11 Ιουλίου 2026
Η συνεχής υπενθύμιση του casus belli δεν είναι εξωτερική πολιτική – η Ελλάδα οφείλει να ξαναβρεί τον δρόμο της ως στρατηγικός παίκτης, όχι ως μια χώρα-οικόπεδο που μοιράζει golden visas
Η παγίδα της μονοδιάστατης αφήγησης
Η Ελλάδα εμφανίζεται στις διεθνείς συναντήσεις σαν τον μαθητή που υψώνει το χέρι για να υπενθυμίσει στον δάσκαλο ότι το πρόβλημά του δεν έχει λυθεί. Η αναφορά στο casus belli της Τουρκίας είναι βεβαίως αναγκαία, καθώς πρόκειται για μια πραγματική απειλή κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Ωστόσο, μια εξωτερική πολιτική που εξαντλείται στην επανάληψη αυτής της υπόμνησης δεν μπορεί να αναβαθμίσει τη θέση της χώρας. Οι δυνάμεις που μετρούν στη διεθνή σκηνή δεν κατοχυρώνονται μόνο με το να ζητούν λύσεις για τα προβλήματά τους, αλλά με το να αποδεικνύουν ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της λύσης για τα προβλήματα των άλλων.
Αναμφίβολα, η ελληνική κυβέρνηση έχει επενδύσει πολλά στη ρητορική της «σταθερότητας» και της «οικονομικής ανάπτυξης». Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά στα δεδομένα αποκαλύπτει μια διαφορετική εικόνα. Η σταθερότητα αυτή δεν απειλήθηκε ποτέ πραγματικά, ακόμη και την περίοδο της βαθιάς κρίσης του 2015, παρά τις υπερβολές που τότε κυκλοφορούσαν. Ταυτόχρονα, η οικονομική ανάπτυξη που επιτυγχάνεται είναι μεν ονομαστική, αλλά σε όρους σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη η χώρα κατρακυλά, ιδιαίτερα όταν η μέτρηση γίνεται σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης. Με άλλα λόγια, το αφήγημα της ανάκαμψης δεν αντέχει στην πραγματικότητα μιας χώρας που χάνει συνεχώς έδαφος.
«Οι επενδυτές σέβονται ένα κράτος-παίκτη, όχι μια χώρα-οικόπεδο.»
Απόντες από τις μεγάλες διεργασίες
Η εικόνα μιας αναβαθμισμένης παρουσίας στην περιοχή δεν επιβεβαιώνεται από τις εξελίξεις. Στα Βαλκάνια, η Συμφωνία των Πρεσπών παρέμεινε αναξιοποίητη, με μικροπολιτικούς υπολογισμούς να υπερισχύουν των στρατηγικών συμφερόντων. Στην Ουκρανία, η ελληνική παρουσία περιορίζεται στην αναγκαστική συμμετοχή στις κυρώσεις, χωρίς καμία συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις, την ώρα που η Τουρκία βρίσκεται στο τραπέζι των συνομιλιών. Στο Παλαιστινιακό, η Ελλάδα έχει ταυτιστεί πλήρως με την ακροδεξιά κυβέρνηση του Ισραήλ, χωρίς να διατηρεί κανένα περιθώριο διαμεσολάβησης, ενώ η σχέση με την Αίγυπτο δεν εμπόδισε την αναβάθμιση των σχέσεων Καΐρου – Άγκυρας.
Η αδυναμία αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην περιφερειακή σκακιέρα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η χώρα ακούγεται κυρίως μέσα από τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ενώ η στρατηγική για τον ρόλο του ΝΑΤΟ σε μια εποχή μεγάλων ανακατατάξεων παραμένει ανύπαρκτη. Ακόμη και στην κρίσιμη σχέση με τις ΗΠΑ, η κυβερνητική γραμμή μοιάζει πιο πολύ με μια διαρκή προσπάθεια να εξιλεωθεί ο πρωθυπουργός για παλαιότερες δηλώσεις του κατά του Τραμπ, παρά με μια σοβαρή διαπραγμάτευση με έναν Αμερικανό πρόεδρο που σκέφτεται ως επιχειρηματίας.
ΟΙ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ ΠΟΥ ΦΡΕΝΑΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ:
- Απουσία στρατηγικού σχεδίου για τον ρόλο της χώρας στην περιοχή
- Οικονομική κατρακύλα σε όρους σύγκλισης με την Ευρώπη
- Αδυναμία προσέλκυσης μεγάλων επενδύσεων (π.χ. ηλεκτρικά αυτοκίνητα)
- Συστηματική παραμέληση της έρευνας και της δημόσιας παιδείας
Το μεγάλο στοίχημα της εσωτερικής ανασυγκρότησης
Η αλήθεια είναι ότι μια χώρα δεν κερδίζει τον σεβασμό των διεθνών εταίρων της επειδή μοιράζει χρυσές βίζες. Η πραγματική αναβάθμιση δεν έρχεται ούτε μέσα από εξοπλιστικές δαπάνες που δεν συνοδεύονται από ένα σαφές στρατηγικό πλαίσιο. Απαιτεί, πρώτα και κύρια, εσωτερική ανασυγκρότηση. Την ικανότητα της χώρας να παράγει περισσότερα και καλύτερα. Τη δυνατότητα να κρατήσει το επιστημονικό της δυναμικό. Τη λειτουργία ενός κράτους που να είναι όντως επιτελικό, με σχέδιο και όχι με έναν κατάλογο συμφερόντων προς εξυπηρέτηση.
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι υπαρξιακές. Δεν αφορούν μεμονωμένες πολιτικές επιλογές, αλλά τη θέση της χώρας στον κόσμο. Το στοίχημα της επιστροφής της ελπίδας, όχι ως αφηρημένου οράματος, αλλά ως συγκεκριμένου πολιτικού προτάγματος, με σχέδιο και βήματα, είναι το μόνο που μπορεί να επαναφέρει τη χώρα στον παγκόσμιο χάρτη. Γιατί η εξωτερική πολιτική, στην τελική της ανάλυση, είναι η προβολή της εσωτερικής υγείας μιας κοινωνίας.
«Η επιστροφή της ελπίδας, όχι ως μακρινού και άπιαστου οράματος, αλλά ως πραγματικού πολιτικού προτάγματος, με σχέδιο και βηματισμό.»






