Από τον Μάη του ’68 στις σημερινές διαδηλώσεις για το κόστος ζωής: πώς η ίδια εξέγερση άλλοτε βαφτίζεται «χάος» και άλλοτε «αγώνας». Μια ανάγνωση της γαλλικής κοινωνικής πάλης μέσα από τα συνθήματά της.
Κωνσταντίνα Μίχου | 21.10.2026 Απόψεις
Μάης του ’68. Μια αυθόρμητη, ρομαντική έκρηξη ελευθερίας, για τους περισσότερους από εμάς. Λαμπερή στιγμή, που άλλαξε τη νοοτροπία της Δύσης, αφήνοντας πίσω της εμβληματικά συνθήματα στους τοίχους του Παρισιού, όπως το «L’imagination au pouvoir!» («Η φαντασία στην εξουσία!»), το «Soyez réalistes, demandez l’impossible!» («Να είστε ρεαλιστές, ζητήστε το αδύνατο!») ή το εμβληματικό «Sous les pavés, la plage!» («Κάτω από τα πλακόστρωτα, η παραλία!»).
Και αν, μια πιο αυστηρή κριτική ματιά, αποκαλύπτει ότι ορισμένα από τα πιο γνωστά συνθήματα της εποχής ήταν ανοιχτά σε διαφορετικές, ακόμη και αντιφατικές, ερμηνείες και θεωρήθηκαν πολλές φορές αόριστα ή ατομοκεντρικά, πολυσημία που διευκόλυνε αργότερα και την εμπορευματοποίησή τους, ο ρομαντικός χαρακτήρας είναι αυτός που επικράτησε στη μνήμη μας.
Στην πραγματικότητα όμως, το κλίμα της εποχής ήταν πολύ πιο σκληρό. Για τη μισή Γαλλία και την εξουσία, οι διαδηλωτές δεν ήταν ποιητές αλλά επικίνδυνοι ταραχοποιοί και υπαρξιακή απειλή. Όταν μάλιστα η κυβέρνηση και η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος επιτέθηκαν στον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ ως «Γερμανό αναρχικό» και του απαγορεύτηκε η είσοδος στη χώρα, χιλιάδες νέοι απάντησαν με το ιστορικό «Nous sommes tous des Juifs allemands!» («Είμαστε όλοι Γερμανοί Εβραίοι!»).
Ο Μάης του ’68 δεν ήταν μόνο φοιτητικός. Εξελίχθηκε, αν όχι στη μεγαλύτερη γενική απεργία στη δυτική ιστορία, σίγουρα στη Γαλλία, με έως και 10 εκατομμύρια εργάτες να καταλαμβάνουν εργοστάσια. Την ίδια στιγμή, η κυρίαρχη αφήγηση επιχειρούσε να υποβαθμίσει τη μαζική αυτή οργή σε τυφλό χάος.
Αυτή η τεράστια απόσταση ανάμεσα στο πώς βιώνεται μια εξέγερση την ώρα που συμβαίνει και στο πώς καταγράφεται εκ των υστέρων, φέρνει αυθόρμητα στο μυαλό τις εικόνες που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στους δρόμους της Γαλλίας και σίγουρα αυτές τις ημέρες του Οκτωβρίου.
Από την «εξουσία της φαντασίας» στον σκληρό ρεαλισμό
Στις τωρινές κινητοποιήσεις για το κόστος ζωής, την παιδεία και την εργασία, η αφηρημένη ρητορική του ’68 έχει δώσει τη θέση της στον σκληρό ρεαλισμό της επιβίωσης. Στα πανό των συνδικάτων αλλά και στις καταλήψεις των μαθητών και των φοιτητών στα λύκεια και τα πανεπιστήμια, δεν διαβάζεις πια για την «εξουσία της φαντασίας», αλλά για την ωμή καθημερινότητα: «Tout augmente, sauf nos salaires !» («Όλα αυξάνονται, εκτός από τους μισθούς μας!») και «Ras-le-bol de la vie chère !» («Μπούχτισαμε με την ακρίβεια!»).
Η νέα γενιά διαδηλωτών απαιτεί πόρους για τη δημόσια εκπαίδευση με το «Moins de police, plus de budget pour nos lycées et facultés !» («Λιγότερη αστυνομία, περισσότερος προϋπολογισμός για τα λύκεια και τις σχολές μας!»). Κι όταν η νεανική οργή συναντά την περιβαλλοντική κρίση, ξεπροβάλλει το σύνθημα που διαδόθηκε ευρέως από τα «Κίτρινα Γιλέκα» και το περιβαλλοντικό κίνημα συμπυκνώνοντας απόλυτα την εποχή μας: «Fin du mois, fin du monde : même combat !» («Τέλος του μήνα, τέλος του κόσμου: ο ίδιος αγώνας!»), ενώ απέναντι στην κυβερνητική πολιτική η απαίτηση συμπυκνώνεται κοφτά στο «Macron démission !» («Μακρόν παραιτήσου!»).
Η ίδια αφήγηση, πενήντα χρόνια μετά
Κι όμως, παρά τη βαθιά αυτή κοινωνική πίεση, η αφήγηση των ΜΜΕ και της κυβέρνησης εστιάζει ξανά σχεδόν αποκλειστικά στους βανδαλισμούς και τα καμένα αυτοκίνητα, περιγράφοντας όσους διαμαρτύρονται συλλήβδην ως βίαιες συμμορίες.
Δεν συνέβαινε εξάλλου πάντα το ίδιο; Κάθε εξέγερση στην ιστορία, τη στιγμή που ξεσπά, δεν βαφτίζεται από το κατεστημένο ως «χάος» και «εγκληματικότητα»;
Διαχρονικά από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα, όποιος αμφισβητεί την καθεστηκυία τάξη αντιμετωπίζεται πρώτα ως επικίνδυνος ταραξίας. Η αποδοχή ή το «ρομαντικό περιτύλιγμα» έρχονται δεκαετίες αργότερα, όταν πλέον τα αιτήματα έχουν ενσωματωθεί στο νέο αυτονόητο.
Μένει λοιπόν το ερώτημα… μήπως οι «ταραχοποιοί» που λοιδορούνται στους δρόμους του Παρισιού σήμερα, είναι απλώς οι «αγωνιστές» που θα υμνούν οι επόμενες γενιές μετά από πενήντα χρόνια;








