Ενώ ο συνολικός αριθμός των γεννήσεων στην Ελλάδα συρρικνώνεται συνεχώς, μια κατηγορία «σκαρφαλώνει» εντυπωσιακά: τα παιδιά που γεννιούνται από μητέρες άνω των 39 ετών. Σύμφωνα με ανάλυση του δημογράφου Βύρωνα Κοτζαμάνη, οι γεννήσεις σε αυτή την ηλικιακή ομάδα έχουν πενταπλασιαστεί από το 1990. Ωστόσο, η τάση αυτή δεν ανατρέπει τη συνολική εικόνα της δημογραφικής κατάρρευσης.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η «έκρηξη» των γεννήσεων μετά τα 40 οφείλεται κυρίως στη μετατόπιση της τεκνοποίησης προς μεγαλύτερες ηλικίες, στην αύξηση του πληθυσμού των γυναικών 40-49 ετών και στην ευρύτερη πρόσβαση σε μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
📊 Οι αριθμοί – κλειδιά:
- Συνολικές γεννήσεις 1990-2024: μείωση 30%.
- Γεννήσεις από γυναίκες 40+: πενταπλασιασμός την ίδια περίοδο.
- Συμμετοχή των γεννήσεων 40+ στους ετήσιους δείκτες: λιγότερο από 8% (για δείκτη γονιμότητας 1,3 παιδιά/γυναίκα).
- Δείκτης γονιμότητας Ελλάδας (2026): 1,24 – 1,28 (ένα από τα χαμηλότερα στην ΕΕ).
- Πληθυσμός γυναικών 40-44 το 2060 (χωρίς μετανάστευση): εκτιμάται 35% χαμηλότερος από σήμερα.
Γιατί η αύξηση δεν σώζει το δημογραφικό
Παρά την εντυπωσιακή άνοδο, οι γεννήσεις από γυναίκες άνω των 39 ετών «ζυγίζουν» λιγότερο από το 8% στη συνολική γονιμότητα. Ο λόγος είναι ότι ο αριθμός των γυναικών αυτής της ηλικίας θα μειωθεί δραστικά στο άμεσο μέλλον. Χωρίς θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, το πλήθος τους προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά 35% μεταξύ 2025 και 2060. Ως αποτέλεσμα, ακόμα και αν συνεχιστεί η τάση για όψιμη τεκνοποίηση, η απόλυτη συμβολή της στην αναπλήρωση του πληθυσμού θα παραμείνει περιορισμένη.
Το αδιέξοδο και οι ρεαλιστικοί στόχοι
Η επιστροφή στα επίπεδα γεννήσεων της περιόδου 2011-2020 (92.000 ετησίως) είναι, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, ανέφικτη. Ωστόσο, η επιβράδυνση της μείωσης και η σταδιακή άνοδος από το χαμηλότερο σημείο είναι εφικτές με δύο προϋποθέσεις: πρώτον, θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο στις ηλικίες 25-44 ετών (από τις οποίες προέρχεται το 90% των γεννήσεων), και δεύτερον, άνοδος της γονιμότητας των νεότερων γενεών από το σημερινό 1,45 σε 1,7-1,8 παιδιά ανά γυναίκα. Αυτή η άνοδος προϋποθέτει ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια, που θα επιτρέψει σε όσους το επιθυμούν να κάνουν δεύτερο, τρίτο κ.ο.κ. παιδί.
«Γεννάμε λιγότερο, ζούμε περισσότερο και μετακινούμαστε περισσότερο» – το τρίπτυχο που αποτελεί βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας.
Οι προβολές για το 2100
Τόσο τα Ηνωμένα Έθνη (2024) όσο και η Eurostat (EUROPOP-2023) συγκλίνουν σε μια ζοφερή εκτίμηση: το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων είναι πλέον μη αναστρέψιμο. Ο πληθυσμός της Ελλάδας προβλέπεται να συρρικνωθεί στα 7,3 εκατομμύρια γύρω στο 2100, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το ασφαλιστικό, την αγορά εργασίας και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
Η ελληνική κοινωνία γερνά με ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι μπορεί να αντέξει. Η προώθηση της τεκνοποίησης σε μεγαλύτερες ηλικίες δίνει μια μικρή ανάσα, αλλά όχι λύση. Το πραγματικό στοίχημα είναι η δημιουργία συνθηκών που θα ενθαρρύνουν τις νέες γενιές να κάνουν περισσότερα παιδιά και νωρίτερα.


