Η Ουάσινγκτον υποσχέθηκε τη συντριπτικότερη οικονομική επιχείρηση κατά του Ιράν. Αλλά αντί για την απόβαση της Νορμανδίας, το σχέδιο του Τραμπ κατέληξε σε μια ακόμη υπόσχεση χωρίς αντίκρισμα – με την Κίνα να αρνείται να παίξει το παιχνίδι και τη Ρωσία να βρίσκεται ήδη εκτός του αμερικανικού συστήματος.
Γιώργος Παπαγιάννης | 25.08.2026 Διεθνή
Ήταν μια ιστορία που ο Ντόναλντ Τραμπ είχε γράψει πολλές φορές στο παρελθόν: μια απειλή, μια υπόσχεση για «συντριπτική» δράση και, στο τέλος, μια υποχώρηση. Η ανακοίνωση της «οικονομικής D-Day» κατά του Ιράν δεν ήταν διαφορετική. Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου για «τον πιο συντριπτικό οικονομικό πόλεμο στην ιστορία» και για «τρομακτικές οικονομικές συνέπειες» σε όποιον τολμούσε να συναλλαγεί με την Τεχεράνη έμοιαζαν με σενάριο επικής αναμέτρησης.
Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο πεζή. Όταν ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ πήρε τον λόγο τη Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026 για να παρουσιάσει την «Επιχείρηση Οικονομικός Παρίάς» (Operation Economic Outcast), η ανακοίνωση ήταν τόσο ασαφής που οι επικριτές την αποκάλεσαν «ανέκδοτο». Ο Μπέσεντ μίλησε για «ασφυξία» του ιρανικού καθεστώτος, αλλά δεν έδωσε κανένα χρονοδιάγραμμα, δεν κατονόμασε συγκεκριμένες χώρες και απέφυγε να απαντήσει αν οι κυρώσεις θα εφαρμοστούν στην Κίνα. Όταν ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε γιατί δεν επιβάλλει άμεσα τις κυρώσεις, απάντησε ότι «δεν θέλει να ανατινάξει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα».
Το πρόβλημα για την Ουάσινγκτον ήταν θεμελιώδες: το Ιράν έχει επιβιώσει δεκαετιών κυρώσεων και η στρατηγική της «οικονομικής ασφυξίας» είχε δοκιμαστεί ξανά και ξανά χωρίς να φέρει αποτελέσματα. Αυτή τη φορά, ωστόσο, το εμπόδιο ήταν ακόμη μεγαλύτερο: η Κίνα και η Ρωσία.
Το αδύνατο σημείο της στρατηγικής Τραμπ – Πεκίνο
Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ιράν και ο κύριος αγοραστής του πετρελαίου του. Το 2025, η Κίνα αγόρασε το 80% των εξαγόμενων ιρανικών πετρελαίων. Το Πεκίνο έχει δημιουργήσει ένα παράλληλο σύστημα διυλιστηρίων που επεξεργάζονται κυρίως ιρανικό πετρέλαιο και έχουν ελάχιστη έκθεση στις ΗΠΑ. Οι συναλλαγές διακανονίζονται σε γουάν και εμπλέκουν μια αλυσίδα δύσκολα ανιχνεύσιμων μεσαζόντων.
Η απάντηση του Πεκίνου στην απειλή του Τραμπ ήταν άμεση και ψυχρή. Το κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να προστατεύσει τα δικαιώματά του, προσθέτοντας ότι «οι κυρώσεις και οι πιέσεις δεν βοηθούν στην επίλυση των προβλημάτων».
Η Κίνα δεν είναι απλώς ένας εμπορικός εταίρος. Η σχέση της με το Ιράν έχει γεωπολιτική σημασία: το Πεκίνο βλέπει την Τεχεράνη ως ένα «αγκάθι στα πλευρά των ΗΠΑ» και η διατήρηση αυτής της σχέσης αποτελεί στρατηγική επιλογή. Όπως σημείωσε ο καθηγητής Πολ Μάσγκρεϊβ του Πανεπιστημίου Georgetown, ο Τραμπ προσπαθεί να επιβάλει μονομερώς το είδος των συντονισμένων κυρώσεων που παραδοσιακά απαιτούν πολυμερή συντονισμό — και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχει με το μέρος του την Κίνα, τη Ρωσία και τα άλλα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Το δεύτερο αδύνατο σημείο – Μόσχα
Η Ρωσία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ιράν, αλλά το κρίσιμο σημείο είναι διαφορετικό: η Μόσχα βρίσκεται ήδη υπό εκτεταμένες αμερικανικές κυρώσεις και λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός του αμερικανικού οικονομικού συστήματος. Οι απειλές του Τραμπ έχουν περιορισμένη ισχύ στη Μόσχα.
Οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει στενές στρατιωτικές και εμπορικές σχέσεις που παρακάμπτουν τη Δύση. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η Ρωσία έχει ήδη αποσυνδεθεί από το αμερικανικό οικονομικό πλαίσιο, καθιστώντας τις απειλές του Τραμπ περιορισμένης ισχύος. Η Μόσχα, μαζί με το Πεκίνο, έχει επικρίνει την επανάληψη των πολιτικών κυρώσεων και έχει τονίσει ότι δεν θα ευθυγραμμιστεί με την προσέγγιση της Ουάσινγκτον.
Οι δευτερογενείς κυρώσεις και το πρόβλημα της εφαρμογής
Η στρατηγική του Τραμπ βασίζεται σε δευτερογενείς κυρώσεις, επιτρέποντας στην Ουάσινγκτον να τιμωρεί ξένες εταιρείες και οντότητες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν. Ωστόσο, η εφαρμογή τους ήταν αντιφατική: οι ΗΠΑ δεν έχουν εφαρμόσει σημαντικά τις κυρώσεις σε μεγάλους εμπορικούς εταίρους του Ιράν, όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και η Τουρκία.
Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να πληρώσει το κόστος μιας εκστρατείας που απειλεί να μετατρέψει έναν οικονομικό πόλεμο κατά μιας χώρας σε μια ρήξη της παγκόσμιας οικονομικής τάξης. Όπως σημείωσε ο Μπέσεντ, η Ουάσινγκτον δεν θέλει να «ανατινάξει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα». Αυτό ακριβώς είναι το αδιέξοδο: χωρίς την πρόθεση να επιβάλει κυρώσεις στην Κίνα, το σχέδιο της «οικονομικής D-Day» παραμένει κενό περιεχομένου.
Το κόστος για τον Τραμπ
Η οικονομική πίεση στο Ιράν έχει ήδη κόστος για την Ουάσινγκτον. Ο πόλεμος έχει εκτοξεύσει τις τιμές της ενέργειας και η δημοτικότητα του Τραμπ έχει υποχωρήσει στο 33%, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση. Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια. Οι ενδιάμεσες εκλογές πλησιάζουν και ο Τραμπ χρειάζεται μια νίκη.
Αλλά η νίκη αυτή δεν φαίνεται να έρχεται. Η Κίνα δεν υποχωρεί. Η Ρωσία δεν υποχωρεί. Και το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει τον πόνο. Όπως έγραψε το Tehran Times, η στρατηγική αυτή «είναι λιγότερο μια νέα πρωτοβουλία και περισσότερο μια ανακυκλωμένη πολιτική που έχει δοκιμαστεί επανειλημμένα εδώ και δεκαετίες — και για άλλη μια φορά, πριν να φέρει αποτελέσματα, αντιμετωπίζει ένα μεγάλο εμπόδιο».
Η «οικονομική D-Day» του Τραμπ μπορεί να εντυπωσιάζει στη ρητορική, αλλά στην πράξη μοιάζει περισσότερο με μια αναγνώριση της ήττας του: των στρατιωτικών επιλογών που απέτυχαν, των διπλωματικών οδών που έκλεισαν, και της αδυναμίας του να επιβάλει τη βούλησή του σε έναν πολυπολικό κόσμο. Η Κίνα και η Ρωσία δεν είναι απλώς εμπορικοί εταίροι του Ιράν. Είναι οι δύο πυλώνες ενός παράλληλου οικονομικού συστήματος που αψηφά το αμερικανικό δολάριο και τις αμερικανικές κυρώσεις. Και μέχρι να το καταλάβει αυτό η Ουάσινγκτον, το «οικονομικό D-Day» θα παραμείνει απλώς μια ακόμη υπόσχεση.






