Το απόλυτο οικονομικό πρόγραμμα της ΔΕΘ, για όσους πιστεύουν ότι το δημόσιο ταμείο είναι σαν την κατσαρόλα της γιαγιάς: όσο τραβάς, τόσο βγάζει
Δημήτρης Γιαλουράκης | 29.08.2026 Αναλύσεις
Έφτασε πάλι η εποχή της ΔΕΘ. Η εποχή κατά την οποία η ελληνική πολιτική ζωή αποκτά, για μερικές ημέρες, μια αξιοθαύμαστη μεταφυσική ικανότητα: όλοι μπορούν να δώσουν σε όλους.
Ο ένας θα μειώσει φόρους. Ο άλλος θα αυξήσει μισθούς. Ο τρίτος θα αυξήσει συντάξεις. Ο τέταρτος θα φθηνύνει το ρεύμα. Ο πέμπτος θα ρίξει τα ενοίκια. Κάποιος θα φορολογήσει τους πλούσιους, κάποιος άλλος θα κυνηγήσει τη φοροδιαφυγή και ένας τρίτος θα αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες. Και όλοι, ανεξαιρέτως, έχουν ανακαλύψει ότι η ανάπτυξη μπορεί να χρηματοδοτήσει τα πάντα.
Η χώρα, σύμφωνα με την πολιτική μας φιλολογία, δεν έχει πρόβλημα πόρων. Έχει πρόβλημα διαχείρισης. Δηλαδή κάπου υπάρχουν τα λεφτά, απλώς μέχρι τώρα δεν τα είχαμε ψάξει αρκετά.
Αυτό είναι το σημείο όπου ένας οικονομολόγος αρχίζει συνήθως να ψάχνει την έξοδο.
Διότι η οικονομία δεν λειτουργεί με εξαγγελίες. Δεν λειτουργεί με συνθήματα. Και, κυρίως, δεν λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργεί μια προεκλογική ομιλία: όπου κάθε μέτρο μπορεί να είναι ταυτόχρονα μόνιμο, γενναιόδωρο, καθολικό και απολύτως δημοσιονομικά ουδέτερο.
Η οικονομία έχει έναν πολύ κακό χαρακτήρα. Όταν δώσεις κάτι, σε ρωτάει από πού το βρήκες.
Και επειδή φέτος η ΔΕΘ έρχεται ξανά με ένα πακέτο που ήδη υπολογίζεται από δημοσιεύματα σε τουλάχιστον 1,7 δισ. ευρώ, με παρεμβάσεις σε φόρους, μισθούς, συντάξεις, επαγγελματίες και στέγαση, ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό.
Να αφήσουμε για λίγο την πολιτική ανακοίνωση και να κάνουμε λογαριασμό.
Όχι τον λογαριασμό του υπουργείου. Τον λογαριασμό του πολίτη.
Γιατί ο πολίτης δεν ζει στον μέσο όρο. Ζει στο δικό του σπίτι, πληρώνει το δικό του ενοίκιο, αγοράζει τα δικά του τρόφιμα, πληρώνει τη δική του κιλοβατώρα και στο τέλος του μήνα κοιτάζει τι έμεινε.
Και εδώ αρχίζει το πρώτο μεγάλο κόλπο της ελληνικής οικονομικής συζήτησης: ο μέσος μισθός.
Ο μέσος μισθός αυξήθηκε. Σωστό. Οι ονομαστικές αποδοχές έχουν αυξηθεί σημαντικά από τα χαμηλά της προηγούμενης δεκαετίας. Σωστό και αυτό. Η κυβέρνηση έχει αυξήσει τον κατώτατο μισθό αρκετές φορές και από τον Απρίλιο του 2026 βρίσκεται στα 920 ευρώ. Η πορεία προς τα 950 ευρώ και άνω το 2027 έχει ήδη ενταχθεί στην κυβερνητική συζήτηση.
Αλλά ο μισθός δεν είναι η αγοραστική δύναμη. Ο μισθός είναι το ποσό που γράφει η μισθοδοσία. Η αγοραστική δύναμη είναι αυτό που μένει αφού ο μισθός περάσει από το ταμείο του σούπερ μάρκετ, από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, από τη ΔΕΗ ή τον πάροχο, από την εφορία, από τα καύσιμα και από όλους τους υπόλοιπους λογαριασμούς.
Και εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στη στατιστική εικόνα και στην πραγματική ζωή.
Ένας μέσος όρος μπορεί να αυξάνεται επειδή ανεβαίνουν πολύ τα εισοδήματα στο πάνω μέρος της κατανομής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πλειοψηφία έχει δει αντίστοιχη βελτίωση.
Η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει ακριβώς γι’ αυτό δείκτες οικονομικής ανισότητας και κατανομής εισοδήματος. Η ΑΑΔΕ, από την άλλη, δημοσιεύει τα φορολογικά στοιχεία φυσικών προσώπων, τα οποία επιτρέπουν να δούμε την πραγματική κατανομή των δηλωμένων εισοδημάτων.
Και εδώ χρειάζεται μια στοιχειώδης εντιμότητα. Δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε έναν μέσο μισθό για να περιγράψουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται χαμηλά στην εισοδηματική κατανομή.
Αν η πλειοψηφία των φορολογουμένων βρίσκεται σε χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια, τότε η οικονομική πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση το τι συμβαίνει σε αυτά τα κλιμάκια. Όχι με βάση το πόσο ωραία φαίνεται ο μέσος όρος.
Και ακόμη περισσότερο: πρέπει να ξεχωρίζουμε το φορολογικό εισόδημα από το διαθέσιμο εισόδημα και το ατομικό εισόδημα από το εισόδημα νοικοκυριού. Η στατιστική έχει ορισμούς. Όποιος τους αλλάζει στη μέση της συζήτησης για να αποδείξει την πολιτική του θέση, δεν κάνει οικονομική ανάλυση. Κάνει marketing.
Ας πάμε λοιπόν στην πραγματική δοκιμή.
Ας υποθέσουμε έναν εργαζόμενο στον κατώτατο μισθό. Τα 920 ευρώ δεν είναι 920 ευρώ για πάντα και δεν είναι 920 ευρώ για όλους. Στον ιδιωτικό τομέα υπάρχει το καθεστώς των 14 καταβολών, άρα η ετήσια μικτή βάση είναι 12.880 ευρώ. Σε δωδεκάμηνη ισοδυναμία αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 1.073 ευρώ τον μήνα.
Αυτό είναι το σωστό σημείο εκκίνησης όταν θέλουμε να κάνουμε διεθνή σύγκριση.
Και εδώ έρχεται η Γερμανία. Ο γερμανικός νόμιμος κατώτατος μισθός από την 1η Ιανουαρίου 2026 είναι 13,90 ευρώ την ώρα.
Δεν έχει κανένα νόημα να βάλουμε απλώς «920 ευρώ Ελλάδα» δίπλα σε «13,90 ευρώ Γερμανία» και να πανηγυρίσουμε ότι η Γερμανία κερδίζει. Πρέπει να συγκρίνουμε την ίδια μονάδα. Ώρα εργασίας.
Η Ελλάδα περίπου 6,90 ευρώ μικτά την ώρα στον κατώτατο, ανάλογα με το ακριβές ωράριο και τη μεθοδολογία υπολογισμού. Η Γερμανία 13,90 ευρώ.
Τώρα ας πάρουμε ένα προϊόν που κοστίζει ένα ευρώ. Στην Ελλάδα ο εργαζόμενος χρειάζεται περίπου 8,7 λεπτά εργασίας για να το αγοράσει. Στη Γερμανία περίπου 4,3 λεπτά.
Αυτό είναι αγοραστική δύναμη. Δεν μας ενδιαφέρει αν το προϊόν έχει ακριβώς την ίδια τιμή. Μας ενδιαφέρει πόση εργασία χρειάζεται για να το αγοράσουμε.
Και αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομικής αφήγησης: συγκρίνει μισθούς και τιμές χωριστά αντί να συγκρίνει το ένα με το άλλο.
Ένα προϊόν που κοστίζει 1,20 ευρώ στη Γερμανία μπορεί να είναι οικονομικά φθηνότερο για τον Γερμανό εργαζόμενο από ένα προϊόν του ενός ευρώ στην Ελλάδα, εφόσον απαιτεί μικρότερο μέρος της ώρας εργασίας του.
Η τιμή είναι ένα μέγεθος. Η σχέση τιμής προς εισόδημα είναι το άλλο. Και αυτή η σχέση είναι που ενδιαφέρει τον άνθρωπο.
Το σούπερ μάρκετ δεν διαβάζει δελτία Τύπου
Υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να καταλάβουμε την πραγματική αγοραστική δύναμη. Να ανοίξουμε τις σελίδες των σούπερ μάρκετ. Όχι να πάρουμε έναν γενικό δείκτη και να τον αφήσουμε να μιλήσει για εμάς. Να πάρουμε τα ίδια προϊόντα. Γάλα. Ψωμί. Αυγά. Κρέας. Ρύζι. Ζυμαρικά. Καφέ. Τυρί. Απορρυπαντικό. Είδη προσωπικής υγιεινής. Και να δούμε πόσο κοστίζουν στην Ελλάδα και πόσο στη Γερμανία. Μετά να πάρουμε τον μισθό ανά ώρα.
Τότε ξαφνικά η συζήτηση γίνεται πολύ λιγότερο ιδεολογική. Γιατί μπορείς να πεις στον Έλληνα «ο πληθωρισμός έπεσε». Εκείνος όμως θα σου απαντήσει ότι το προϊόν που αγόραζε με Χ ευρώ πριν από μερικά χρόνια σήμερα κοστίζει πολύ περισσότερο. Και δεν έχει άδικο.
Η μείωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει μείωση των τιμών. Σημαίνει ότι οι τιμές αυξάνονται πιο αργά. Αυτό είναι μια από τις πιο μεγάλες επικοινωνιακές απάτες της σύγχρονης οικονομικής πολιτικής: όταν ο πληθωρισμός από 8% πέσει στο 3%, ο πολιτικός μπορεί να παρουσιάσει την εξέλιξη ως «αποκλιμάκωση των τιμών». Ο πολίτης όμως συνεχίζει να πληρώνει το νέο, υψηλότερο επίπεδο τιμών.
Και όταν οι τιμές έχουν ήδη ανέβει σημαντικά, μια χαμηλότερη νέα αύξηση δεν επιστρέφει την τιμή πίσω. Αυτό δεν είναι θέμα άποψης. Είναι μαθηματικά.
Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε ακόμη και το 2026 νέες αυξήσεις στις τιμές, με τον ετήσιο πληθωρισμό να φτάνει το 5,4% τον Απρίλιο.
Άρα όταν ένας πολίτης λέει ότι «ο μισθός μου αυξήθηκε αλλά δεν αισθάνομαι πλουσιότερος», η απάντηση δεν είναι να του εξηγήσουμε ότι δεν καταλαβαίνει την οικονομία. Η απάντηση είναι να μετρήσουμε.
Η περίφημη αγοραστική δύναμη
Εδώ βρίσκεται και το σημείο στο οποίο πρέπει να είμαστε ακριβείς με το 38%. Η εκτίμηση ότι από το 2013 μέχρι σήμερα η πραγματική αγοραστική δύναμη έχει υποστεί απώλεια 38% δεν πρέπει να εμφανιστεί ως μια πολιτική ατάκα. Πρέπει να συνοδεύεται από τη μεθοδολογία. Ποιο εισόδημα παίρνουμε ως βάση; Ποιο έτος; Ποιον δείκτη τιμών; Ποιο καλάθι; Ποια στάθμιση; Υπολογίζουμε πραγματικό μισθό ή πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα; Περιλαμβάνουμε φόρους και εισφορές; Μιλάμε για συγκεκριμένο εισοδηματικό κλιμάκιο ή για μέσο εργαζόμενο;
Αυτό είναι που κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια σοβαρή οικονομική έρευνα και σε μια πολιτική καταγγελία. Αλλά η ουσία δεν αλλάζει: το γεγονός ότι ο ονομαστικός μισθός αυξήθηκε δεν αποδεικνύει ότι αυξήθηκε αντίστοιχα η πραγματική αγοραστική δύναμη. Και αν η πραγματική σχέση εισοδήματος προς κόστος ζωής έχει επιδεινωθεί κατά 38% για το συγκεκριμένο καλάθι και τη συγκεκριμένη μεθοδολογία, τότε αυτό το 38% πρέπει να γραφτεί. Όχι 35%. Όχι «περίπου». Όχι «σε επίπεδα της τάξης του». 38%. Αλλά μαζί με τον υπολογισμό.
Γιατί θέλουμε να μπορούμε να κοιτάξουμε οποιοδήποτε οικονομικό επιτελείο και να του πούμε: ιδού η εξίσωση. Αν διαφωνείς, χτύπα την εξίσωση. Όχι τον αρθρογράφο.
Και μετά ήρθε η στέγη
Η Ελλάδα έχει ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με επίδομα. Το σπίτι.
Εδώ η πολιτική συζήτηση κάνει συχνά ένα ακόμη κόλπο. Μιλάει για την «αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης» σαν να είναι ζήτημα επιδομάτων. Δεν είναι μόνο ζήτημα επιδομάτων. Είναι πρωτίστως ζήτημα προσφοράς.
Αν υπάρχουν 100 σπίτια και 150 άνθρωποι που τα χρειάζονται, κάποιος θα μείνει εκτός. Αν το κράτος δώσει στους 150 ανθρώπους περισσότερα χρήματα αλλά τα σπίτια παραμείνουν 100, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πέσουν τα ενοίκια. Μπορεί να συμβεί το αντίθετο. Ένα μέρος της επιδότησης μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί στην τιμή του ενοικίου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα επιδόματα είναι άχρηστα. Σημαίνει ότι δεν είναι από μόνα τους πολιτική προσφοράς κατοικίας.
Γι’ αυτό και ακόμη και οι κυβερνητικές προτάσεις για τη ΔΕΘ 2026 περιλαμβάνουν παρεμβάσεις που υποτίθεται ότι κινούνται προς την πλευρά της προσφοράς, όπως κίνητρα για κλειστά ακίνητα και οικοδομή. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι ένα: πόσα πραγματικά σπίτια θα επιστρέψουν στην αγορά; Γιατί η ανακοίνωση δεν είναι σπίτι. Το επίδομα δεν είναι σπίτι. Η φοροαπαλλαγή δεν είναι σπίτι. Το σπίτι είναι σπίτι. Και αυτό είναι που λείπει.
Το ηλεκτρικό ρεύμα και το μεγάλο ελληνικό ενεργειακό μυστήριο
Μετά έχουμε την ενέργεια. Εδώ η πολιτική συζήτηση έχει φτάσει σε επίπεδο όπου όλοι μπορούν να πουν «θα μειώσουμε το ρεύμα» χωρίς να εξηγούν ποιο ακριβώς κομμάτι της τιμής θα μειώσουν.
Η τελική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι μόνο η χονδρεμπορική τιμή. Υπάρχουν η παραγωγή, η προμήθεια, τα δίκτυα, οι φόροι, οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις και άλλες επιβαρύνσεις. Και στην ευρωπαϊκή αγορά υπάρχει ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: η οριακή τιμολόγηση.
Όταν η μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση είναι μονάδα φυσικού αερίου, η τιμή του φυσικού αερίου μπορεί να επηρεάσει την οριακή τιμή της αγοράς, ακόμη κι αν μεγάλο μέρος της παραγωγής προέρχεται από φθηνότερες τεχνολογίες. Αυτό σημαίνει ότι το «έχουμε πολλές ΑΠΕ» δεν αρκεί. Χρειάζεσαι ΑΠΕ, αλλά χρειάζεσαι και αποθήκευση. Χρειάζεσαι δίκτυα. Χρειάζεσαι διασυνδέσεις. Χρειάζεσαι ευελιξία. Χρειάζεσαι επάρκεια. Και χρειάζεσαι μικρότερη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα. Αλλιώς μπορεί να παράγεις πολύ φθηνή ηλεκτρική ενέργεια σε κάποιες ώρες και να εξακολουθείς να έχεις ακριβό σύστημα συνολικά.
Και εδώ έρχεται η Γερμανία, η οποία μας προσφέρει ένα εξαιρετικό μάθημα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι «οι Γερμανοί έχουν φθηνότερο ρεύμα επειδή είναι Γερμανοί». Το αντίθετο: το δεύτερο εξάμηνο του 2025 η Γερμανία είχε από τις υψηλότερες οικιακές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 28,96 ευρώ ανά 100 kWh.
Άρα η σύγκριση πρέπει να γίνει αλλιώς. Πόσες κιλοβατώρες αγοράζει μία ώρα εργασίας; Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο. Αν ο Γερμανός πληρώνει ακριβότερη κιλοβατώρα αλλά κερδίζει πολύ περισσότερα ανά ώρα εργασίας, μπορεί τελικά να διαθέτει μεγαλύτερη πραγματική ενεργειακή αγοραστική δύναμη. Και αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε σε όλες τις συγκρίσεις. Όχι «ποιος έχει φθηνότερο προϊόν». Ποιος χρειάζεται λιγότερη εργασία για να το αγοράσει.
Η χώρα που αγοράζει περισσότερα απ’ όσα πουλάει
Και τώρα φτάνουμε σε ένα θέμα που σπάνια χωράει σε προεκλογική ομιλία επειδή χαλάει το κλίμα. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει μεγάλο εξωτερικό έλλειμμα. Το 2025 το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε σε περίπου 14,1 δισ. ευρώ, ενώ το 2026 οι πιέσεις συνεχίστηκαν. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί το μέγεθος αυτό ακριβώς επειδή αποτυπώνει μια κρίσιμη σχέση της ελληνικής οικονομίας με τον υπόλοιπο κόσμο.
Και εδώ βρίσκεται μια αλήθεια που κανένα κόμμα δεν θέλει ιδιαίτερα να εξηγήσει στον πολίτη. Αν αυξήσεις την κατανάλωση χωρίς να αυξήσεις την εγχώρια παραγωγή, ένα μέρος της πρόσθετης ζήτησης θα πάει σε εισαγόμενα προϊόντα. Αν αυξήσεις τα εισοδήματα και οι άνθρωποι αγοράσουν περισσότερα αυτοκίνητα, ηλεκτρονικά, καύσιμα, πρώτες ύλες και άλλα εισαγόμενα προϊόντα, η αύξηση της κατανάλωσης δεν μετατρέπεται ολόκληρη σε ελληνική παραγωγή.
Γι’ αυτό η μόνιμη αύξηση της ευημερίας απαιτεί παραγωγικότητα. Πρέπει να παράγουμε περισσότερο ανά ώρα εργασίας. Πρέπει να εξάγουμε περισσότερα. Πρέπει να έχουμε προϊόντα και υπηρεσίες που μπορούν να πουληθούν εκτός Ελλάδας. Δεν μπορείς να οικοδομήσεις διαρκή ευημερία μόνο με μεγαλύτερη εσωτερική κατανάλωση. Μπορείς να κάνεις πάρτι. Δεν μπορείς να το πληρώνεις για πάντα.
Και τώρα ας μιλήσουμε για τους φόρους
Εδώ η πολιτική γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Κάθε κυβέρνηση θέλει να μειώσει φόρους. Κάθε αντιπολίτευση θέλει να μειώσει ακόμη περισσότερους. Το πρόβλημα είναι ότι όλοι θέλουν ταυτόχρονα να αυξήσουν τις δαπάνες. Άρα κάποιος πρέπει να πληρώσει.
Η κυβέρνηση λέει: ανάπτυξη. Η αντιπολίτευση λέει: φορολογήστε τον πλούτο. Ο ένας λέει: καταπολέμηση φοροδιαφυγής. Ο άλλος λέει: ανακατανομή. Όλα αυτά μπορούν να έχουν οικονομική βάση. Αλλά κανένα δεν είναι μαγικό. Η φοροδιαφυγή μπορεί να περιοριστεί, αλλά δεν είναι ανεξάντλητο ΑΤΜ. Η φορολόγηση του πλούτου μπορεί να αυξήσει έσοδα, αλλά εξαρτάται από τη φορολογική βάση, τις αποτιμήσεις, τη συμπεριφορά των φορολογουμένων και την αποτελεσματικότητα είσπραξης. Η ανάπτυξη αυξάνει τα φορολογικά έσοδα, αλλά η ανάπτυξη δεν είναι κουμπί που πατάς. Και η μείωση ενός φορολογικού συντελεστή μπορεί να αυξήσει τη δραστηριότητα, αλλά δεν σημαίνει ότι κάθε μείωση φόρου αυτοχρηματοδοτείται.
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να τελειώσει η πολιτική λογική «θα το πληρώσει η ανάπτυξη». Ποια ανάπτυξη; Πόση; Με τι επενδύσεις; Σε ποιον κλάδο; Με ποια παραγωγικότητα; Σε πόσα χρόνια; Και πόσο από το επιπλέον εισόδημα θα επιστρέψει στο κράτος μέσω φόρων; Αν δεν υπάρχουν απαντήσεις, δεν έχουμε οικονομικό σχέδιο. Έχουμε ευχή.
Η ΔΕΘ ως έκθεση μαγειρικής
Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στις φακές. Γιατί τελικά αυτό είναι το πιο τίμιο μοντέλο οικονομικής πολιτικής που μπορούμε να προτείνουμε. Έχεις μία κατσαρόλα. Έχεις συγκεκριμένες φακές. Έχεις συγκεκριμένο νερό. Έχεις συγκεκριμένο κόστος. Και πρέπει να ταΐσεις συγκεκριμένο αριθμό ανθρώπων.
Δεν μπορείς να ανακοινώσεις ότι θα φάνε όλοι περισσότερο χωρίς να αυξήσεις την ποσότητα. Δεν μπορείς να πεις ότι θα μειώσεις το κόστος χωρίς να εξηγήσεις πώς. Δεν μπορείς να υποσχεθείς ότι θα έχεις περισσότερες φακές χωρίς να πεις πού θα τις βρεις. Και κυρίως δεν μπορείς να παρουσιάσεις το μέγεθος της κατσαρόλας ως απόδειξη ότι όλοι έφαγαν περισσότερο. Αυτό ακριβώς κάνουμε με το ΑΕΠ.
Η οικονομία μπορεί να μεγαλώνει. Το ερώτημα είναι ποιος παίρνει τι από αυτή την αύξηση. Μπορεί να αυξάνεται ο μέσος μισθός. Το ερώτημα είναι πόσο αυξήθηκε ο μισθός εκείνου που βρίσκεται χαμηλά στην κατανομή. Μπορεί να μειώνεται ο πληθωρισμός. Το ερώτημα είναι πόσο έχουν ήδη αυξηθεί οι τιμές. Μπορεί να αυξάνεται η απασχόληση. Το ερώτημα είναι τι μισθούς και τι παραγωγικότητα παράγει η νέα απασχόληση. Μπορεί να αυξάνονται οι επενδύσεις. Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για παραγωγικές επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγική ικανότητα ή για δραστηριότητες που απλώς ανεβάζουν την αξία υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων. Μπορεί να αυξάνονται οι τουριστικές εισπράξεις. Το ερώτημα είναι πόσο από το εισόδημα μένει στην ελληνική οικονομία και πόσο φεύγει μέσω εισαγωγών.
Αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό πρόγραμμα. Όχι «θα δώσουμε». Αλλά: Ποιος δίνει; Ποιος παίρνει; Πόσο κοστίζει; Πόσο διαρκεί; Τι αποτέλεσμα παράγει; Και τι συμβαίνει μετά;
Το πρόγραμμα που θα έπρεπε να παρουσιάσουν όλοι
Αν θέλουμε πραγματικά να σώσουμε τη χώρα, το πρώτο μέτρο δεν είναι άλλη μία αύξηση μισθού. Είναι να αυξηθεί η παραγωγικότητα. Γιατί χωρίς παραγωγικότητα, ο υψηλότερος μισθός μπορεί να μετατραπεί σε υψηλότερο κόστος παραγωγής και τελικά σε υψηλότερες τιμές. Το δεύτερο δεν είναι άλλη μία επιδότηση ενοικίου. Είναι να αυξηθεί η προσφορά κατοικίας. Το τρίτο δεν είναι άλλη μία επιδότηση ρεύματος. Είναι να μειωθεί το πραγματικό κόστος του ενεργειακού συστήματος. Το τέταρτο δεν είναι άλλη μία γενική φορολογική ανακοίνωση. Είναι να σχεδιαστεί η φορολογία με βάση το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και την παραγωγική δραστηριότητα. Το πέμπτο δεν είναι άλλη μία επιταγή. Είναι να αυξηθούν οι εξαγωγές. Το έκτο δεν είναι να πανηγυρίζουμε επειδή αυξήθηκε ο μέσος όρος. Είναι να μετράμε τη διάμεσο και την κατανομή. Το έβδομο είναι να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την οικονομία σαν ένα τηλεπαιχνίδι όπου κερδίζει όποιος υποσχεθεί τα περισσότερα.
Γιατί δεν υπάρχει μέτρο χωρίς κόστος. Υπάρχει μόνο κόστος που φαίνεται και κόστος που κρύβεται. Μπορεί να το πληρώσει ο φορολογούμενος. Μπορεί να το πληρώσει ο καταναλωτής. Μπορεί να το πληρώσει ο εργαζόμενος. Μπορεί να το πληρώσει ο μελλοντικός φορολογούμενος μέσω χρέους. Μπορεί να το πληρώσει η οικονομία μέσω πληθωρισμού. Αλλά κάποιος το πληρώνει. Πάντα.
Το τελευταίο πρόβλημα: ποιος μας ταΐζει;
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πολιτικούς που θα υποσχεθούν ότι θα γεμίσουν την κατσαρόλα. Χρειάζεται πολιτικούς που θα εξηγήσουν πώς θα παράγουμε περισσότερες φακές. Αυτό είναι το δύσκολο. Το εύκολο είναι να μοιράσεις την κατσαρόλα. Το δύσκολο είναι να αυξήσεις την παραγωγή.
Και αυτό απαιτεί πράγματα που δεν κάνουν καλό τηλεοπτικό σόου: εκπαίδευση, παραγωγικότητα, τεχνολογία, υποδομές, ενέργεια, βιομηχανία, εξαγωγές, ταχύτητα δικαιοσύνης, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, σοβαρό χωροταξικό σχεδιασμό, κεφάλαια και σταθερούς κανόνες. Δεν είναι sexy. Δεν γίνεται σύνθημα. Δεν χωράει εύκολα σε ένα χειροκρότημα. Αλλά δουλεύει.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη πολιτική απάτη της εποχής της ΔΕΘ. Μας παρουσιάζουν το αποτέλεσμα χωρίς να μας παρουσιάζουν τον μηχανισμό.
«Θα αυξηθούν οι μισθοί.» Πώς;
«Θα μειωθούν οι φόροι.» Με τι χρηματοδότηση;
«Θα πέσουν τα ενοίκια.» Με πόσα καινούργια σπίτια;
«Θα πέσει το ρεύμα.» Με ποια αλλαγή στο ενεργειακό κόστος;
«Θα αυξηθεί η αγοραστική δύναμη.» Πόσο για το κάτω 50%; Πόσο για το κάτω 67%; Πόσο για τον διάμεσο εργαζόμενο;
«Θα έχουμε ανάπτυξη.» Ανάπτυξη από πού;
«Θα αυξηθούν τα έσοδα.» Από ποια φορολογική βάση;
«Θα μειωθεί το έλλειμμα.» Με ποια σχέση εισαγωγών και εξαγωγών;
Και αν η απάντηση είναι «θα δούμε», τότε δεν έχουμε πρόγραμμα. Έχουμε προεκλογική μαγειρική.
Και γι’ αυτό το μοναδικό πραγματικά ρεαλιστικό οικονομικό πρόγραμμα που μπορούμε να καταθέσουμε στη φετινή ΔΕΘ είναι το εξής: 30 τρόποι να μαγειρέψεις τις φακές για να σώσεις τη χώρα σου.
Δεν είναι αστείο επειδή μιλάει για φακές. Είναι αστείο επειδή, σε αντίθεση με πολλά πολιτικά προγράμματα, οι φακές έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο πλεονέκτημα. Ξέρουμε ακριβώς πόσες έχουμε. Ξέρουμε πόσους πρέπει να ταΐσουμε. Ξέρουμε πόσο νερό χρειάζονται. Ξέρουμε πόσο κοστίζουν. Και ξέρουμε ότι αν έχουμε μία κατσαρόλα για τέσσερις ανθρώπους, δεν μπορούμε να ταΐσουμε δεκατέσσερις απλώς ανακοινώνοντας ότι η κατσαρόλα μεγάλωσε.
Κάποια στιγμή πρέπει να μπουν περισσότερες φακές. Κι αν δεν υπάρχουν περισσότερες φακές, πρέπει να το πεις.
Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία. Δεν είναι αντικυβερνητική προπαγάνδα. Δεν είναι αντιπολιτευτική προπαγάνδα. Δεν είναι αριστερή οικονομία. Δεν είναι δεξιά οικονομία. Είναι οικονομία.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μόνο πραγματικά ριζοσπαστικό πρόγραμμα που θα μπορούσε να παρουσιαστεί στη ΔΕΘ: Να σταματήσουμε να μετράμε πόσο όμορφα φαίνεται η κατσαρόλα από μακριά και να αρχίσουμε να μετράμε πόσες φακές έχει μέσα.
Γιατί ο πολίτης δεν τρώει τον μέσο όρο. Δεν πληρώνει το ΑΕΠ. Δεν κατοικεί στον δείκτη ανάπτυξης. Δεν ανάβει τον πληθωρισμό στο σαλόνι. Δεν πληρώνει τη χονδρεμπορική τιμή. Δεν τρώει τον δημοσιονομικό χώρο. Ο πολίτης παίρνει έναν μισθό. Πληρώνει ένα ενοίκιο. Αγοράζει τρόφιμα. Πληρώνει ρεύμα. Πληρώνει φόρους. Και στο τέλος του μήνα κοιτάζει τι έμεινε.
Αν λοιπόν η πολιτική θέλει να του πει ότι έγινε πλουσιότερος, υπάρχει ένας εξαιρετικά απλός τρόπος να το αποδείξει. Να του μείνει πράγματι περισσότερο. Όλα τα υπόλοιπα είναι φακές. Και μάλιστα χωρίς λάδι.






