ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΑπό τη φωτογραφία στην προπαγάνδα – Μας είπαν ότι βρέχει. Ανοίξαμε το...

Από τη φωτογραφία στην προπαγάνδα – Μας είπαν ότι βρέχει. Ανοίξαμε το παράθυρο.

Τι λένε πραγματικά τα νέα σχολικά βιβλία, τι συνέβη με τις επίμαχες εικόνες και πώς ένα πραγματικό γεγονός μπορεί να μετατραπεί σε ολοκληρωμένο πολιτικό αφήγημα. Ο Δημήτρης Γιαλουράκης αναλύει τη διαδικασία με την οποία μια ερμηνεία μπορεί, μέσα από αλλεπάλληλες επαναλήψεις, να καταλήξει να παρουσιάζεται ως γεγονός.

Δημήτρης Γιαλουράκης | 09.09.2026 |Αναλύσεις

Ο Κώστας Βαξεβάνης έχει χρησιμοποιήσει κατ’ επανάληψη μια χαρακτηριστική αρχή για τη δημοσιογραφία: όταν κάποιος σου λέει ότι βρέχει, η δουλειά του δημοσιογράφου δεν είναι απλώς να γράψει ότι βρέχει. Είναι να ανοίξει το παράθυρο και να ελέγξει αν πράγματι βρέχει.

Ας ανοίξουμε λοιπόν το παράθυρο.

Όχι για να αποφασίσουμε αν μας αρέσει η βροχή. Όχι για να διαπιστώσουμε αν η βροχή εξυπηρετεί την κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση. Και κυρίως όχι για να διαλέξουμε εκ των προτέρων ποιος έχει δίκιο. Αλλά για να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει.

Η υπόθεση των νέων σχολικών βιβλίων είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μπορεί να δημιουργηθεί ένα πολιτικό και ιδεολογικό αφήγημα πάνω σε πραγματικά γεγονότα. Γιατί εδώ υπάρχουν πράγματι βιβλία, υπάρχουν πράγματι αναφορές στην οικογένεια, υπάρχουν πράγματι εικόνες, υπάρχει πράγματι πολιτική αντιπαράθεση και υπάρχει πράγματι δημόσια συζήτηση.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο:

Πού τελειώνει το γεγονός και πού αρχίζει η ερμηνεία;

Και ακόμη περισσότερο:

Πώς μια ερμηνεία μπορεί, μέσα από αλλεπάλληλες επαναλήψεις, να καταλήξει να παρουσιάζεται ως γεγονός;

Ας δούμε πρώτα τι υπάρχει μέσα στα βιβλία

Τα νέα διδακτικά βιβλία δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά στην εκπαιδευτική πραγματικότητα. Το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε τον Απρίλιο του 2026 ότι εγκρίθηκαν 230 διδακτικά βιβλία, τα οποία εντάχθηκαν στο Μητρώο Διδακτικών Βιβλίων και στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη. Η διαδικασία, σύμφωνα με το ίδιο το υπουργείο, περιλαμβάνει προδιαγραφές, συγγραφικές ομάδες και αξιολόγηση με επιστημονικά, παιδαγωγικά και τεχνικά κριτήρια. Τα βιβλία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από το σχολικό έτος 2027-2028.

Και εδώ έχουμε ήδη το πρώτο σημείο όπου χρειάζεται να ανοίξουμε το παράθυρο. Δεν μιλάμε για ένα βιβλίο που αποφάσισε ξαφνικά ένας υπουργός να βάλει στα σχολεία. Μιλάμε για ένα σύστημα πολλαπλών εγκεκριμένων βιβλίων. Η επίσημη ψηφιακή βιβλιοθήκη «Μελίσπη» αναφέρει ότι υπάρχουν περισσότερα του ενός διδακτικά πακέτα ανά γνωστικό αντικείμενο, από διαφορετικές συγγραφικές ομάδες, ώστε κάθε σχολείο να μπορεί να επιλέγει το βιβλίο που θεωρεί καταλληλότερο για τις ανάγκες του. Αυτό είναι γεγονός. Το αν το γεγονός αυτό είναι καλό ή κακό, προοδευτικό ή συντηρητικό, είναι άλλη συζήτηση. Αλλά πρώτα πρέπει να ξέρουμε τι συμβαίνει.

Η εικόνα που έγινε πολιτική είδηση

Η μεγαλύτερη αντιπαράθεση προκλήθηκε γύρω από εικόνες στο βιβλίο «Η Γλώσσα μου» της Β΄ Δημοτικού.

Οι εικόνες παρουσιάστηκαν δημόσια ως απεικόνιση διαφορετικών μορφών οικογένειας και χρησιμοποιήθηκαν ως επιχείρημα στη συζήτηση για το εάν τα νέα βιβλία προωθούν μια συγκεκριμένη ιδεολογική αντίληψη για την οικογένεια.

Ο εκδοτικός οίκος Νήσος, ωστόσο, αμφισβήτησε αυτή την ανάγνωση. Υποστήριξε ότι η πρώτη επίμαχη εικόνα απεικονίζει μητέρα με δύο παιδιά και ότι η τέταρτη απεικονίζει πατέρα, μητέρα και δύο παιδιά, κατηγορώντας όσους παρουσίασαν διαφορετικά τις εικόνες για παραποίηση και παραπληροφόρηση.

Εδώ λοιπόν συναντάμε ένα πολύ σημαντικό δημοσιογραφικό πρόβλημα.

Η εικόνα είναι γεγονός. Η ερμηνεία της εικόνας είναι ισχυρισμός.

Και αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο. Αν η εικόνα πράγματι απεικονίζει αυτό που υποστηρίζει ο εκδότης, τότε η πολιτική συζήτηση που χτίστηκε πάνω στην αντίθετη ερμηνεία ξεκίνησε από λάθος βάση. Αν πάλι η εικόνα πράγματι απεικονίζει αυτό που υποστηρίχθηκε αρχικά, τότε η διάψευση του εκδότη πρέπει να ελεγχθεί. Η δουλειά της δημοσιογραφίας δεν είναι να αποφασίσει ποια εκδοχή της αρέσει περισσότερο. Είναι να ανοίξει το παράθυρο.

Υπάρχει όμως και κάτι που δεν αμφισβητείται

Στο βιβλίο «Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή» της ΣΤ΄ Δημοτικού υπάρχει ρητή αναφορά σε διαφορετικές μορφές οικογένειας. Στην ενότητα «Η ελληνική οικογένεια» παρουσιάζεται η οικογενειακή πολυμορφία και μεταξύ των μορφών οικογένειας αναφέρεται ρητά και η «οικογένεια με δύο γονείς του ίδιου φύλου». Το βιβλίο περιλαμβάνει επίσης δραστηριότητα κατά την οποία οι μαθητές επεξεργάζονται διαφορετικούς τύπους οικογένειας.

Εδώ δεν έχουμε πλέον μια αμφισβητούμενη φωτογραφία. Έχουμε γραπτό κείμενο. Και αυτό έχει σημασία. Γιατί αν θέλουμε να κάνουμε σοβαρή συζήτηση για το περιεχόμενο των βιβλίων, δεν χρειάζεται να στηριχθούμε σε μια αμφιλεγόμενη εικόνα όταν υπάρχει ένα απολύτως σαφές και ελέγξιμο γραπτό απόσπασμα.

Το γεγονός είναι λοιπόν ότι ένα από τα εγκεκριμένα βιβλία περιλαμβάνει αυτή την αναφορά. Το επόμενο βήμα είναι η ερμηνεία. Το αν η αναφορά αυτή αποτελεί θεμιτή παιδαγωγική παρουσίαση της κοινωνικής πραγματικότητας, αν αποτελεί πολιτισμική επιλογή, αν είναι υπερβολική, αν είναι αναγκαία ή αν εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη ιδεολογική κατεύθυνση, είναι ζητήματα που μπορούν και πρέπει να συζητηθούν. Αλλά δεν πρέπει να συγχέονται με το ίδιο το γεγονός.

Ανοίγουμε το παράθυρο. Κοιτάμε. Και βλέπουμε ότι το συγκεκριμένο κείμενο υπάρχει.

Και τώρα αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος

Κάπου εδώ εμφανίζεται μια διαφορετική ανάγνωση της υπόθεσης. Υπάρχει η θέση ότι οι επίμαχες εικόνες αφαιρέθηκαν και ότι η αφαίρεση αυτή αποτελεί υποχώρηση απέναντι στις συντηρητικές αντιδράσεις που προηγήθηκαν. Αυτή η θέση δεν είναι αδύνατο να είναι σωστή. Αλλά για να γίνει δημοσιογραφικό συμπέρασμα χρειάζεται να αποδειχθεί.

Γιατί εδώ εμφανίζονται, σχεδόν αθόρυβα, τρία διαφορετικά βήματα:

Αφαιρέθηκαν οι εικόνες → άρα υπήρξε υποχώρηση → άρα η υποχώρηση έγινε εξαιτίας πολιτικής πίεσης.

Το πρώτο είναι ένα πραγματικό ερώτημα που μπορεί να ελεγχθεί. Το δεύτερο είναι ερμηνεία. Το τρίτο είναι αιτιώδης ισχυρισμός. Και όσο προχωράμε από το πρώτο στο τρίτο, τόσο αυξάνεται η ανάγκη για αποδείξεις.

Μέχρι σήμερα, δεν έχουμε εντοπίσει αξιόπιστη τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ολόκληρη αυτή την αλυσίδα. Και αυτό δεν σημαίνει ότι η αφαίρεση δεν έγινε. Σημαίνει ότι πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ότι έγινε, στη συνέχεια να διαπιστωθεί ποιος την έκανε, πότε την έκανε και για ποιο λόγο. Αυτό είναι το παράθυρο.

Γιατί η «αφαίρεση» είναι τόσο σημαντική;

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος βλέπει σήμερα μια εικόνα σε μια έκδοση του βιβλίου και αύριο δεν τη βλέπει. Τι ξέρουμε; Ξέρουμε ότι υπάρχει μια διαφορά. Δεν ξέρουμε ακόμη γιατί υπάρχει.

Μπορεί να έγινε διόρθωση. Μπορεί να έγινε αλλαγή έκδοσης. Μπορεί να υπήρξε τεχνική αλλαγή στο ψηφιακό αρχείο. Μπορεί να διορθώθηκε ένα λάθος. Μπορεί να υπήρξε εκδοτική απόφαση. Μπορεί να υπήρξε πολιτική παρέμβαση. Μπορεί να υπήρξε πίεση. Και μπορεί να υπάρχει κάποια άλλη εξήγηση που δεν έχει ακόμη γίνει δημόσια γνωστή.

Για να περάσουμε από το «λείπει» στο «αφαιρέθηκε», χρειαζόμαστε σύγκριση εκδόσεων. Για να περάσουμε από το «αφαιρέθηκε» στο «αφαιρέθηκε από την κυβέρνηση», χρειαζόμαστε στοιχεία για το ποιος έλαβε την απόφαση. Και για να περάσουμε από το «η κυβέρνηση το αφαίρεσε» στο «η κυβέρνηση υποχώρησε λόγω συντηρητικής πίεσης», χρειαζόμαστε αποδείξεις για την αιτία.

Αν αυτές οι αποδείξεις δεν υπάρχουν, τότε έχουμε αφήσει τη δημοσιογραφία και έχουμε περάσει στην αφήγηση.

Εδώ ακριβώς γεννιέται η πολιτική προπαγάνδα

Και το ενδιαφέρον είναι ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα να κατασκευαστεί ένα ψεύτικο γεγονός. Αρκεί να αλλάξει η σειρά με την οποία παρουσιάζονται τα πραγματικά γεγονότα.

Ας πάρουμε ένα υποθετικό παράδειγμα: Κάποιος παρουσιάζει μια εικόνα ως απόδειξη ότι το σχολικό βιβλίο προωθεί μια συγκεκριμένη αντίληψη για την οικογένεια. Η εικόνα γίνεται θέμα. Ακολουθεί δημόσια κατακραυγή. Αργότερα κάποιος παρατηρεί ότι η εικόνα δεν εμφανίζεται πλέον. Τότε διατυπώνεται η θέση ότι «η κυβέρνηση την αφαίρεσε». Στη συνέχεια το «την αφαίρεσε» μετατρέπεται σε «υποχώρησε». Και το «υποχώρησε» μετατρέπεται σε «υποχώρησε υπό την πίεση των συντηρητικών». Στο τέλος, ολόκληρη η αλυσίδα παρουσιάζεται σαν ένα ενιαίο γεγονός.

Όμως δεν είναι ένα γεγονός. Είναι μια σειρά από διαφορετικές προτάσεις, καθεμία από τις οποίες χρειάζεται διαφορετικού τύπου τεκμηρίωση.

Εικόνα. Ερμηνεία. Αφαίρεση. Υποχώρηση. Αιτία. Πολιτικό συμπέρασμα.

Κάθε φορά που περνάμε από τη μία λέξη στην επόμενη, κάνουμε ένα ακόμη βήμα μακριά από αυτό που μπορούμε να δούμε απευθείας.

Το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν η ερμηνεία επιστρέφει ως «απόδειξη»

Υπάρχει ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα πολιτικά αφηγήματα. Η αρχική ερμηνεία δημιουργεί την είδηση. Η είδηση δημιουργεί αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις δημιουργούν ένα νέο γεγονός. Και στη συνέχεια το νέο γεγονός χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει την αρχική ερμηνεία.

Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος. «Υπήρξε πίεση». Αφού υπήρξε πίεση, «η κυβέρνηση υποχώρησε». Αφού υποχώρησε, «άρα πράγματι υπήρχε πίεση». Και αφού υπήρχε πίεση, «άρα η αρχική καταγγελία ήταν σωστή».

Το αφήγημα έχει πλέον αρχίσει να αποδεικνύει τον εαυτό του. Και αυτό είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία πολιτικής επικοινωνίας. Δεν χρειάζεται πλέον κάθε κρίκος να αποδεικνύεται ξεχωριστά. Ο ένας χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει τον άλλον.

Το παιδί είναι το ισχυρότερο επικοινωνιακό όπλο

Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που τέτοιες ιστορίες αποκτούν τόσο μεγάλη ένταση. Δεν μιλάμε απλώς για ένα βιβλίο. Μιλάμε για παιδιά. Όταν μια πολιτική συζήτηση συνδεθεί με τα παιδιά, η συναισθηματική ένταση πολλαπλασιάζεται. Η ερώτηση παύει να είναι μόνο: «Τι γράφει το βιβλίο;» και μετατρέπεται σε: «Τι μαθαίνουν τα παιδιά μας;»

Από εκεί και μετά η συζήτηση γίνεται πολύ πιο εύκολα διαιρετική. Από τη μία πλευρά μπορεί να εμφανιστεί το αφήγημα ότι «επιβάλλεται μια woke ιδεολογία στα παιδιά». Από την άλλη μπορεί να εμφανιστεί το αντίθετο αφήγημα ότι «η κυβέρνηση υποχώρησε μπροστά στους συντηρητικούς και αφαιρεί την ορατότητα από διαφορετικές οικογένειες». Και τα δύο αφηγήματα μπορούν να χρησιμοποιούν πραγματικά στοιχεία. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλες τις ενδιάμεσες προτάσεις τους είναι αποδεδειγμένες.

Και τι σημαίνει τελικά «πολλαπλό βιβλίο»;

Εδώ υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια που εύκολα χάνεται μέσα στον θόρυβο. Τα νέα βιβλία εντάσσονται στο σύστημα του Πολλαπλού Βιβλίου. Το υπουργείο έχει εξηγήσει ότι τα σχολεία επιλέγουν από τα εγκεκριμένα βιβλία εκείνο που θα χρησιμοποιήσουν, ενώ η «Μελίσπη» περιλαμβάνει περισσότερα του ενός εγκεκριμένα διδακτικά πακέτα ανά αντικείμενο.

Αυτό είναι ένα θεσμικό χαρακτηριστικό του συστήματος. Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι «η συμπερίληψη είναι προαιρετική». Αλλά ούτε σημαίνει ότι κάθε περιεχόμενο που υπάρχει σε ένα εγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί αυτομάτως υποχρεωτική πολιτική γραμμή της κυβέρνησης.

Το ένα είναι θεσμικό γεγονός. Το άλλο είναι πολιτική ερμηνεία. Και πάλι, ανοίγουμε το παράθυρο.

Ποιος αποφασίζει και ποιος λογοκρίνει;

Η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη έχει δηλώσει ότι το υπουργείο δεν βρίσκεται στη διαδικασία να αποφασίζει μονομερώς το περιεχόμενο ή να «λογοκρίνει» τα βιβλία. Για πιθανή διόρθωση ή απόσυρση βιβλίου έχει υποστηρίξει ότι πρόκειται για διαδικασία που περνά από ειδικούς επιστήμονες και επιτροπές και όχι από την προσωπική απόφαση ενός υπουργού.

Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτή τη θέση. Αλλά δημοσιογραφικά πρέπει να την καταγράψουμε. Γιατί αν η πολιτική μας θέση είναι ότι «η κυβέρνηση παρενέβη», πρέπει να δείξουμε πού, πώς και πότε παρενέβη. Δεν αρκεί το γεγονός ότι ένα βιβλίο άλλαξε. Χρειάζεται να αποδειχθεί η πολιτική παρέμβαση.

Η ανατομία μιας αφήγησης

Στάδιο Τι πρέπει να αποδειχθεί Τι μπορεί να προστεθεί ως ερμηνεία
Γεγονός Υπάρχουν συγκεκριμένες εικόνες ή αναφορές στα βιβλία
Ερμηνεία Οι εικόνες απεικονίζουν συγκεκριμένο τύπο οικογένειας
Νέο γεγονός Άλλαξε ή αφαιρέθηκε κάτι
Ερμηνεία Η αλλαγή αποτελεί υποχώρηση
Αιτιότητα Ποιος αποφάσισε την αλλαγή και γιατί Η αλλαγή έγινε λόγω πολιτικής πίεσης
Ηθικό συμπέρασμα Η κυβέρνηση εγκατέλειψε τη συμπερίληψη
Ιδεολογικό συμπέρασμα Επικράτησε ο συντηρητισμός ή επιβλήθηκε η woke ατζέντα

Όσο κατεβαίνουμε στον πίνακα, τόσο απομακρυνόμαστε από αυτό που μπορούμε απλώς να δούμε ή να διαβάσουμε. Και τόσο περισσότερο πρέπει να ζητάμε αποδείξεις.

Η αλήθεια δεν είναι ούτε «woke» ούτε «anti-woke»

Υπάρχει ένα ακόμη λάθος που γίνεται συχνά στη δημόσια συζήτηση. Νομίζουμε ότι πρέπει να αποφασίσουμε πρώτα ποια πολιτική πλευρά έχει δίκιο και μετά να εξετάσουμε τα γεγονότα. Η δημοσιογραφία πρέπει να κάνει ακριβώς το αντίθετο. Πρώτα τα γεγονότα. Μετά οι ερμηνείες. Μετά τα επιχειρήματα. Και στο τέλος τα πολιτικά συμπεράσματα.

Στην υπόθεση των σχολικών βιβλίων υπάρχουν πραγματικά στοιχεία που μπορούν να υποστηρίξουν διαφορετικές πολιτικές απόψεις. Υπάρχει η ρητή αναφορά στην οικογένεια με δύο γονείς του ίδιου φύλου στο βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού. Υπάρχει η διαμάχη για τις εικόνες στο βιβλίο της Β΄ Δημοτικού. Υπάρχει η διάψευση του εκδότη σχετικά με την ερμηνεία αυτών των εικόνων. Υπάρχει η κυβερνητική τοποθέτηση. Υπάρχει η πολιτική αντιπαράθεση.

Αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε είναι να ενώσουμε όλα αυτά τα γεγονότα με αυθαίρετες γραμμές και μετά να παρουσιάσουμε το σχέδιο που προέκυψε ως «την πραγματικότητα».

Μας είπαν ότι βρέχει

Στην αρχή αυτού του κειμένου είπαμε κάτι απλό: Μας είπαν ότι βρέχει. Ανοίξαμε το παράθυρο.

Και όταν ανοίξαμε το παράθυρο, διαπιστώσαμε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από το να αποφασίσουμε αν κάποιος είναι «δεξιός», «αριστερός», «συντηρητικός» ή «προοδευτικός».

Διαπιστώσαμε ότι έξω υπάρχουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Υπάρχει πραγματικό περιεχόμενο στα βιβλία. Υπάρχουν αμφισβητούμενες εικόνες. Υπάρχουν διαφορετικές αναγνώσεις. Υπάρχουν πολιτικές αντιδράσεις. Υπάρχουν ισχυρισμοί για παρεμβάσεις. Και υπάρχουν συμπεράσματα τα οποία χρειάζονται ακόμη αποδείξεις.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα της υπόθεσης. Η προπαγάνδα δεν χρειάζεται πάντοτε να κατασκευάσει μια ανύπαρκτη πραγματικότητα. Μπορεί να πάρει ένα πραγματικό γεγονός, να επιλέξει ένα κομμάτι του, να του δώσει μια ερμηνεία, να προσθέσει μια αιτία, να φορτίσει συναισθηματικά την ιστορία και, στο τέλος, να παρουσιάσει το συνολικό αποτέλεσμα ως αυτονόητη αλήθεια.

Γι’ αυτό ο δημοσιογράφος δεν πρέπει να ρωτά μόνο: «Ποιος το είπε;»

Πρέπει να ρωτά: «Τι ακριβώς είπε; Τι από αυτό μπορώ να αποδείξω; Πού τελειώνει το γεγονός και πού αρχίζει η ερμηνεία;»

Και πάνω απ’ όλα: «Αν ανοίξω το παράθυρο, τι θα δω πραγματικά;»

Γιατί μπορεί πράγματι να βρέχει. Μπορεί και όχι. Το μόνο που δεν επιτρέπεται στη δημοσιογραφία είναι να αποφασίσουμε πρώτα και να ανοίξουμε το παράθυρο μετά.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ