«Αμάν με τις τσιριμπίμ τσιριμπόμ»
Με λένε Κατίνα.
Είμαι καφετζού.
Κάθομαι εδώ τριάντα χρόνια και κοιτάζω φλιτζάνια. Έχω δει τα πάντα. Έρωτες, χωρισμούς, δάνεια, κληρονομιές, πολιτικές καριέρες που ξεκίνησαν κι έσβησαν πριν καν κρυώσει ο καφές.
Αλλά αυτό που είδα σήμερα, μάτια μου, ούτε σε όνειρο δεν το ‘χα δει.
Ήρθε μια κυρία. Πενήντα κάτι. Καλοντυμένη. Από αυτές που μιλάνε στο κινητό σαν να είναι μόνες στο δωμάτιο, ακόμα κι όταν είναι στο λεωφορείο.
Κάθισε. Παρήγγειλε καφέ. Τον ήπιε. Και μετά με κοίταξε με ύφος «τώρα θα σου πω κάτι που θα σου αλλάξει τη ζωή».
— «Κατίνα, αύριο το πρωί θα ανακοινώσω την υποψηφιότητά μου.»
— «Για τι πράγμα;»
— «Για όλα. Για βουλευτής. Για δήμαρχος. Για περιφερειάρχης. Για ό,τι προκύψει. Είμαι ανοιχτή σε προκλήσεις.»
Την κοίταξα. «Και με ποιο κόμμα;»
— «Αυτό είναι το θέμα. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Έχω προτάσεις. Πολλές προτάσεις. Από παντού.»
— «Από παντού;»
— «Από παντού, Κατίνα. Με θέλουν όλοι. Οι μεν, οι δε, οι άλλοι, οι παράλλοι. Είμαι περιζήτητη.»
Σήκωσα το φλιτζάνι της. Το κοίταξα. Το ξανακοίταξα. Τα κατακάθια είχαν σχηματίσει κάτι που έμοιαζε με… αγελάδα.
— «Τι βλέπεις;» με ρώτησε.
— «Βλέπω μια αγελάδα.»
— «Αγελάδα;
— Αγελάδα!
— Τι σημαίνει αυτό;»
— «Σημαίνει ότι κάποιος θα σε αρμέγει. Αλλά δεν ξέρω ποιος ακόμα.»
Έμεινε να με κοιτάζει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να προσβληθεί. Επέλεξε να γελάσει. Αλλά ήταν αυτό το γέλιο που κάνεις όταν δεν είσαι σίγουρος αν σε κοροϊδεύουν.
«Το φλιτζάνι της έδειχνε μια αγελάδα. Κι εκείνη νόμιζε ότι ήταν ταύρος.»
— «Κατίνα, εγώ ξέρω τι αξίζω. Ξέρω την αξία μου. Δεν θα πάω στον πρώτο τυχόντα. Θα διαπραγματευτώ. Θα ζητήσω θέση. Υπουργείο. Ή γενική γραμματεία. Ή τουλάχιστον μια ωραία καρέκλα με θέα.»
— «Και πού θα πας τελικά;»
— «Εκεί που με θέλουν πιο πολύ.»
— «Και ποιος σε θέλει πιο πολύ;»
— «Αυτό θα το κρίνω εγώ. Με βάση τα δεδομένα. Και τις δημοσκοπήσεις.»
Εκεί γέλασα. Όχι δυνατά. Από μέσα μου. Γιατί το φλιτζάνι της έδειχνε κάτι άλλο.
Έδειχνε έναν άνθρωπο που περιμένει πρόσκληση σε γάμο. Αλλά ο γάμος έγινε χθες. Κι εκείνη ακόμα κοιτάζει το γραμματοκιβώτιο.
— «Κατίνα, θα τα καταφέρω;»
— «Κορίτσι μου, εγώ βλέπω μια αγελάδα που περιμένει να την καλέσουν σε ροντέο. Αλλά το ροντέο έγινε. Και τώρα ψάχνουν αγελάδες για το τσίρκο.»
— «Και τι σημαίνει αυτό;»
— «Σημαίνει ότι θα σε βάλουν να κάνεις κύκλους. Και στο τέλος θα χειροκροτήσουν. Αλλά το φαγητό θα το δώσουν σε άλλον.»
Σηκώθηκε. Δεν ήταν θυμωμένη. Ήταν μπερδεμένη. Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα, το άφησε στο τραπέζι, και έφυγε κοιτάζοντας το κινητό της. Μάλλον έψαχνε αν την είχαν καλέσει ήδη.
Δεν την είχαν καλέσει.
Το ηθικό δίδαγμα του φλιτζανιού:
- Όταν σε θέλουν όλοι, συνήθως δεν σε θέλει κανείς πραγματικά.
- Όταν περιμένεις πρόσκληση, κοίτα πρώτα αν ο γάμος έγινε χθες.
- Η αγελάδα νομίζει ότι πάει σε ροντέο, αλλά το τσίρκο είναι πιο πιθανό.
- Και στο τσίρκο, το χειροκρότημα είναι δωρεάν. Το φαγητό όμως το δίνουν αλλού.
Κι ύστερα ήρθε η γρια η τσιριμπίμ τσιριμπόμ. Αυτή που φωνάζει «θα τα αλλάξω όλα» και μετά ψάχνει τα γυαλιά της για να δει τι άλλαξε.
Ήπιε τον καφέ της. Μου έδωσε το φλιτζάνι.
— «Κατίνα, θα τα καταφέρω;»
Το σήκωσα. Το κοίταξα. Τα κατακάθια έδειχναν μια καρέκλα. Όμορφη. Βελούδινη. Αλλά ήταν άδεια. Και γύρω της, ένα σωρό άλλες καρέκλες. Όλες πιασμένες.
— «Τι βλέπεις;» ρώτησε.
— «Βλέπω μια καρέκλα. Πολύ ωραία. Αλλά είναι η μόνη που περίσσεψε. Και είναι αυτή που τρίζει.» Δεν της άρεσε, αλλά δεν κατάλαβε και πολλά
— Τους κρατώ από τον καβάλο εγώ. Θα τα καταφέρω!
Έφυγε κι αυτή. Τσιριμπίμ τσιριμπόμ.
Έμεινα μόνη μου. Δύο φλιτζάνια. Δύο γυναίκες. Και τα δύο έδειχναν το ίδιο πράγμα.
Μια αγορά που στήνεται. Μια πιάτσα που ετοιμάζεται. Κι ένα σωρό άνθρωποι που νομίζουν ότι θα διαλέξουν καρέκλα, ενώ οι καρέκλες έχουν ήδη ονόματα.
Το φλιτζάνι ξέρει. Εγώ ξέρω. Αλλά δεν θα σου πω.
Άντε, να δούμε.
Μ’ εκτίμηση,
Η Κατίνα η Καφετζού
✦ Ειδική στις προβλέψεις, στις καρέκλες που τρίζουν και στις αγελάδες που περιμένουν ροντέο ✦
Διάβασε το φλιτζάνι σου – η αλήθεια είναι μέσα. Ακόμα κι αν εσύ κοιτάς αλλού.






