Το Συνέδριο αποφασίζει. Πότε έγινε συμβουλευτικό;
Ένα κόμμα μπορεί να ακούει την κοινωνία και συγχρόνως να ασκεί τις καταστατικές του αρμοδιότητες. Το ερώτημα είναι αν ο χαρακτηρισμός μιας ψηφοφορίας ως «ενδεικτικής» αφήνει αναπάντητη την αποφασιστική λειτουργία του ανώτατου οργάνου.
Δημήτρης Γιαλουράκης | 21.10.2026 Πολιτική Σκέψη
Η κριτική στον σχεδιασμό ενός πολιτικού συνεδρίου δεν αποτελεί φόβο του διαλόγου. Αποτελεί άσκηση του δικαιώματος να εξετάζουμε ποιος θέτει τις ερωτήσεις, ποιος καθορίζει τις διαθέσιμες επιλογές και τι μπορούν τελικά να αποφασίσουν οι συμμετέχοντες.
Η χρησιμότητα των debates δεν αρκεί για να δικαιώσει κάθε θεματολογία, κάθε διατύπωση και κάθε διαδικασία. Χρειάζεται να γνωρίζουμε τι ακριβώς οργανώνεται: μια δημόσια αντιπαράθεση επιχειρημάτων, μια καταγραφή απόψεων ή η άσκηση των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων του Συνεδρίου; Εάν συνδυάζονται αυτές οι λειτουργίες, πού βρίσκεται ο διαχωρισμός τους;
Το καταστατικό δίνει συγκεκριμένη αφετηρία. Τα άρθρα 10.1–10.2 ορίζουν το Συνέδριο ως ανώτατο όργανο, με κυρίαρχη αρμοδιότητα στους πολιτικούς, στρατηγικούς και προγραμματικούς στόχους. Το άρθρο 13.5α αναθέτει στο Εκτελεστικό Γραφείο την υλοποίηση των αποφάσεών του. Το 13.5ε αποκλείει ερμηνευτικές κατευθύνσεις που θίγουν αρμοδιότητες ανώτερων οργάνων. Το άρθρο 14.2 αναθέτει στον Γραμματέα τη μέριμνα για την εφαρμογή των συνεδριακών αποφάσεων.
Επομένως, η διαβεβαίωση ότι οι ψηφοφορίες είναι «ενδεικτικές» χρειάζεται θεσμική εξήγηση.
Ασφαλώς, μια ψηφοφορία σε επιμέρους δραστηριότητα δεν αποτελεί αυτομάτως απόφαση του Συνεδρίου. Αλλά τότε προκύπτει το αναπόφευκτο ερώτημα: πού, πότε και με ποια διαδικασία θα ασκήσει το συνεδριακό σώμα την αποφασιστική του αρμοδιότητα πάνω στα πολιτικά ζητήματα που συζητά;
Εάν υπάρχει χωριστή διαδικασία λήψης αποφάσεων, ας παρουσιαστεί. Εάν δεν υπάρχει, χρειάζεται να εξηγηθεί πώς εκπληρώνεται ο καταστατικός ρόλος του ανώτατου οργάνου.
Η ύπαρξη ήδη διαμορφωμένων θέσεων δεν λύνει το πρόβλημα. Κάθε κόμμα προσέρχεται σε συνέδριο έχοντας θέσεις. Το ζήτημα είναι πώς το αρμόδιο σώμα τις επιβεβαιώνει, τις επεξεργάζεται ή τις αναθεωρεί. Διαφορετικά, μια προηγούμενη απόφαση μετατρέπεται σε μόνιμο φραγμό απέναντι στην επόμενη συλλογική απόφαση.
Ποιος επιλέγει τις ερωτήσεις
Υπάρχει όμως και μια εξουσία που ασκείται πριν από την ψηφοφορία: η επιλογή των ερωτήσεων.
Οι πολιτικοί επιστήμονες Bachrach και Baratz ανέδειξαν ότι η εξουσία ασκείται και μέσω του ελέγχου της ατζέντας: μέσα από κανόνες που επιτρέπουν σε ορισμένα ζητήματα να συζητηθούν και κρατούν άλλα εκτός. Η δυνατότητα να επιλέγεις ανάμεσα σε προκαθορισμένες απαντήσεις δεν εξαντλεί, επομένως, τη δημοκρατική συμμετοχή.
Η κοινωνία δεν παραδίδει έτοιμο ερωτηματολόγιο στα κόμματα. Έχει ανάγκες, αντιθέσεις και προβλήματα. Έχει επίσης στερεότυπα και ψευδή διλήμματα. Κάποιος επιλέγει ποια θα μετατρέψει σε συνεδριακά ερωτήματα και με ποιους όρους. Αυτή η επιλογή είναι ήδη πολιτική.
Και η διατύπωση επηρεάζει την απάντηση. Οι Tversky και Kahneman έδειξαν πειραματικά ότι διαφορετικές παρουσιάσεις ισοδύναμων προβλημάτων μπορούν να μεταβάλλουν τις προτιμήσεις των συμμετεχόντων. Αυτό δεν αποδεικνύει πρόθεση χειραγώγησης σε μια συγκεκριμένη διοργάνωση. Αποδεικνύει γιατί η πλαισίωση των επιλογών χρειάζεται έλεγχο.
Εδώ ταιριάζει μια κινηματογραφική παρένθεση. Ο αγαπημένος μας «Ηλίας του 16ου», με τον αείμνηστο Κώστα Χατζηχρήστο και τον Θανάση Βέγγο, προσφέρεται για τον συνειρμό. Η άρρωστη μανούλα, τα πεινασμένα παιδάκια: ο ερωτών προσφέρει έτοιμη την ιστορία και στον ερωτώμενο απομένει να συμφωνήσει.
Αυτό είναι το κωμικό τέχνασμα που μας ενδιαφέρει. Η ερώτηση έχει αναλάβει να κάνει τη δουλειά της απάντησης.
Στην πολιτική, όμως, χρειάζεται να εξετάζουμε αν μια διατύπωση προσφέρει πραγματική επιλογή ή υποδεικνύει εκ των προτέρων ποια στάση είναι ευαίσθητη, υπεύθυνη, σύγχρονη ή προοδευτική. Ο σύνεδρος πρέπει να μπορεί να αμφισβητήσει και το σενάριο. Αλλιώς, του έχει παραχωρηθεί απλώς η τελευταία ατάκα.
Το παράδειγμα της αξιολόγησης
Το παράδειγμα της αξιολόγησης είναι χαρακτηριστικό. Η γενική ερώτηση αν η αξιολόγηση βελτιώνει τις δημόσιες υπηρεσίες δεν προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο σύστημα. Αξιολόγηση για επιμόρφωση, για ενίσχυση υποδομών ή για επιβολή κυρώσεων μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Ένα κοινό «ναι» μπορεί να συγκαλύπτει ουσιαστική πολιτική διαφωνία.
Ο Donabedian, σε θεμελιώδη εργασία για την ποιότητα των υπηρεσιών Υγείας, εξηγεί ότι πριν αρχίσει η αξιολόγηση πρέπει να οριστεί η ποιότητα και να διευκρινιστεί αν εξετάζεται μόνο η επίδοση των επαγγελματιών ή και η συμβολή του συστήματος περίθαλψης. Το αντικείμενο και τα κριτήρια προηγούνται της αποτίμησης.
Συνεπώς, ο σκοπός, τα κριτήρια, οι πόροι και οι συνέπειες χρειάζεται να περιλαμβάνονται στην πολιτική πρόταση που κρίνεται. Δεν αποτελούν λεπτομέρειες που θα συμπληρωθούν αφού εξασφαλιστεί η συγκατάθεση στη λέξη.
Αντίστοιχα, ένα προσεκτικά σχεδιασμένο υποθετικό debate δεν πιστοποιεί την ποιότητα των πραγματικών ερωτημάτων μιας διοργάνωσης. Αυτά κρίνονται συγκεκριμένα: τι προϋποθέτουν, τι επιτρέπουν και τι αποκλείουν.
Ο σκοπός της διαδικασίας
Η υπεράσπιση αρχών απέναντι σε αντίπαλα επιχειρήματα είναι χρήσιμη. Η διαβούλευση, όμως, προϋποθέτει δυνατότητα επεξεργασίας προτάσεων. Και η συνεδριακή απόφαση προϋποθέτει σαφή αρμοδιότητα. Οι συμμετέχοντες οφείλουν να γνωρίζουν σε ποια διαδικασία βρίσκονται και ποια συνέχεια έχει η ψήφος τους.
Ακόμη και η συμβουλευτική συμμετοχή απαιτεί λογοδοσία. Οι αρχές διαβούλευσης του ΟΟΣΑ συνδέουν τη συμμετοχή με σαφή σκοπό, διαφάνεια, τεκμηριωμένη ενημέρωση και υποχρέωση ανταπόκρισης στα αποτελέσματά της. Αφορούν τη δημόσια λήψη αποφάσεων, αλλά προσφέρουν χρήσιμα κριτήρια για την αξιολόγηση μιας διαδικασίας που διεκδικεί ουσιαστικό συμμετοχικό χαρακτήρα.
Το «μη δεσμευτικό» δεν σημαίνει, επομένως, «χωρίς υποχρέωση εξήγησης». Ποιος παραλαμβάνει το αποτέλεσμα; Πώς το αξιοποιεί; Πώς αιτιολογεί την απόρριψή του;
Και τα οργανωτικά ζητήματα δεν μπορούν να υποβαθμίζονται συλλήβδην σε εσωστρέφεια. Το ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει και ποιος λογοδοτεί καθορίζει την κατανομή της εξουσίας μέσα στο κόμμα. Αποτελεί ουσία της δημοκρατικής του λειτουργίας.
Η εξωστρέφεια μπορεί να ενισχύσει αυτή τη λειτουργία. Η δημόσια προβολή δεν την υποκαθιστά. Ένα συνέδριο μπορεί να ακούει την κοινωνία, να φιλοξενεί αντιπαραθέσεις και συγχρόνως να ασκεί πλήρως τις αποφασιστικές του αρμοδιότητες.
Γι’ αυτό η απάντηση στην κριτική χρειάζεται συγκεκριμένα στοιχεία: τον κανονισμό, τον χαρακτήρα κάθε ψηφοφορίας και τη διαδικασία με την οποία οι σύνεδροι καταλήγουν σε αποφάσεις.
Πότε και πώς αποφασίζει το ανώτατο όργανο; Και ποιος έχει την αρμοδιότητα να χαρακτηρίσει μη δεσμευτική μια κανονικά ληφθείσα απόφασή του;
Το δύσκολο τεστ δημοκρατίας αρχίζει όταν το σώμα μπορεί να αποφασίσει κάτι διαφορετικό από εκείνο που επιθυμούν όσοι οργάνωσαν τη συζήτηση.






