Η Wall Street Journal αποκαλύπτει μια άνευ προηγουμένου ιρανική επιθετική ενέργεια κατά αμερικανικών πολεμικών πλοίων που η CENTCOM δεν έχει επιβεβαιώσει επισήμως, ενώ την ίδια στιγμή η Ουάσινγκτον προχωρά σε μαζικά πλήγματα κατά ιρανικών πετρελαιοφόρων, σε μια κλιμάκωση που εγείρει φόβους για εμπλοκή Κίνας και Ρωσίας.
Δημήτρης Γιαλουράκης | 09.09.2026 |Ασφάλεια
Σε μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση της ναυτικής αντιπαράθεσης στον Περσικό Κόλπο, το Ιράν φέρεται να εξαπέλυσε, την περασμένη Δευτέρα, επιθέσεις εναντίον πλοίων του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, τις οποίες ο αμερικανικός στρατός δεν έχει δημοσιοποιήσει. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, που επικαλείται Αμερικανούς αξιωματούχους, το περιστατικό σημειώθηκε λίγες ημέρες μετά την εκτόξευση ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων κατά ενός αεροπλανοφόρου και ενός αντιτορπιλικού εξοπλισμένου με κατευθυνόμενους πυραύλους.
Η αποσιώπηση του περιστατικού από την Ουάσινγκτον προκαλεί έντονο ενδιαφέρον. Παρότι, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, κανένα πλοίο δεν επλήγη, η ίδια η απόπειρα κρίνεται ως ανησυχητική κλιμάκωση. Αμερικανοί αξιωματούχοι εξέφρασαν την ανησυχία τους στο WSJ ότι οι πρόσφατες προσπάθειες του Ιράν να πλήξει αμερικανικά ναυτικά μέσα ενδέχεται να υποδηλώνουν ότι η Τεχεράνη διαθέτει πλέον πιο προηγμένα οπλικά συστήματα. Η ανησυχία αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ θεωρούν ότι έχουν περιορίσει σημαντικά τις δυνατότητες ραντάρ του Ιράν, γεγονός που καθιστά δύσκολη την ανεξάρτητη στόχευση κινούμενων σκαφών από μεγάλη απόσταση.
Αυτό έχει οδηγήσει σε υποψίες ότι το Ιράν μπορεί να λαμβάνει τεχνική υποστήριξη και πληροφορίες για τον εντοπισμό των αμερικανικών πλοίων από την Κίνα ή τη Ρωσία. Το γεγονός ότι το Ιράν διαθέτει πυραύλους με οπτικούς αισθητήρες, όπως ο Qassem Basir, που του επιτρέπουν να πλήττει κινούμενους στόχους, καθιστά την εξωτερική υποστήριξη για τον εντοπισμό των στόχων ένα κρίσιμο ζήτημα. Ο υποναύαρχος εν αποστρατεία, Τζον Μίλερ, πρώην επικεφαλής των ναυτικών δυνάμεων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, χαρακτήρισε την ικανότητα του Ιράν να στοχεύει αμερικανικά πλοία ως “βασική ανησυχία”.
Η κλιμάκωση δεν περιορίζεται στις απόπειρες επιθέσεων. Το Σάββατο, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) κατέστρεψε τρία ιρανικά πετρελαιοφόρα, ως αντίποινα για την ιρανική απόπειρα κατά του αεροπλανοφόρου. Την Τρίτη, ωστόσο, η CENTCOM προχώρησε σε μια πολύ μεγαλύτερη επιχείρηση, καταστρέφοντας πέντε ιρανικά πετρελαιοφόρα, συμπεριλαμβανομένων των M/T Kaviz, M/T Charminar, M/T Horizon 1, M/T Riesco και M/T Derya, επικαλούμενη τη σύνδεσή τους με το IRGC και τη χρήση τους για τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών δικτύων.
Η αντίδραση της Τεχεράνης ήταν άμεση. Το IRGC ανακοίνωσε ότι έπληξε δύο αμερικανικά πλοία και οκτώ πετρελαιοφόρα στα Στενά του Ορμούζ, ενώ προειδοποίησε ότι θα στοχεύσει και άλλα πετρελαιοφόρα στα λιμάνια του Κουβέιτ και του Μπαχρέιν, απαιτώντας από τα πληρώματά τους να εγκαταλείψουν τα σκάφη. Παράλληλα, οι φιλοϊρανοί αντάρτες Χούθι στην Υεμένη εξαπέλυσαν μαζικές επιθέσεις εναντίον πόλεων της Σαουδικής Αραβίας, τραυματίζοντας δεκάδες ανθρώπους και πλήττοντας υποδομές της πετρελαϊκής εταιρείας Aramco, σε μια ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση.






