Η ζωή δεν είναι βάρος, είναι βόλτα με το ποδήλατο.
Κωνσταντίνα Μίχου | 05.09.2026 |Απόψεις
Έλα ρε Άτλαντα! Αντέχει η πλατούλα σου; Μοναχός σου θα σώσεις τον κόσμο. Να αγαπάς την ευθύνη. Άμα καταστραφεί ο κόσμος, φταις εσύ. Αν μάλιστα δεν σου φτάνει αυτός ο κόσμος να σώσεις, προχώρα και υπεργαλαξιακά. Βρες και τον κόσμο που δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα. Κουβάλα τον και αυτόν. Μπορείς ρε!
Στα παιδιά της δεκαετίας του ’70, τα καλοκαίρια τους ήταν η τηγανητή πατατούλα, η σαλάτα, το παγωτό τους… Βόλτα στα κοντινά περιβόλια του εξοχικού τους. Τι χαρά! Το ποδηλατάκι τους και τίποτα άλλο. Άντε και το μπάνιο στη θάλασσα.
Τότε, ο κόσμος δεν χρειαζόταν σωτηρία. Χρειαζόταν απλά να προλάβεις να φας τις πατάτες πριν κρυώσουν και να βγάλεις τις αγκίδες από τα γόνατα μετά την πτώση από το ποδήλατο. Η ευτυχία δεν απαιτούσε να κατακτήσεις το σύμπαν, αλλά περιοριζόταν στα όρια του περιβολιού, στη μυρωδιά της φρέσκιας ντομάτας και στην αρμύρα στο δέρμα μέχρι να δύσει ο ήλιος.
Τα παιδιά της δεκαετίας του ’70 δεν κουβαλούσαν την τύχη του πλανήτη στις πλάτες τους, ήταν απλά παρόντα στη στιγμή, ελεύθερα από το άγχος της τελειότητας και την παράνοια της παγκόσμιας ευθύνης.
Και ενώ τα ξέρεις αυτά ρε Άτλαντα, τι κακό σε βρήκε και θέλεις να σώσεις τελικά τον κόσμο; Τι είναι αυτό που σε μπέρδεψε; Μα δεν θυμάσαι; Δεν θυμάσαι τα καλοκαίρια που δεν είχες τηλεόραση στο εξοχικό, που δεν είχες τίποτα παρά μόνο τα βιβλία; Και σου ‘λαχε ο κλήρος στα 10 σου να διαβάσεις «Ασκητική», και από τότε να θέλεις να σώσεις τον κόσμο; Τι σκ@τά κόσμο έχεις σώσει; Για κοίτα γύρω σου!
Μπολιάστηκες με τη βαριά ιδεολογία των βιβλίων ρουφώντας τις λέξεις σαν οξυγόνο, χωρίς να ξέρεις ότι κάθε σελίδα που γύριζες σου φόρτωνε κι από ένα λιθαράκι στην πλάτη, μέχρι που το παιχνίδι έγινε χρέος και η αναζήτηση έγινε φυλακή.
Και τώρα, κοιτάζεις γύρω σου και το ταμείο είναι μείον. Ο κόσμος συνεχίζει να είναι ο ίδιος χαοτικός, άδικος και αδιάφορος για τις δικές σου θυσίες, σαν να μην ίδρωσες ποτέ, σαν να μην λύγισε ποτέ η μέση σου.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι στην προσπάθειά σου να σώσεις το σύμπαν των βιβλίων σου, ξέχασες να προστατεύσεις το μόνο πράγμα που είχε πραγματική αξία, εκείνο το δεκάχρονο παιδί που απλά έπρεπε να τρέξει με το ποδήλατο και να φάει τις πατατούλες του.
Σου έλιωσε το παγωτό κρατώντας το στο χέρι και έμεινες με το χωνάκι και η μπλούζα χάλια. Και έμεινες εκεί, με τα δάχτυλα να κολλάνε από τη ζάχαρη και τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα, να κοιτάς τους λεκέδες στη φανέλα σου σαν να είναι το αποτύπωμα μιας αόρατης ήττας.
Γιατί την ώρα που εσύ σχεδίαζες τη σωτηρία του σύμπαντος, η ζωή συνέβαινε ακριβώς δίπλα σου, απλή, γρήγορη και αμείλικτη, κι εσύ την έχανες γιατί κρατούσες το παγωτό σφιχτά, λες και ήταν κι αυτό ένα βάρος που έπρεπε να προστατεύσεις.
Αλλά κοίταξε λίγο τα χέρια σου. Αυτή η κολλώδης γλύκα, αυτή η λερωμένη μπλούζα, δεν είναι η αποτυχία σου. Είναι η υπενθύμιση ότι είσαι ακόμα άνθρωπος κι όχι Θεός, ούτε Άτλαντας να κρατάει την ουράνια σφαίρα.
Το παγωτό έλιωσε γιατί έτσι κάνουν τα παγωτά όταν τα ξεχνάς στην κάψα του καλοκαιριού. Κοίτα ο κόσμος δεν χάλασε που λερώθηκες. Άσε λοιπόν το άδειο χωνάκι να πέσει. Σκούπισε τα χέρια σου στη λεκιασμένη μπλούζα, πάρε μια βαθιά ανάσα αλμύρας και κοίτα τον δρόμο.
Τι σε εμποδίζει να ανέβεις ξανά σε εκείνο το ποδήλατο, έστω και τώρα; Είπαμε να αγαπάς την ευθύνη, αλλά δεν θα σώσεις και μονάχος σου τον κόσμο. Σώσε πρώτα τον εαυτό σου και μετά τον κόσμο. Όπως στα αεροπλάνα πρώτα ο ενήλικας σε συνθήκες αποσυμπίεσης καμπίνας βάζει τη μάσκα και μετά το παιδί.
Ο κόσμος δεν σώζεται από εκείνους που κουβαλούν το βάρος του με ματωμένα γόνατα και σφιγμένα δόντια. Σώζεται, έστω για λίγες στιγμές, από εκείνους που θυμούνται ακόμα πώς μυρίζει το αγιόκλημα το σούρουπο, από εκείνους που τολμούν να λερωθούν χωρίς να ντρέπονται και που ξεκινούν για μια βόλτα με το ποδήλατο χωρίς να τους νοιάζει πού τελειώνει ο δρόμος.
Κατέβασε λοιπόν τους ώμους. Άσε τη γη στη θέση της. Πάρε μια άλλη μπάλα παγωτό κι ας λιώσει κι αυτή και πάτα πετάλι.
Ε! Εσύ… παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο, μείνε μορτάκι του άσπρου σύννεφου.
Γιατί εκτός από τον Καζαντζάκη υπάρχει και ο Ελύτης.






