Από την αφοσίωση στον Τοπάλ Οσμάν μέχρι την «ειρηνευτική επιχείρηση» στην Κύπρο και τις κατηγορίες κατά της Ελλάδας για τα νησιά, οι δημόσιες τοποθετήσεις του επιβάλλουν εξηγήσεις σε όποιο ελληνικό κόμμα επιλέγει να τον προβάλλει.
Δημήτρης Γιαλουράκης | 29.10.2026 Απόψεις
Ένα ελληνικό κόμμα που προβάλλει έναν ξένο πολιτικό έχει υποχρέωση να γνωρίζει τις θέσεις του. Ιδίως όταν αυτές αφορούν την Ελλάδα, την Κύπρο και την ιστορική μνήμη του ελληνισμού. Η επιλογή ενός προσώπου ως πολιτικού συμβόλου συνεπάγεται ευθύνη για όσα αποσιωπώνται γύρω από τη δημόσια διαδρομή του.
Στην περίπτωση του Εκρέμ Ιμάμογλου, υπάρχουν συγκεκριμένες δηλώσεις που δυσκολεύουν πολύ την κατασκευή ενός βολικού, ανέφελου πολιτικού πορτρέτου.
Η αφοσίωση στον Τοπάλ Οσμάν
Τον Ιούνιο του 2019, σε ομιλία του στην Κερασούντα, ο Ιμάμογλου δήλωσε αφοσίωση στον Τοπάλ Οσμάν. Η τουρκική διατύπωση που καταγράφεται σε δημοσιεύματα της εποχής είναι «Topal Osman’a bağlıyım»: δηλώνω αφοσιωμένος στον Τοπάλ Οσμάν.
Η δήλωση προκάλεσε την αντίδραση του βουλευτή Γκάρο Παϊλάν, ο οποίος τον κάλεσε να επανεξετάσει αυτή την αφοσίωση υπό το φως των εγκλημάτων του συγκεκριμένου προσώπου. Το περιστατικό καταγράφεται στη Gazete Duvar, στις 6 Ιουνίου 2019, και στο Artı Gerçek, στις 7 Ιουνίου 2019.
Δεν μιλάμε για κάποια ασήμαντη ιστορική αναφορά. Η ίδια η Le Monde, σε πορτρέτο του Ιμάμογλου τον Απρίλιο του 2023, υπενθύμιζε τη δήλωση αφοσίωσής του, περιγράφοντας τον Τοπάλ Οσμάν ως πρόσωπο γνωστό για τις σφαγές Αρμενίων, Ελλήνων του Πόντου και Αλεβιτών Κούρδων τη δεκαετία του 1920.
Το θέμα είχε τεθεί και στην Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο του 2022, το Σωματείο «Νίκος Καπετανίδης» ζήτησε από τον τότε δήμαρχο Αθηναίων Κώστα Μπακογιάννη να θέσει στον Ιμάμογλου το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ποντίων και της αναθεώρησης της στάσης του απέναντι στον Τοπάλ Οσμάν. Η παρέμβαση καταγράφεται στο Pontos News.
Όσοι τον προβάλλουν σήμερα έχουν κάποια απάντηση γι’ αυτή τη δήλωση; Τη θεωρούν συμβατή με την προοδευτική ταυτότητα που επικαλούνται; Ή η ευαισθησία απέναντι στους σφαγείς εξαρτάται από το πόσο χρήσιμος είναι πολιτικά εκείνος που τους τιμά;
«Η Αγία Σοφία είναι τζαμί στη συνείδησή μου»
Στις 13 Ιουλίου 2020, σε συνέντευξή του στην Τζουμχουριέτ, ο Ιμάμογλου δήλωνε:
«Η Αγία Σοφία είναι τζαμί στο μυαλό και τη συνείδησή μου από το 1453».
Η τοποθέτηση καταγράφεται στο Έθνος. Στην ίδια συνέντευξη αμφισβητούσε το όφελος της μετατροπής του μνημείου σε τέμενος, επέκρινε τα πολιτικά κίνητρα του Ερντογάν και εξέφραζε ανησυχία για πιθανές συνέπειες σε τζαμιά άλλων χωρών. Αυτά τα συμφραζόμενα πρέπει να καταγράφονται, όπως πρέπει να καταγράφεται και η δική του αντίληψη για την ταυτότητα του μνημείου.
Η θέση του έγινε ακόμη σαφέστερη σε συνέντευξη στο in.gr, στις 21 Σεπτεμβρίου 2021. Επανέλαβε ότι βλέπει και αισθάνεται την Αγία Σοφία ως τζαμί και χαρακτήρισε την αλλαγή του καθεστώτος της απόφαση βασισμένη στα κυριαρχικά δικαιώματα της Τουρκίας. Αναγνώρισε παράλληλα ότι οι χριστιανοί την αντιλαμβάνονται ως εκκλησία και μίλησε για την ανάγκη ευαισθησίας στις αποφάσεις. Η πλήρης συνέντευξη βρίσκεται εδώ.
Αυτές οι δηλώσεις αφορούν ένα μνημείο με παγκόσμια σημασία. Για ένα ελληνικό κόμμα που επιλέγει την πολιτική προβολή του Ιμάμογλου, αποτελούν μέρος της αξιολόγησης που οφείλει να έχει κάνει.
Η εισβολή στην Κύπρο ως «ειρηνευτική επιχείρηση»
Στο Κυπριακό, οι τοποθετήσεις είναι βαρύτερες.
Σε αναδρομικό ρεπορτάζ του Πρώτου Θέματος, στις 7 Απριλίου 2024, καταγράφονται δηλώσεις του με αφορμή μνημείο για την Κύπρο που ανεγέρθηκε επί δημαρχίας του στο Μπεϊλικντουζού.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, χαρακτήρισε την εισβολή του 1974 «ειρηνευτική επιχείρηση», απέδωσε τιμές στους Ετσεβίτ και Ερμπακάν και εξέφρασε την υποστήριξή του στην ίδρυση του ψευδοκράτους. Για την παρουσία του Μακαρίου στο μνημείο χρησιμοποίησε τη διατύπωση «συμφωνία με τον εχθρό». Η ακριβής ημερομηνία εκείνης της αρχικής συνέντευξης Τύπου δεν έχει επιβεβαιωθεί στην παρούσα έρευνα.
Ο χαρακτηρισμός της εισβολής επανήλθε και σε νεότερη παρέμβασή του. Στις 5 Απριλίου 2026, σύμφωνα με ανταπόκριση του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων, υπερασπιζόμενος το ίδιο μνημείο, ανέφερε ότι συμβολίζει την:
«ειρηνευτική επιχείρηση στην Κύπρο και τον αγώνα της τουρκικής πλευράς».
Το σχετικό δημοσίευμα του Φιλελεύθερου είναι διαθέσιμο εδώ.
Οι κατηγορίες κατά της Ελλάδας για το Αιγαίο
Και φτάνουμε στις ευθείες αιτιάσεις κατά της Ελλάδας.
Στις 8 Ιανουαρίου 2026, σε γραπτές απαντήσεις προς το Politico, κατηγόρησε την Ελλάδα ότι παραβιάζει συμφωνίες με τη στρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου.
Παρουσίασε επίσης τη συνεργασία Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου ως συμμαχία εναντίον της Τουρκίας που ενισχύεται διαρκώς, χρησιμοποιώντας για την Κυπριακή Δημοκρατία τον όρο «Νότια Κύπρος». Οι αναφορές περιλαμβάνονται στην αγγλική αναδημοσίευση της συνέντευξης από το Παρατηρητήριο Σύγχρονης Τουρκίας.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι τις χρησιμοποίησε για να επιτεθεί στην εξωτερική πολιτική του Ερντογάν. Αντιμετώπιζε τη στρατιωτική ενίσχυση της Ελλάδας και την περιφερειακή συνεργασία των τριών χωρών ως αρνητικές εξελίξεις για την Τουρκία, για τις οποίες η κυβέρνηση έπρεπε να λογοδοτήσει.
Η ευθύνη όσων τον προβάλλουν
Βεβαίως, ο Ιμάμογλου έχει κάνει και δηλώσεις υπέρ της ελληνοτουρκικής φιλίας. Στην ίδια συνέντευξη του 2021 μιλούσε για συνεργασία και κοινές πολιτιστικές αξίες. Η καταγραφή τους είναι αναγκαία. Η φιλική γλώσσα, όμως, συνυπάρχει με συγκεκριμένες θέσεις για το Αιγαίο, την Κύπρο και την Αγία Σοφία. Η πολιτική αξιολόγηση απαιτεί να εξετάζονται μαζί.
Εδώ βρίσκεται η ευθύνη του ελληνικού κόμματος που επιλέγει να τον προβάλλει. Η υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων του μπορεί να διατυπωθεί καθαρά, μαζί με εξίσου καθαρή απόρριψη αυτών των θέσεων. Η άκριτη πολιτική εξύψωσή του αφήνει αναπάντητα ερωτήματα που αφορούν την ίδια τη σοβαρότητα εκείνων που την επιχειρούν.
Γνώριζαν τη δήλωση για τον Τοπάλ Οσμάν; Διάβασαν τις τοποθετήσεις για την Κύπρο; Αντιλήφθηκαν τι ακριβώς καταγγέλλει για τα ελληνικά νησιά;
Εάν τα αγνοούσαν, η επιλογή τους έγινε χωρίς τη στοιχειώδη προετοιμασία. Εάν τα γνώριζαν και επέλεξαν να τα παρακάμψουν, οφείλουν πολιτική εξήγηση.
Η αντίθεση ενός Τούρκου πολιτικού στον Ερντογάν δεν απαλλάσσει κανένα ελληνικό κόμμα από την υποχρέωση να τον διαβάζει προσεκτικά. Και η προοδευτικότητα ενός κόμματος κρίνεται και από την προθυμία του να θέτει δύσκολα ερωτήματα στους ανθρώπους που επιλέγει να τιμά.






