Όχι, δεν φταίει ο Σημίτης … Πώς η εθνική μας τέχνη να «ποιούμε την νήσσαν» μετατρέπεται σε κρυφτό με τον εαυτό μας
Κωνσταντίνα Μίχου | 17 Αυγούστου 2026 ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ
- Η φράση «κάνω τον Κινέζο» είναι ένα από τα πιο συχνά καταφύγια της ελληνικής κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
- Η γλώσσα μας είναι πλούσια σε παραλλαγές: «ποιώ την νήσσαν», «κάνω την πάπια», «κάνω τον Αλέκο», «σφυρίζω κλέφτικα».
- Άλλο να κάνεις τον Κινέζο (συνειδητή επιλογή) και άλλο να γίνεσαι στρουθοκάμηλος (άρνηση της πραγματικότητας).
- Όταν η προσποιητή άγνοια γίνεται μόνιμη στάση ζωής, μετατρέπεται σε αυτοεξαπάτηση.
Στην ελληνική καθημερινότητα, η φράση «κάνω τον Κινέζο» είναι ένα από τα πιο συχνά καταφύγια της κοινωνικής μας αλληλεπίδρασης. Και όχι, δεν εννοώ τον Σημίτη, στον οποίο η πολιτική σάτιρα είχε κολλήσει το σχετικό παρατσούκλι λόγω του ανέκφραστου ύφους του, αλλά την ίδια την τακτική της προσποιητής άγνοιας.
Η γλώσσα μας είναι πλούσια σε τέτοιες παραλλαγές. Από τη μία έχουμε το «ποιώ την νήσσαν», τη λόγια εκδοχή της πάπιας για όσους θέλουν να αγνοούν με αέρα ακαδημαϊκό, και από την άλλη το λαϊκό «κάνω την πάπια» ή «το παπί» για να σφυρίζουμε αδιάφορα. Παράλληλα, επιστρατεύουμε το «κάνω τον Αλέκο», τον τρελό ή τον ανήξερο, τη γνωστή δηλαδή μετατόπιση της προσοχής εμπνευσμένη από την πασίγνωστη ατάκα «Αλέκο;», αλλά και το «σφυρίζω κλέφτικα», προσποιούμενοι ότι όλα βαίνουν καλώς και ανέμελα, ενώ γύρω γίνεται χαμός.
Έχουμε, με άλλα λόγια, αναπτύξει ένα ολόκληρο λεξικό αποφυγής της πραγματικότητας.
Επιφανειακά, η τακτική αυτή φαίνεται να έχει έναν ξεκάθαρο στόχο. Να ξεγλιστρήσεις, να αποποιηθείς τις ευθύνες σου και να κοροϊδέψεις τους άλλους. Όμως, αν κοιτάξει κανείς βαθύτερα τους λόγους για τους οποίους κάποιος επιλέγει να «κάνει τον Κινέζο», θα δει ότι τα κίνητρα είναι πολύ πιο σύνθετα.
Πρώτον, αγοράζει χρόνο, κερδίζοντας κρίσιμα λεπτά ή ημέρες μέχρι να ηρεμήσουν τα πνεύματα ή να σκεφτεί την επόμενη κίνησή του. Δεύτερον, δίνει χρόνο στον άλλον, επιτρέποντας στον συνομιλητή του να βρει τα πατήματά του, να συνειδητοποιήσει το λάθος του ή να υπαναχωρήσει χωρίς να εκτεθεί. Τέλος, αποφεύγει την έκρηξη λειτουργώντας ως βαλβίδα αποσυμπίεσης. Γιατί αν απαντούσε κάθε φορά ευθέως σε όσα τον προκαλούν, κάποια στιγμή θα τα έκανε όλα «μπουρλότο».
Κάπου εδώ, λοιπόν, χρειάζεται μια διάκριση.
Άλλο κάνω τον Κινέζο και άλλο γίνομαι στρουθοκάμηλος.
Ο πρώτος μπορεί να είναι επιλογή. Είναι ο άνθρωπος που βλέπει, καταλαβαίνει, αξιολογεί και συνειδητά επιλέγει να μην αντιδράσει ακόμη. Δεν αγνοεί την πραγματικότητα. Απλώς αναβάλλει την αντίδρασή του.
Ο δεύτερος είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Ο στρουθοκάμηλος δεν λέει «το βλέπω και δεν θα ασχοληθώ τώρα». Λέει, έστω και σιωπηρά, «δεν το βλέπω, άρα δεν υπάρχει».
Κι εδώ ο «Κινέζος» συναντά τον στρουθοκάμηλο.
Γιατί όσο χρήσιμος μπορεί να είναι ο «Κινέζος» ως τακτικός ελιγμός, τόσο επικίνδυνος γίνεται όταν μετατρέπεται σε μόνιμη στάση ζωής. Όταν η προσποιητή άγνοια παύει να είναι θέατρο για τους άλλους και γίνεται αυτοεξαπάτηση.
Διότι όσο κι αν πείθεις τον εαυτό σου ότι παίζεις θέατρο στους γύρω σου για να διατηρήσεις τις ισορροπίες, να κερδίσεις χρόνο ή να γλιτώσεις τη σύγκρουση, κάποια στιγμή το θέατρο κινδυνεύει να γίνει πραγματικότητα.
Και τότε δεν κοροϊδεύεις πλέον τους άλλους.
Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου.
Το πρόβλημα που προσποιείσαι πως δεν βλέπεις δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει. Και όσο το σπρώχνεις κάτω από το χαλί, τόσο μεγαλώνει από πάνω του το χαλί.
Μπορείς να κάνεις την πάπια. Μπορείς να κάνεις τον Αλέκο. Μπορείς να ποιείς την νήσσαν. Μπορείς να σφυρίζεις κλέφτικα. Μπορείς ακόμη και να κάνεις τον ταξιδιώτη από την Ανατολή.
Αλλά την πραγματικότητα δεν μπορείς να την κάνεις Κινέζο.
Εκείνη παραμένει στη θέση της.
Και κάποια στιγμή θα πρέπει να την κοιτάξεις κατάματα.



