09 Ιουλίου 2026
Οι απεντάξεις, τα «νεκρά» έργα και η ρητορική της αποτελεσματικότητας που καταρρέει μπροστά στα νούμερα
Το αφήγημα της αποτελεσματικότητας
Μια από τις βασικές πτυχές της κυβερνητικής ρητορικής είναι η έμφαση στην αποτελεσματικότητα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν παρουσιάζεται απλώς ως πολιτικός αρχηγός, αλλά και ως ικανός μάνατζερ, που απαιτεί μετρήσιμα αποτελέσματα και πιέζει τους υπουργούς να παράγουν έργο. Το αφήγημα του «επιτελικού κράτους» στηρίζεται ακριβώς σε αυτή την εικόνα: μια κυβέρνηση που δουλεύει, που ελέγχει, που αποδίδει.
Αναμφίβολα, οι εβδομαδιαίες αναρτήσεις του πρωθυπουργού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιχειρούν να εμπεδώσουν αυτή την εντύπωση. Παράλληλα, οι υπουργοί της κυβέρνησης έχουν υιοθετήσει μια σχεδόν εμμονική τακτική δημοσιοποίησης κάθε εγκαινίου, νομοθετικής πρωτοβουλίας ή προγράμματος δράσης. Για πρώτη φορά, άλλωστε, τόσο συστηματικά απαριθμούν τα επιτεύγματά τους, σε μια προσπάθεια να πείσουν για τη μοναδική κυβερνησιμότητα της Νέας Δημοκρατίας. Το μήνυμα είναι σαφές: μόνο η παρούσα ηγεσία μπορεί να διαχειριστεί το κράτος· οποιαδήποτε άλλη επιλογή θα οδηγήσει σε χάος, ανικανότητα και λανθασμένες πολιτικές επιλογές.
«Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν μια δουλειά είχατε να κάνετε» — και όμως, τα νούμερα δείχνουν κάτι εντελώς διαφορετικό.
Ο απολογισμός των χαμένων ευκαιριών
Ωστόσο, η μαγική εικόνα της αποτελεσματικότητας καταρρέει μπροστά σε μια απτή και μετρήσιμη απόδειξη: τον απολογισμό του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης. Το Ταμείο Ανάκαμψης δεν ήταν απλώς μια ακόμη πηγή ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δανείστηκε ως σύνολο για να προσφέρει μια κρίσιμη αναπτυξιακή ώθηση στις χώρες-μέλη μετά την πανδημία. Για την Ελλάδα, αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία να υλοποιήσει σημαντικά έργα υποδομής και να διαμορφώσει το μέλλον της χώρας.
Συνεπώς, το Ταμείο έθετε αυστηρές προϋποθέσεις: συγκεκριμένες προθεσμίες, απαράβατους κανόνες και σαφή ημερομηνία λήξης. Δεν επέτρεπε καθυστερήσεις ούτε μεταφορές σε επόμενες περιόδους, σε αντίθεση με τα γνωστά προγράμματα ΕΣΠΑ. Και τώρα που η ημερομηνία λήξης έφτασε, μπορούμε να δούμε με ακρίβεια την κυβερνητική αναποτελεσματικότητα.
Εξάλλου, τα σημάδια είχαν φανεί από νωρίς. Διάφορα προγράμματα που είχαν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης είτε τροποποιούνταν είτε απεντάσσονταν, καθώς διαπιστωνόταν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ολοκληρωθούν εγκαίρως. Το τελευταίο κύμα απεντάξεων σημειώθηκε τους περασμένους μήνες, αφήνοντας πίσω του ένα τοπίο απογοήτευσης. Τα έργα που απεντάχθηκαν είτε θα χρηματοδοτηθούν από εθνικούς πόρους, επιβαρύνοντας άλλες προτεραιότητες, είτε απλώς δεν θα γίνουν ποτέ — παρότι ανακοινώθηκαν με τυμπανοκρουσίες.
ΤΑ ΝΟΥΜΕΡΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΟΥΝ ΤΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ:
- Απεντάξεις άνω των 2 δισεκατομμυρίων ευρώ σε συνολικό κόστος έργων.
- Χιλιάδες ασφαλισμένοι είδαν διαγνωστικές εξετάσεις να ακυρώνονται λόγω λήξης προγραμμάτων.
- Εμβληματικά έργα —ερευνητικά, αρδευτικά, κοινωνικά— απεντάχθηκαν και αναζητούν άλλους πόρους.
- Η χώρα οδηγείται σε υφεσιακή δυναμική, χάνοντας πολλαπλασιαστικά οφέλη.
Το κριτήριο της απορροφησιμότητας
Η κυβέρνηση δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα μια πλήρη εικόνα του συνολικού ύψους των απεντάξεων, όμως διάφορες πηγές κάνουν λόγο για ένα ποσό που ξεπερνά τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτά είναι λεφτά που «χάθηκαν», την ώρα που θα μπορούσαν να είχαν αξιοποιηθεί παραγωγικά. Παράλληλα, παραμένει ασαφής ο πραγματικός αντίκτυπος των έργων που τελικά ολοκληρώθηκαν, καθώς η σχεδίασή τους συχνά βασίστηκε περισσότερο στο κριτήριο της απορροφησιμότητας παρά στην πραγματική χρησιμότητα ή την αναπτυξιακή συμβολή.
Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι είδαμε εταιρείες να εκτινάσσονται σε τζίρο και κερδοφορία μέσα από τη διαχείριση τέτοιων κονδυλίων, με ορισμένες από αυτές να εκφράζουν έμπρακτα την «ευγνωμοσύνη» τους, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος. Αυτές οι πρακτικές, ωστόσο, δεν έχουν καμία σχέση με την έννοια της χρηστής και αποτελεσματικής διαχείρισης.
Ταυτόχρονα, το αφήγημα της αποτελεσματικότητας συγκρούεται με την πραγματικότητα μιας κρατικής μηχανής που λειτουργεί με κριτήρια εξυπηρέτησης συμφερόντων, που δεν εμπιστεύεται το δημόσιο δυναμικό αλλά τις συμβουλευτικές εταιρείες, και που στερείται ενός ουσιαστικού αναπτυξιακού σχεδίου. Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια μιας από τις μεγαλύτερες ευκαιρίες που δόθηκαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, και η σταδιακή μετάβαση σε μια υφεσιακή δυναμική, καθώς οι χρηματοδοτικές ροές στερεύουν χωρίς να έχουν αφήσει πραγματικό πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο.
«Δεν αρκεί η ανάδειξη της αποτυχίας, αλλά η εξαγωγή διδαγμάτων για το τι μπορεί να σημαίνει αποτελεσματική διακυβέρνηση και κράτος που λειτουργεί στα αλήθεια».






