έχουν ήδη δημιουργήσει δυσκολίες. Η συμφωνία απλώς επιτείνει την πίεση και καθιστά επείγουσα την ανάγκη στήριξης, εκσυγχρονισμού και διαφοροποίησης της παραγωγής.
Στους δρόμους του Αιγίου, οι παραγωγοί περιμένουν να ακουστεί η φωνή τους και να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα για την προστασία των οικογενειακών εκμεταλλεύσεων. Η πραγματική μάχη για την επιβίωση και την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής ξεκινά τώρα, μέσα από επενδύσεις στην ποιότητα, στην απευθείας διασύνδεση παραγωγού–καταναλωτή και στη γρήγορη ενεργοποίηση των μηχανισμών προστασίας.


