14 Ιουνίου 2026
Δεν Διακυβεύεται η Εξουσία — Διακυβεύεται η Ηγεμονία στην Αντιπολίτευση
Μια Εκλογική Αναμέτρηση Χωρίς το Κλασικό Ερώτημα
Τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση και μετά, οι περισσότερες ελληνικές εκλογικές αναμετρήσεις οργάνωναν τη δημόσια συζήτηση γύρω από ένα κεντρικό ερώτημα: ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα. Το 2026, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, το ερώτημα αυτό δεν φαίνεται να κυριαρχεί. Οι διαθέσιμες δημοσκοπικές καταγραφές συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η κυβερνητική παράταξη εμφανίζει φθορά, ωστόσο η φθορά αυτή δεν μετατρέπεται σε συνεκτική εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Αντίθετα, αναδιανέμεται μεταξύ πολλαπλών αντιπολιτευτικών σχηματισμών —παλαιών και νέων— που ανταγωνίζονται για την κατοχή της δεύτερης θέσης και για την πολιτική εκπροσώπηση της δυσαρέσκειας.
Από τη σκοπιά της πολιτικής επιστήμης, πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συγκυρία. Η Ελλάδα φαίνεται να εισέρχεται σε μια φάση που ο Peter Mair θα περιέγραφε ως κρίση της αντιπροσώπευσης και αποσύνδεση μεταξύ κοινωνίας και κομματικού συστήματος. Τα κόμματα εξακολουθούν να λειτουργούν ως εκλογικοί μηχανισμοί, αλλά δυσκολεύονται να συγκροτήσουν σταθερές κοινωνικές συμμαχίες και πειστικές κυβερνητικές αφηγήσεις.
Οι επόμενες εκλογές μπορεί να μην κρίνουν ποιος θα κυβερνήσει — μπορεί να κρίνουν ποιος θα περιμένει πρώτος στη σειρά
Από τον Δικομματισμό στον Ανταγωνισμό Διαμαρτυρίας
ΟGiovanni Sartori υποστήριξε ότι η σταθερότητα ενός κομματικού συστήματος εξαρτάται από την ύπαρξη ενός αξιόπιστου κόμματος κυβερνητικής εναλλαγής. Όταν αυτό το κόμμα αποδυναμώνεται, η αντιπολίτευση παύει να λειτουργεί ως εν δυνάμει κυβέρνηση και μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνιστικών διεκδικήσεων. Αυτό ακριβώς παρατηρούμε σήμερα. Η αντιπολίτευση δεν παρουσιάζει χαρακτηριστικά συγκρότησης κυβερνητικής πλειοψηφίας — παρουσιάζει χαρακτηριστικά εσωτερικής αναμέτρησης. Οι δημοσκοπήσεις του τελευταίου διαστήματος καταγράφουν συνεχείς μεταβολές στη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη θέση, ενώ η πρώτη θέση παραμένει σχετικά σταθερή.
Η διαφορά δεν είναι απλώς αριθμητική. Σε ένα σύστημα όπου η πρωτιά μοιάζει σήμερα δύσκολα προσβάσιμη, η δεύτερη θέση αποκτά στρατηγική σημασία: όποιος την κατακτήσει, αποκτά πρόσβαση σε πόρους, δημόσιο λόγο, πολιτική ορατότητα και —κυρίως— στην προσδοκία ότι μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας μελλοντικής κυβερνητικής εναλλακτικής. Κατά συνέπεια, οι επόμενες εκλογές ενδέχεται να μην κρίνουν ποιος θα κυβερνήσει — μπορεί να κρίνουν ποιος θα περιμένει πρώτος στη σειρά για να κυβερνήσει αργότερα.
📌 Το Προγραμματικό Κενό:
Όταν τα κόμματα δεν ανταγωνίζονται για τη διακυβέρνηση αλλά για την αντιπολιτευτική ηγεμονία, η ποιότητα του πολιτικού ανταγωνισμού μεταβάλλεται. Οι θεωρίες του Anthony Downs υποστηρίζουν ότι τα κόμματα οφείλουν να πείσουν τον ψηφοφόρο πως διαθέτουν ρεαλιστική πιθανότητα άσκησης εξουσίας. Όταν αυτή η πιθανότητα απομακρύνεται, το κίνητρο παραγωγής συνεκτικών κυβερνητικών προγραμμάτων μειώνεται — και ο δημόσιος διάλογος γεμίζει με αποσπασματικές υποσχέσεις.
Η Επιστροφή του Δημοσιονομικού Λαϊκισμού
Ηδημόσια συζήτηση του 2026 παρουσιάζει ολοένα και περισσότερα στοιχεία μιας λογικής που θυμίζει παλαιότερες περιόδους του ελληνικού πολιτικού συστήματος: υποσχέσεις για γενικευμένες αυξήσεις, για οριζόντιες ελαφρύνσεις, για εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις, για αποκατάσταση απωλειών — όλα αυτά χωρίς σαφή αναφορά στο δημοσιονομικό κόστος. Δεν πρόκειται απαραίτητα για ιδεολογική επιλογή — πρόκειται κυρίως για στρατηγική επιβίωσης. Σε συνθήκες έντονου ανταγωνισμού μέσα στην ίδια την αντιπολίτευση, τα κόμματα έχουν κίνητρο να μεγιστοποιήσουν τη βραχυπρόθεσμη εκλογική τους ελκυστικότητα. Και η υπόσχεση άμεσων υλικών ωφελειών γίνεται ισχυρότερο εργαλείο κινητοποίησης από τη συζήτηση περί θεσμικών μεταρρυθμίσεων.
Ασφαλώς, η σημερινή συγκυρία δεν ταυτίζεται με τη δεκαετία του 1980 — η συμμετοχή στην Ευρωζώνη, η ευρωπαϊκή δημοσιονομική εποπτεία και η εμπειρία της κρίσης χρέους λειτουργούν ως ισχυροί περιορισμοί. Ωστόσο, επανεμφανίζεται η ίδια πολιτική νοοτροπία: η ιδέα ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια αντιμετωπίζεται κυρίως μέσω υποσχέσεων διανομής και όχι μέσω παραγωγής νέου πλούτου· ότι η εκλογική επιρροή αποκτάται ευκολότερα με εξαγγελίες παρά με δύσκολες μεταρρυθμίσεις· ότι η πολιτική μπορεί να υποκαταστήσει την οικονομία.
Το πολιτικό ερώτημα του 2026 δεν είναι ποιος θα νικήσει. Είναι ποιος θα αναδειχθεί ως ο κύριος εκφραστής της ήττας των υπολοίπων. Ποιος θα επιβληθεί στον κατακερματισμένο αντιπολιτευτικό χώρο. Ποιος θα αποκτήσει την ηγεμονία πάνω στη δυσαρέσκεια.
Η ιστορία της ελληνικής δημοκρατίας διδάσκει ότι οι κοινωνίες σπάνια καταστρέφονται από την έλλειψη πόρων — συχνότερα ζημιώνονται από την έλλειψη πολιτικής ειλικρίνειας. Και σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την οικονομική κρίση, η συζήτηση για το ποιος θα ηγηθεί της αντιπολίτευσης κινδυνεύει να υποκαταστήσει τη συζήτηση για το πώς θα κυβερνηθεί η χώρα. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα — όχι η μάχη για τη δεύτερη θέση, αλλά η υποβάθμιση της πολιτικής σε διαγωνισμό υποσχέσεων για την κατάκτησή της.
Ο Δημήτρης Γιαλουράκης είναι αρθρογράφος.


