Σε μια ομιλία με έντονο πολιτικό στίγμα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης έδωσε το στίγμα της διαπραγμάτευσης για τη νέα ΚΑΠ, υπερασπίστηκε το νέο σύστημα πληρωμών και έθεσε τις προτεραιότητες που θα καθορίσουν το μέλλον του πρωτογενή τομέα.
Ηρώ Σιββοπούλου | 05.09.2026 |Πολιτική
Το μέλλον της ελληνικής γεωργίας περνά μέσα από έναν νέο παραγωγικό συσχετισμό, με τον Κωστή Χατζηδάκη να επιχειρεί να βάλει τάξη σε ένα πεδίο που παραδοσιακά αποτελεί πεδίο πολιτικών συγκρούσεων και πελατειακών σχέσεων. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, μιλώντας στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του εθνικού διαλόγου για τη νέα ΚΑΠ 2028-2034, έδωσε το στίγμα μιας τολμηρής στροφής, απορρίπτοντας κάθε σκέψη επιστροφής σε πρακτικές του παρελθόντος.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκε η επεξεργασία ενός σχεδίου που φιλοδοξεί να αξιοποιήσει κονδύλια που ξεπερνούν τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό, όπως τόνισε, είναι διαθέσιμο – το ερώτημα είναι αν θα καταλήξει σε παραγωγικές επενδύσεις ή αν θα χαθεί σε μια λογική αναπαραγωγής παλαιών αντιλήψεων. «Δεν αρκεί να εξασφαλίσουμε τα χρήματα», είπε χαρακτηριστικά, «πρέπει να αποφασίσουμε τι θα τα κάνουμε».
Η ομιλία του υπήρξε σαφής και σε ό,τι αφορά τη θεσμική μεταρρύθμιση που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Η μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και η δημιουργία ενός νέου συστήματος πληρωμών, με ενισχυμένους διασταυρωτικούς ελέγχους, αποτελεί πλέον μονόδρομο, σύμφωνα με τον ίδιο. Οποιαδήποτε συζήτηση για «διαχωρισμό» του ΟΠΕΚΕΠΕ από την ΑΑΔΕ, που, όπως είπε, ακούγεται από την αντιπολίτευση, είναι για την κυβέρνηση εκτός τραπεζιού.
Πέρα από την υπεράσπιση των θεσμικών αλλαγών, ωστόσο, ο κ. Χατζηδάκης ανέπτυξε έναν οδικό χάρτη έξι προτεραιοτήτων, που προσδιορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η επόμενη περίοδος. Η πρώτη προτεραιότητα αφορά τη δημιουργία μεγαλύτερων και πιο βιώσιμων αγροτικών εκμεταλλεύσεων, με την επανεκκίνηση των αναδασμών να αποκτά κεντρικό ρόλο. Ο μικρός και κατακερματισμένος κλήρος παραμένει μια διαχρονική αδυναμία της ελληνικής γεωργίας, που η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει μέσα από τη συνεργασία και τις κοινές επενδύσεις.
Η δεύτερη προτεραιότητα, η ανανέωση των γενεών, αναδεικνύεται σε ζήτημα υψίστης σημασίας. Με περισσότερους από 200.000 αγρότες να βρίσκονται σε ηλικία άνω των 65 ετών, το κενό που δημιουργείται δεν μπορεί να καλυφθεί από καμία πολιτική επιδοτήσεων. Η κυβέρνηση στοχεύει στην αξιοποίηση του νέου «πακέτου εκκίνησης» της ΚΑΠ, αλλά και στη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής που θα φέρει νέους ανθρώπους στον πρωτογενή τομέα.
Η τρίτη προτεραιότητα εστιάζει στην αγροτική εκπαίδευση – ένα πεδίο όπου η Ελλάδα υστερεί σημαντικά. Το γεγονός ότι το 94,4% των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων βασίζεται αποκλειστικά στην πρακτική εμπειρία, χωρίς καμία συστηματική κατάρτιση, θεωρείται από την κυβέρνηση αδυναμία που πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα.
Η μείωση του κόστους παραγωγής αποτελεί την τέταρτη προτεραιότητα, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να απαλύνει την πίεση που δέχεται ο παραγωγός. Οι παρεμβάσεις σε λιπάσματα και το Νέο Ταμείο Αγροτικής Επιχειρηματικότητας είναι τα πρώτα βήματα, αλλά το ζητούμενο είναι η μόνιμη μείωση του κόστους μέσα από επενδυτικά εργαλεία.
Η πέμπτη προτεραιότητα αφορά την αποδοτικότερη αξιοποίηση του αρδευτικού νερού, σε μια εποχή που η κλιματική αλλαγή και η ξηρασία καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για μια εθνική, ολιστική στρατηγική. Ο κ. Χατζηδάκης έθεσε το ζήτημα με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια: χωρίς σοβαρή διαχείριση των υδάτινων πόρων, το κόστος της άρδευσης θα παραμείνει απαγορευτικό.
Τέλος, η έκτη προτεραιότητα αφορά την ανάταξη της κτηνοτροφίας, μετά την κρίση των επιζωοτιών. Ο αντιπρόεδρος υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση έχει διαθέσει πάνω από 220 εκατ. ευρώ για αποζημιώσεις και στήριξη, αλλά ο βασικός στόχος πρέπει να είναι η εξάλειψη των ζωονόσων. Η κινητοποίηση των στρατιωτικών κτηνιάτρων στη Μυτιλήνη θεωρείται δείγμα της αποφασιστικότητας της κυβέρνησης.
Η ομιλία του Κωστή Χατζηδάκη στη Θεσσαλονίκη αποτέλεσε μια ξεκάθαρη τοποθέτηση σε ένα πεδίο που παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από έντονες πιέσεις και διεκδικήσεις. Το μήνυμα της κυβέρνησης είναι ότι το παλιό μοντέλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ανήκει στο παρελθόν, και ότι η επόμενη μέρα της ΚΑΠ θα κριθεί από την ικανότητα να αξιοποιηθούν τα κονδύλια με διαφάνεια, αξιοπιστία και παραγωγική λογική. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν το μήνυμα αυτό θα γίνει κατανοητό και από τον αγροτικό κόσμο, που έχει βιώσει την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια των τελευταίων ετών.





