ΑρχικήΑΝΑΛΥΣΕΙΣΚόσμοςΤι στο διάολο είναι τα social media; – Όχι ρε θείο, δεν...

Τι στο διάολο είναι τα social media; – Όχι ρε θείο, δεν συνωμοτεί ο πλανήτης εναντίον σου

Ο Δημήτρης Γιαλουράκης γράφει για τη μεγάλη παρεξήγηση της εποχής: το πώς μια ανάρτηση με 73 likes αντί για 300 μετατρέπεται σε υπόθεση πολιτικής φίμωσης, και γιατί η επικοινωνία είναι δουλειά, όχι αυτοματισμός.

Δημήτρης Γιαλουράκης | 09.09.2026 |Αναλύσεις

Υπάρχει ένα ιδιαίτερο είδος πολιτικής ανάλυσης που ανθεί στα social media και έχει πλέον αποκτήσει τη δική του επιστημονική μεθοδολογία: αν η ανάρτησή μας πήγε καλά, φταίμε εμείς και η μεγάλη μας πολιτική επιτυχία· αν δεν πήγε καλά, φταίει ο αλγόριθμος, η Meta, το Facebook, το σύστημα, οι αντίπαλοι, τα συμφέροντα και, κάπου στο βάθος, πιθανότατα και η CIA.

«Μου εξαφάνισαν την ανάρτηση».

«Με έχουν μπλοκάρει».

«Δεν με αφήνουν να φανώ».

«Του άλλου κόμματος του προωθούν τα πάντα».

«Τα δικά μας δεν τα δείχνουν σε κανέναν».

Και κάπως έτσι, μια ανάρτηση που πήρε 73 likes αντί για 300 μετατρέπεται σε υπόθεση πολιτικής φίμωσης.

Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα ένας άνθρωπος μπορεί να περάσει από το «δεν πήγε καλά η ανάρτησή μου» στο «υπάρχει οργανωμένο σχέδιο εναντίον μου», χωρίς να κάνει ούτε για ένα δευτερόλεπτο τη διαδρομή από τον υπολογιστή του προς την πραγματικότητα.

Γι’ αυτό ας ξεκινήσουμε από τα στοιχειώδη.

Όχι, ρε θείο. Δεν συνωμοτεί ο πλανήτης εναντίον σου. Απλώς δεν έχεις καταλάβει τι είναι τα social media.

Και αυτό δεν είναι προσβολή. Είναι διαπίστωση.

Το Facebook δεν είναι ο πίνακας ανακοινώσεων του καφενείου

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεχάσει όποιος μπαίνει στα social media είναι η λογική του πίνακα ανακοινώσεων. Δεν ανεβάζεις κάτι και αυτομάτως το βλέπουν όλοι οι φίλοι σου, ούτε υπάρχει κάποιος ψηφιακός ταχυδρόμος που παίρνει την ανάρτησή σου και χτυπάει μία-μία τις πόρτες των 5.000 ανθρώπων που έχεις στη λίστα σου.

Τα social media λειτουργούν διαφορετικά. Υπάρχει τεράστιος όγκος περιεχομένου και η πλατφόρμα πρέπει να αποφασίσει ποιο περιεχόμενο θα εμφανίσει σε ποιον χρήστη, σε ποια χρονική στιγμή και με ποια προτεραιότητα. Ο καθένας βλέπει ένα διαφορετικό περιβάλλον, διαμορφωμένο από τη συμπεριφορά του, τα ενδιαφέροντά του και τις προηγούμενες αλληλεπιδράσεις του.

Εσύ μπορεί να πιστεύεις ότι η ανάρτησή σου είναι συγκλονιστική. Μπορεί να την έχεις γράψει με πάθος, να την έχεις ξαναδιαβάσει πέντε φορές και να έχεις αποφασίσει ότι «αυτά πρέπει να τα μάθει ο κόσμος».

Ο κόσμος, όμως, μπορεί να έχει άλλη άποψη.

Και ο αλγόριθμος ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το τι κάνει ο κόσμος παρά για το τι πιστεύεις εσύ για τον εαυτό σου.

Αυτό είναι ίσως το πρώτο σοκ που πρέπει να υποστεί κάθε επίδοξος influencer του καφενείου.

«Μα έχω 5.000 φίλους!»

Ναι, θείο. Έχεις 5.000 φίλους.

Δεν έχεις 5.000 αναγνώστες.

Και σίγουρα δεν έχεις 5.000 ανθρώπους που περιμένουν με αγωνία να δουν τι έγραψες σήμερα.

Άλλος σε ακολούθησε πριν από έξι χρόνια και έχει ξεχάσει ακόμη και ποιος είσαι. Άλλος έχει σταματήσει να χρησιμοποιεί την πλατφόρμα. Άλλος μπαίνει μόνο για να βλέπει τα εγγόνια του. Άλλος βλέπει βίντεο με γάτες, άλλος ποδόσφαιρο, άλλος μαγειρική και άλλος έχει βαρεθεί τόσο πολύ την καθημερινή πολιτική φλυαρία, ώστε μόλις βλέπει ακόμη μία κομματική ανάρτηση να προσπερνάει με την ταχύτητα ανθρώπου που μόλις άκουσε «έχω να σου πω κάτι για την πολιτική».

Υπάρχει μάλιστα και μία πιθανότητα που είναι δύσκολο να αντέξει ο ανθρώπινος εγωισμός:

μπορεί να σε είδαν και απλώς να μη νοιάστηκαν.

Δεν σε φίμωσε κανείς. Δεν σε έθαψε κανένας. Δεν συνεδρίασε η Meta για να αποφασίσει την πολιτική σου εξόντωση.

Απλώς ο άλλος είδε την ανάρτηση και συνέχισε τη ζωή του.

«Του άλλου κόμματος του τα προωθούν!»

Εδώ αρχίζει το πραγματικό πάρτι.

Ο πολιτικός αντίπαλος ανεβάζει κάτι και παίρνει 20.000 προβολές. Εσύ ανεβάζεις κάτι παρόμοιο και παίρνεις 400. Το συμπέρασμα βγαίνει πριν ακόμη φορτώσουν τα στατιστικά:

«Τον προωθούν!»

Μάλιστα.

Ας υποθέσουμε για ένα λεπτό ότι δεν είμαστε στο καφενείο αλλά σε μια αίθουσα όπου πρέπει να παρουσιάσουμε πραγματικά στοιχεία. Πόσους ενεργούς ακολούθους έχει ο άλλος; Πόσοι από αυτούς αλληλεπιδρούν συστηματικά; Πόσα σχόλια προκαλεί; Πόσα shares; Πόσο χρόνο παρακολουθούν τα βίντεό του; Τι περιεχόμενο ανεβάζει; Πώς το παρουσιάζει; Τι τίτλους χρησιμοποιεί; Ποιο είναι το κοινό του; Πόσο καιρό το χτίζει; Πόσο συχνά δημοσιεύει;

Και μετά κάνε την πιο δύσκολη ερώτηση απ’ όλες:

Μήπως απλώς κάνει καλύτερη επικοινωνία;

Αυτή η πιθανότητα, βέβαια, είναι ενοχλητική. Γιατί αν δεχτούμε ότι ο αντίπαλος μπορεί να κάνει καλύτερη δουλειά, τότε πρέπει να κοιτάξουμε τον καθρέφτη. Αν, αντίθετα, αποφασίσουμε ότι «τον προωθεί το Facebook», έχουμε απαλλαγεί από κάθε ευθύνη.

Βολικό.

Μόνο που δεν είναι ανάλυση. Είναι άλλοθι.

Reach, moderation και λογοκρισία δεν είναι το ίδιο πράγμα

Εδώ γίνεται το μεγαλύτερο μπέρδεμα.

Άλλο είναι μια ανάρτηση να μην έχει μεγάλη απήχηση, άλλο να εμφανιστεί σε λιγότερους ανθρώπους, άλλο να μη δημιουργήσει αλληλεπίδραση και άλλο να αφαιρεθεί ή να περιοριστεί από την πλατφόρμα.

Στα social media, όμως, όλα αυτά έχουν γίνει μία λέξη:

«Με μπλόκαραν».

Δεν λειτουργεί έτσι.

Το reach δεν είναι βεβαίωση κοινωνικής αξίας, ούτε κρατική επιχορήγηση. Δεν έχεις δικαίωμα σε συγκεκριμένο αριθμό προβολών επειδή έγραψες κάτι που θεωρείς σημαντικό. Η πλατφόρμα δεν σου υποσχέθηκε ότι κάθε σκέψη σου θα φτάσει σε χιλιάδες ανθρώπους.

Και αν μια ανάρτηση δεν διανεμήθηκε όσο ήθελες, πριν φτάσεις στη θεωρία της πολιτικής δίωξης υπάρχει μια σειρά πολύ πιο πεζών ερωτήσεων: ήταν ενδιαφέρουσα; ήταν σωστά γραμμένη; απευθυνόταν στο σωστό κοινό; είχε καλό οπτικό υλικό; δημοσιεύτηκε τη σωστή στιγμή; προκάλεσε αντίδραση;

Αν η απάντηση είναι «όχι» ή «δεν ξέρω», τότε έχουμε ένα πρόβλημα επικοινωνίας.

Όχι πολιτικό πραξικόπημα.

Και μετά έρχεται το μαγικό «shadowban»

Κάθε φορά που πέφτουν οι προβολές, εμφανίζεται η λέξη που εξηγεί τα πάντα χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτα:

shadowban.

Δεν πήγε καλά η ανάρτηση; Shadowban.

Έπεσαν τα likes; Shadowban.

Δεν σχολίασε κανείς; Shadowban.

Έγραψες ένα κατεβατό οκτώ παραγράφων και οι άνθρωποι προτίμησαν να δουν ένα βίντεο με έναν σκύλο που κυνηγάει μια μπάλα; Shadowban.

Προφανώς υπάρχουν πραγματικοί περιορισμοί, κανόνες πλατφόρμας και περιπτώσεις όπου περιεχόμενο ή λογαριασμοί αντιμετωπίζουν περιορισμούς. Αυτό είναι υπαρκτό ζήτημα και μπορεί να ελεγχθεί με στοιχεία.

Αλλά το «δεν πήγε καλά η ανάρτησή μου» δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη πολιτικής φίμωσης.

Μερικές φορές η ανάρτηση απλώς δεν πήγε καλά.

Και υπάρχει και μια ακόμη χειρότερη πιθανότητα:

μπορεί να ήταν κακή.

Ναι, θείο. Συμβαίνει.

Ακόμη και σε εμάς.

Το social media δεν είναι διαγωνισμός δικαιοσύνης

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο μάθημα.

Στα social media δεν κερδίζει υποχρεωτικά ο πιο σωστός. Δεν κερδίζει υποχρεωτικά ο πιο μορφωμένος. Δεν κερδίζει υποχρεωτικά αυτός που έχει την καλύτερη επιχειρηματολογία.

Κερδίζει την προσοχή εκείνος που ξέρει να την κερδίσει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενο που έχει περισσότερες προβολές είναι και καλύτερο ή αληθέστερο. Σημαίνει ότι η επικοινωνία δεν είναι διαγωνισμός ηθικής δικαίωσης. Είναι η διαδικασία με την οποία ένα μήνυμα φτάνει από τον πομπό στον δέκτη και καταφέρνει να τον κάνει να σταματήσει, να ακούσει, να διαβάσει, να σκεφτεί και —αν είσαι πραγματικά καλός— να αντιδράσει.

Μπορεί να έχεις το πιο σωστό επιχείρημα του κόσμου και να το παρουσιάσεις τόσο βαρετά, ώστε ο άλλος να έχει φύγει πριν φτάσει στη δεύτερη παράγραφο.

Κάποιος άλλος μπορεί να έχει ένα πολύ πιο μέτριο επιχείρημα και να ξέρει να το συσκευάσει καλύτερα.

Αυτό δεν είναι συνωμοσία.

Είναι επικοινωνία.

Γιατί, θείο, η επικοινωνία είναι επάγγελμα

Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία.

Το να έχεις λογαριασμό στο Facebook από το 2010 δεν σε κάνει επικοινωνιολόγο. Όπως το να έχεις αυτοκίνητο είκοσι χρόνια δεν σε κάνει μηχανικό και το να έχεις δει εκατό αγώνες ποδοσφαίρου δεν σε κάνει προπονητή.

Η επικοινωνία είναι γνώση, τεχνική, στρατηγική και εμπειρία. Αφορά το μήνυμα, το κοινό, το μέσο, τη γλώσσα, το timing, την εικόνα, το βίντεο, την ψυχολογία του αποδέκτη και, πλέον, την κατανόηση των αλγοριθμικών συστημάτων διανομής.

Δεν ανεβάζεις απλώς κάτι.

Σχεδιάζεις πώς θα το δει κάποιος.

Δεν γράφεις απλώς μια ανακοίνωση.

Σχεδιάζεις πώς θα την καταλάβει κάποιος.

Δεν φτιάχνεις απλώς ένα βίντεο.

Σχεδιάζεις γιατί κάποιος θα σταματήσει να το παρακολουθήσει αντί να κάνει scroll.

Αυτή είναι δουλειά.

Και επειδή είναι δουλειά, υπάρχει και η πιθανότητα να την κάνεις καλά ή άσχημα.

Το copy-paste δεν είναι στρατηγική

Και εδώ, θείο, έχουμε ένα ακόμη πρόβλημα.

Ανεβάζεις μια κομματική ανακοίνωση πέντε παραγράφων, βάζεις από πάνω «Δείτε την αλήθεια» και περιμένεις να γίνει χαμός.

Δεν έγινε.

Άρα φταίει ο αλγόριθμος.

Την επόμενη μέρα ανεβάζεις την ίδια ανακοίνωση με διαφορετική φωτογραφία.

Πάλι δεν έγινε.

Άρα σε έχουν στοχοποιήσει.

Την τρίτη μέρα την ανεβάζεις και σε τρεις ομάδες.

Πάλι τίποτα.

Και τότε ανακαλύπτεις ότι το Facebook είναι εναντίον του κόμματός σου.

Όχι, θείο.

Ίσως το κοινό σου απλώς βαρέθηκε να διαβάζει δελτία Τύπου μέσα σε ένα περιβάλλον που είναι σχεδιασμένο για γρήγορη κατανάλωση περιεχομένου.

Ίσως χρειάζεται διαφορετική γλώσσα.

Ίσως χρειάζεται ιστορία.

Ίσως χρειάζεται εικόνα.

Ίσως χρειάζεται βίντεο.

Ίσως χρειάζεται άνθρωπο και όχι κομματική ανακοίνωση.

Ίσως χρειάζεται να σταματήσεις να μιλάς σαν γραφείο Τύπου του 1987.

Και ίσως, λέμε τώρα, να χρειάζεται κάποιος που ξέρει τη δουλειά.

«Μα εγώ λέω την αλήθεια!»

Κανείς δεν σου απαγορεύει να λες την αλήθεια.

Αλλά η αλήθεια δεν έρχεται με ενσωματωμένο μηχανισμό διανομής.

Αντίθετα, απαιτεί να βρεις τον τρόπο να φτάσει στον άνθρωπο που πρέπει να την ακούσει.

Αυτός είναι και ο λόγος που η πολιτική επικοινωνία δεν τελειώνει στη φράση «έχουμε δίκιο». Το ερώτημα είναι αν μπορείς να κάνεις τον άλλον να ενδιαφερθεί αρκετά ώστε να ακούσει το γιατί.

Και εδώ αποκαλύπτεται μια δυσάρεστη πραγματικότητα για πολλούς πολιτικούς χώρους: έχουν μάθει να μιλούν μεταξύ τους.

Μιλούν στους ήδη πεπεισμένους, στους ήδη φίλους, στους ήδη ψηφοφόρους, στους ήδη οργανωμένους.

Μετά κοιτάζουν τα στατιστικά και απορούν γιατί δεν τους άκουσε κανείς άλλος.

Μα γιατί να τους ακούσει;

Δεν μίλησαν ποτέ σε αυτούς.

Όταν δεν καταλαβαίνεις το μέσο, κατηγορείς το μέσο

Η θεωρία της συνωμοσίας έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: σε απαλλάσσει από την υποχρέωση να μάθεις.

Αν το Facebook σε «κόβει», δεν χρειάζεται να μάθεις καλύτερους τίτλους.

Αν ο αλγόριθμος «σε θάβει», δεν χρειάζεται να εξετάσεις το περιεχόμενό σου.

Αν «προωθούν τον άλλον», δεν χρειάζεται να αναρωτηθείς γιατί ο άλλος έχει μεγαλύτερη απήχηση.

Και αν «μας φιμώνουν», τότε φυσικά δεν χρειάζεται να παραδεχτείς ότι ίσως η δική σου επικοινωνία είναι πρόχειρη, παρωχημένη ή απλώς αναποτελεσματική.

Είναι μια υπέροχη ψυχολογική άμυνα.

Μόνο που έχει ένα πρόβλημα:

δεν φέρνει αποτέλεσμα.

Και τελικά, ρε θείο…

Την επόμενη φορά που η ανάρτησή σου θα πάρει 150 προβολές αντί για 5.000, πριν αρχίσεις να ψάχνεις ποιος σε έβαλε στο μάτι, κάνε κάτι πολύ πιο δύσκολο: κοίτα τα στοιχεία.

Δες τι έγραψες, πώς το έγραψες, πού το δημοσίευσες, πότε το δημοσίευσες, σε ποιον απευθύνθηκες και τι ακριβώς έκανες για να τραβήξεις την προσοχή του ανθρώπου που υποτίθεται ότι θέλεις να πείσεις.

Και αν μετά από όλα αυτά έχεις πραγματικά στοιχεία ότι η πλατφόρμα περιόρισε το περιεχόμενό σου, βεβαίως και να το καταγγείλεις.

Αλλά αν δεν έχεις στοιχεία και το μοναδικό σου επιχείρημα είναι ότι «παλιά έπαιρνα περισσότερα likes», τότε συγγνώμη, αλλά δεν ανακαλύψαμε πολιτική συνωμοσία.

Ανακαλύψαμε ότι τα social media άλλαξαν και εσύ έμεινες πίσω.

Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα να παραδεχτεί κανείς.

Δεν σε μισεί ο αλγόριθμος.

Δεν φοβάται το κόμμα σου.

Δεν συνεδριάζει η Meta για να αποφασίσει πώς θα εξαφανίσει τη σημερινή σου ανάρτηση.

Και ο Ζούκερμπεργκ, όσο κι αν σε απογοητεύω, πιθανότατα δεν ξέρει καν ότι υπάρχεις.

Αυτό που υπάρχει είναι ένα τεράστιο, ανταγωνιστικό περιβάλλον όπου εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούν να κερδίσουν το ίδιο πράγμα:

την προσοχή του άλλου.

Και εκεί δεν αρκεί να έχεις άποψη.

Δεν αρκεί να έχεις δίκιο.

Δεν αρκεί να φωνάζεις περισσότερο.

Πρέπει να ξέρεις επικοινωνία.

Οπότε, ρε θείο, πριν ξαναγράψεις «μας φίμωσαν», πριν ξανακαταγγείλεις τον αλγόριθμο και πριν ξαναδείς τον αντίπαλο με 20.000 προβολές και αποφασίσεις ότι «του τα δίνουν», κάνε μια μικρή παύση και αναρωτήσου μήπως υπάρχει μια πολύ πιο απλή εξήγηση:

Μήπως κάποιος ξέρει καλύτερα τη δουλειά από εσένα;

Και τελικά, ρε θείο…

εμείς που ασχολούμαστε με την επικοινωνία, κλέφτες θα γίνουμε;

ΔΗΜΟΦΙΛΗ