Τα ναρκοτέστ έρχονται να συμπληρώσουν το αλκοτέστ στα μπλόκα της Τροχαίας. Ο έλεγχος θα γίνεται με δείγμα σάλιου, θα αναζητούνται κοκαΐνη, κάνναβη, αμφεταμίνες και ηρωίνη, ενώ ένα θετικό αποτέλεσμα θα οδηγεί σε αιμοληψία και εργαστηριακή επιβεβαίωση. Η εφαρμογή αναμένεται μετά την έκδοση της σχετικής ΚΥΑ και την προμήθεια του εξοπλισμού.
NEWSROOM | 29.10.2026 Ασφάλεια
Ο σχεδιασμός για την ένταξη των ναρκοτέστ στους τροχονομικούς ελέγχους επιβεβαιώνεται, με τα πρώτα στοιχεία να δείχνουν ότι η διαδικασία θα ακολουθεί μια συγκεκριμένη μεθοδολογία. Στόχος είναι οι αστυνομικοί να μπορούν να εντοπίζουν επιτόπου ενδείξεις χρήσης ουσιών, ιδιαίτερα όταν η κατάσταση ενός οδηγού προκαλεί ανησυχία αλλά η μέτρηση για αλκοόλ είναι αρνητική.
Πώς θα γίνεται το τεστ στην άκρη του δρόμου
Η βασική διαφορά από το αλκοτέστ βρίσκεται στον τρόπο λήψης του δείγματος. Ο οδηγός θα καλείται να δώσει δείγμα σάλιου, με έναν ειδικό συλλέκτη που μοιάζει με πλαστική μπατονέτα. Το απορροφητικό άκρο τοποθετείται στο στόμα και συγκεντρώνει την ποσότητα που απαιτείται για την εξέταση. Στη συνέχεια, ανάλογα με τον εξοπλισμό, το δείγμα εξετάζεται σε ειδική κασέτα ή φορητό αναλυτή. Τα συστήματα αυτά αναζητούν συγκεκριμένες ουσίες ή μεταβολίτες τους και δίνουν μια πρώτη ένδειξη μέσα σε λίγα λεπτά.
Ποιες ουσίες θα ανιχνεύονται
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι ουσίες που θα αναζητούνται είναι κυρίως η κοκαΐνη, η κάνναβη, οι αμφεταμίνες και η ηρωίνη. Τεχνικά, τα διαθέσιμα συστήματα αναζητούν συγκεκριμένους δείκτες, όπως THC για την κάνναβη και ουσίες της κατηγορίας των οπιούχων για την ηρωίνη. Ανάλογα με τη διαμόρφωσή τους, μπορούν να ελέγχουν επίσης μεθαμφεταμίνες, βενζοδιαζεπίνες ή άλλες κατηγορίες. Ο τελικός κατάλογος για την Ελλάδα θα εξαρτηθεί από τις προδιαγραφές του εξοπλισμού που θα επιλεγεί.
Γιατί χρειάζεται δεύτερη εξέταση
Το κρίσιμο σημείο είναι η διάκριση ανάμεσα στην πρώτη ένδειξη και στην επιβεβαίωση. Το γρήγορο τεστ στον δρόμο αποτελεί προκαταρκτικό έλεγχο. Όταν προκύπτει θετικό αποτέλεσμα, θα ακολουθεί αιμοληψία και εργαστηριακός τοξικολογικός έλεγχος. Η δεύτερη εξέταση έχει ουσιαστική σημασία για την τεκμηρίωση της υπόθεσης, καθώς η παρουσία μιας ουσίας, η συγκέντρωσή της και η αξιολόγηση της επίδρασής της στην ικανότητα οδήγησης δεν είναι ταυτόσημες πληροφορίες.
Τι προβλέπει ο ΚΟΚ
Η απαγόρευση οδήγησης υπό την επίδραση ουσιών ισχύει ήδη. Το άρθρο 46 του ΚΟΚ καλύπτει τόσο τις τοξικές ουσίες όσο και φάρμακα που, σύμφωνα με τις οδηγίες τους, ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγική ικανότητα, και προβλέπει την υποχρέωση των οδηγών να δέχονται τον νόμιμο έλεγχο. Για την οδήγηση υπό την επίδραση αυτών των ουσιών, η παράγραφος 8 προβλέπει φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών, χρηματική ποινή τουλάχιστον 200 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για τρεις έως έξι μήνες, η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο. Η άρνηση υποβολής σε έλεγχο ενεργοποιεί το προβλεπόμενο τεκμήριο ότι ο οδηγός βρίσκεται υπό την επίδρασή τους.
Το χρονοδιάγραμμα της εφαρμογής
Η επιχειρησιακή εφαρμογή συνδέεται με την έκδοση της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης και την προμήθεια του εξοπλισμού. Το κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να προσδιορίζει τη διαδικασία, τις μεθόδους εξέτασης και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, ενώ ο ΚΟΚ προβλέπει σχετική εξουσιοδότηση στα υπουργεία Υγείας, Προστασίας του Πολίτη και Υποδομών και Μεταφορών. Η ουσιαστική αλλαγή που επιδιώκεται είναι η δυνατότητα να διερευνάται εγκαίρως η κατάσταση ενός οδηγού στο σημείο του ελέγχου, με την αποτελεσματικότητα του μέτρου να κρίνεται από τον συνδυασμό αξιόπιστου εξοπλισμού, εκπαιδευμένων αστυνομικών και σαφούς διαδικασίας εργαστηριακής επιβεβαίωσης.






