ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣ«Κυρα Λένα, Κυρ-Μήτσο, κάτσε να στα πούμε λιανά»: Τι πραγματικά γίνεται με...

«Κυρα Λένα, Κυρ-Μήτσο, κάτσε να στα πούμε λιανά»: Τι πραγματικά γίνεται με το χρέος, τις «νάρκες» και τα λεφτά σου

Αν ανοίξεις την τηλεόραση αυτές τις ημέρες, θα ακούσεις δύο διαφορετικές ιστορίες.

Η κυβέρνηση σου λέει περίπου ότι η Ελλάδα κάνει μια μεγάλη και υπεύθυνη κίνηση: πληρώνει πρόωρα μέρος του χρέους, γλιτώνει δισεκατομμύρια από τόκους και δεν αφήνει τον λογαριασμό στα παιδιά μας.

Από την άλλη, ακούς από την αντιπολίτευση ότι η κυβέρνηση μαζεύει υπερβολικά μεγάλα πλεονάσματα, παίρνει λεφτά από την κοινωνία και αντί να τα επιστρέψει στους πολίτες τα δίνει στους δανειστές. Και κάπου εκεί αρχίζουν οι υποσχέσεις για μισθούς, συντάξεις, σπίτια, φορολογικές ελαφρύνσεις και ό,τι άλλο μπορεί να χωρέσει σε μια προεκλογική ανακοίνωση.

Ο κυρ-Μήτσος και η κυρά-Μαρίνα, όμως, δεν είναι οικονομολόγοι. Έχουν ένα παιδί που πάει πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο, βλέπουν το ενοίκιο να έχει ξεφύγει, το σούπερ μάρκετ να τους ματώνει και αναρωτιούνται κάτι πολύ απλό:

«Ρε παιδιά, ποιος λέει την αλήθεια; Και τελικά τι γίνεται με τα δικά μας λεφτά;»

Ας αφήσουμε λοιπόν τα κόμματα στην άκρη και ας δούμε τι πραγματικά συμβαίνει.

Πρώτα απ’ όλα, τι πληρώνει η Ελλάδα;

Εδώ υπάρχει η πρώτη μεγάλη παρεξήγηση.

Η Ελλάδα δεν πήρε τώρα 12,84 δισ. ευρώ και είπε «πάμε να ξεχρεώσουμε το χρέος».

Τα 12,84 δισ. ευρώ είναι ένα σύνολο διαφορετικών κινήσεων διαχείρισης του δημόσιου χρέους.

Τα 6,94 δισ. ευρώ αφορούν την πρόωρη αποπληρωμή των διμερών δανείων του GLF, δηλαδή των δανείων που είχαν χορηγήσει τα κράτη της ευρωζώνης στην Ελλάδα στο πρώτο πρόγραμμα στήριξης. Άλλα 2,5 δισ. ευρώ αφορούν πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF. Περίπου 2,2 δισ. ευρώ αφορούν πρόωρη εξόφληση ομολογιακού δανείου του Δημοσίου που κανονικά θα έληγε το 2027, ενώ περίπου 1,2 δισ. ευρώ αφορά μείωση του αποθέματος των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου.

Άρα δεν μιλάμε για «ένα δάνειο».

Μιλάμε για διαφορετικά κομμάτια του δημόσιου χρέους, με διαφορετικούς όρους και διαφορετικές ημερομηνίες λήξης.

Και αυτή η λεπτομέρεια έχει σημασία, γιατί αλλιώς ο πολίτης ακούει «12,84 δισ.» και φαντάζεται ότι η κυβέρνηση είχε 12,84 δισ. ευρώ στην άκρη και αποφάσισε να τα δώσει στους δανειστές.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Η κυβέρνηση έχει δίκιο σε ένα βασικό πράγμα

Η πρόωρη αποπληρωμή μπορεί να είναι οικονομικά συμφέρουσα.

Εάν ένα κράτος μπορεί να εξοφλήσει μια υποχρέωση νωρίτερα και με αυτόν τον τρόπο να αποφύγει μελλοντικούς τόκους, τότε μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι από τις συγκεκριμένες κινήσεις προκύπτει εξοικονόμηση περίπου 370 εκατ. ευρώ τον χρόνο και συνολικό όφελος περίπου 2,6 δισ. ευρώ σε βάθος επταετίας.

Αυτό δεν είναι «λεφτά που βρέθηκαν στο ταμείο».

Είναι τόκοι που υπολογίζεται ότι δεν θα χρειαστεί να πληρώσουμε στο μέλλον.

Και αυτή είναι πραγματική οικονομική ωφέλεια.

Επομένως, όποιος λέει ότι η πρόωρη αποπληρωμή είναι από μόνη της «πέταμα χρημάτων» κάνει λάθος.

Αλλά εδώ αρχίζει και η υπερβολή της κυβερνητικής αφήγησης.

Το να γλιτώνεις τόκους είναι καλό. Δεν σημαίνει ότι έλυσες το οικονομικό πρόβλημα της χώρας.

Η μείωση του χρέους είναι διαχείριση χρέους. Δεν είναι από μόνη της ανάπτυξη.

Και τι γίνεται με τη «δημοσιονομική νάρκη του 2032»;

Εδώ επίσης χρειάζεται να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.

Το 2032 δεν είναι κάποια ημερομηνία που ανακαλύψαμε ξαφνικά το 2026 και τότε θα χτυπήσει μια βόμβα στα δημόσια οικονομικά.

Η Ελλάδα γνωρίζει εδώ και χρόνια ότι μετά την περίοδο χάριτος των δανείων του EFSF θα αρχίσουν να αυξάνονται οι σχετικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις.

Άρα το 2032 είναι γνωστό χαρακτηριστικό της δομής του ελληνικού χρέους, όχι άγνωστη «νάρκη».

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προετοιμαζόμαστε.

Σημαίνει ότι δεν πρέπει να τρομοκρατούμε τον πολίτη παρουσιάζοντας κάτι που είναι γνωστό και ενσωματωμένο στον σχεδιασμό του χρέους ως ξαφνική καταστροφή που περιμένει τη χώρα στη γωνία.

Η Ελλάδα πρέπει να διαχειρίζεται το χρέος της έτσι ώστε όταν έρθουν οι μεγαλύτερες υποχρεώσεις, η οικονομία να είναι ισχυρότερη και το κόστος εξυπηρέτησης διαχειρίσιμο.

Αυτό είναι σοβαρή οικονομική πολιτική.

Το «σώσαμε τα παιδιά μας από τη νάρκη» είναι επικοινωνία.

Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχει και η άλλη παπάτζα

Η αντιπολίτευση έχει ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα:

Μήπως τα διαθέσιμα του κράτους θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά;

Φυσικά και μπορούν να τεθούν τέτοια ερωτήματα.

Αλλά από εκεί μέχρι το «δώστε τα λεφτά στον κόσμο» υπάρχει τεράστια απόσταση.

Γιατί τα 12,84 δισ. ευρώ δεν είναι ένα ποσό που μπορεί να μετατραπεί αυτομάτως σε μόνιμες αυξήσεις μισθών και συντάξεων.

Και εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες παγίδες της σημερινής πολιτικής συζήτησης.

Άλλο εφάπαξ δημοσιονομικός χώρος και άλλο μόνιμη δαπάνη.

Αν το κράτος δώσει σήμερα ένα δισεκατομμύριο ευρώ ως έκτακτη ενίσχυση, η δαπάνη τελειώνει όταν πληρωθεί.

Αν δώσει μόνιμη αύξηση σε μισθούς ή συντάξεις, δημιουργεί μια υποχρέωση που θα πρέπει να χρηματοδοτείται κάθε χρόνο.

Το 2027.

Το 2028.

Το 2029.

Και μετά.

Επομένως, όποιος υπόσχεται μόνιμες παροχές πρέπει να απαντήσει στο απλό ερώτημα:

Από πού θα πληρώνονται κάθε χρόνο;

Όχι «πού θα βρούμε τα λεφτά φέτος».

Πού θα βρίσκονται τα λεφτά κάθε χρόνο;

Εκεί τελειώνει η παροχολογία και αρχίζει η οικονομική πολιτική.

Και όχι, οι παροχές δεν δημιουργούν πλούτο

Αυτό είναι ίσως το σημείο που η πολιτική συζήτηση αποφεύγει συστηματικά.

Μια αύξηση σύνταξης μπορεί να είναι κοινωνικά αναγκαία.

Μια αύξηση μισθού μπορεί να είναι απολύτως δικαιολογημένη.

Μια στεγαστική ενίσχυση μπορεί να βοηθήσει μια οικογένεια.

Αλλά καμία από αυτές τις πράξεις από μόνη της δεν παράγει νέο πλούτο.

Αναδιανέμει ή καταναλώνει ήδη υπάρχον εισόδημα.

Ο πλούτος δημιουργείται όταν η χώρα παράγει περισσότερο και καλύτερα: όταν μια επιχείρηση επενδύει, όταν αυξάνεται η παραγωγικότητα, όταν δημιουργείται νέα παραγωγή, όταν αυξάνονται οι εξαγωγές, όταν δημιουργούνται προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης αξίας.

Αν η Ελλάδα θέλει να μπορεί να πληρώνει καλύτερους μισθούς και καλύτερες συντάξεις για δεκαετίες, πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη παραγωγική βάση.

Δεν μπορεί να στηρίζει μόνιμα αυξανόμενη κατανάλωση σε ένα κράτος που απλώς αναδιανέμει ό,τι έχει ήδη.

Και το στεγαστικό δεν λύνεται μόνο με επιδόματα

Εδώ ο κυρ-Μήτσος το καταλαβαίνει αμέσως.

Το παιδί του χρειάζεται σπίτι για να σπουδάσει.

Αν το κράτος δώσει επίδομα ενοικίου σε χιλιάδες φοιτητές, αυτό ανακουφίζει τους φοιτητές και τις οικογένειές τους.

Αλλά αν τα διαθέσιμα σπίτια παραμείνουν τα ίδια, ενώ περισσότεροι άνθρωποι έχουν πλέον τη δυνατότητα να πληρώσουν υψηλότερο ενοίκιο, ένα μέρος της ενίσχυσης μπορεί να περάσει τελικά στις τιμές των ακινήτων.

Γι’ αυτό σοβαρή στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να είναι μόνο «δώσε λεφτά στον ενοικιαστή».

Πρέπει να αυξήσει και την προσφορά κατοικίας.

Να αξιοποιήσει κλειστά και δημόσια ακίνητα, να δημιουργήσει κοινωνική και φοιτητική κατοικία, να ενισχύσει την κατασκευή και τη μακροχρόνια μίσθωση και να αντιμετωπίσει τις πραγματικές αιτίες της στεγαστικής κρίσης.

Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να επιδοτούμε τελικά την ίδια την ακρίβεια που προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε.

Αλλά και η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από το χρέος

Εδώ είναι που η κριτική πρέπει να πάει και προς την κυβέρνηση.

Το να μειώνεις το χρέος είναι καλό.

Το να μειώνεις τους τόκους είναι καλό.

Το να δημιουργείς δημοσιονομικό χώρο είναι καλό.

Αλλά τι κάνεις μετά με αυτόν τον χώρο;

Εάν η απάντηση είναι απλώς «συνεχίζουμε να μαζεύουμε πλεονάσματα και να μειώνουμε το χρέος», τότε έχουμε μια χώρα που βελτιώνει συνεχώς τον ισολογισμό της αλλά δεν απαντά στο πρόβλημα της καθημερινής οικονομίας.

Ούτε ο κυρ-Μήτσος ζει στον ισολογισμό του υπουργείου Οικονομικών ούτε η κυρά-Μαρίνα πληρώνει το ενοίκιο της με δείκτη χρέους προς ΑΕΠ.

Τους ενδιαφέρει αν μπορούν να πληρώσουν το σπίτι.

Αν μπορούν να σπουδάσουν τα παιδιά.

Αν μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα.

Αν μπορούν να πληρώσουν το ρεύμα.

Αν στο τέλος του μήνα μένει κάτι στην τσέπη.

Και εδώ η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει αναπτυξιακό σχέδιο, όχι μόνο σχέδιο δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Τι θα έπρεπε λοιπόν να κάνει η Ελλάδα;

Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στο «δώστα όλα» ούτε στο «κράτα τα όλα για να μειώσουμε το χρέος».

Η Ελλάδα πρέπει να κάνει αυτό που θα έκανε οποιοσδήποτε νοικοκύρης που έχει χρέος αλλά ταυτόχρονα έχει ένα σπίτι που χρειάζεται επισκευές.

Να μειώνει τις ακριβές υποχρεώσεις της όταν αυτό πραγματικά συμφέρει, αλλά ταυτόχρονα να επενδύει σε εκείνα που αυξάνουν το εισόδημά της.

Γιατί αν έχεις ένα δάνειο και κάθε χρόνο γλιτώνεις τόκους, αλλά δεν αυξάνεις ποτέ το εισόδημά σου, δεν έχεις λύσει το βασικό σου πρόβλημα.

Το ίδιο ισχύει για μια χώρα.

Η πρόωρη αποπληρωμή πρέπει να κρίνεται με βάση το πραγματικό κόστος της, την εξοικονόμηση τόκων και τη διατήρηση επαρκούς ταμειακού αποθέματος.

Ταυτόχρονα, ο δημοσιονομικός χώρος που δημιουργείται πρέπει να κατευθύνεται σε παραγωγικές επενδύσεις και στοχευμένες ελαφρύνσεις, όχι σε έναν ατελείωτο διαγωνισμό παροχών.

Και αν υπάρχουν περιθώρια για μόνιμες φορολογικές μειώσεις, αυτές πρέπει να σχεδιάζονται έτσι ώστε να είναι πραγματικά βιώσιμες μέσα στο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Γιατί η μείωση φόρων που δεν μπορεί να διατηρηθεί δεν είναι φορολογική πολιτική.

Είναι προεκλογικό πυροτέχνημα.

Και τελικά ποιος κοροϊδεύει τον κυρ-Μήτσο;

Η αλήθεια είναι ότι κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν έχει το δικαίωμα να του πουλήσει εύκολες απαντήσεις.

Η κυβέρνηση κάνει μια πραγματική και δυνητικά επωφελή κίνηση διαχείρισης του χρέους, αλλά την παρουσιάζει μερικές φορές σαν να ανακάλυψε τώρα τη «νάρκη» του 2032 και να έσωσε οριστικά τις επόμενες γενιές.

Η αντιπολίτευση έχει κάθε δικαίωμα να αμφισβητεί την επιλογή και να προτείνει διαφορετική χρήση των δημοσιονομικών πόρων. Όταν όμως η απάντηση γίνεται ένας πλειστηριασμός μόνιμων παροχών χωρίς καθαρή και διαρκή χρηματοδότηση, τότε δεν έχουμε εναλλακτική οικονομική πολιτική.

Έχουμε παροχολογία.

Και ο κυρ-Μήτσος δεν χρειάζεται ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Χρειάζεται μια χώρα που θα μειώνει το κόστος του χρέους της χωρίς να ξεχνά ότι πρέπει να παράγει πλούτο.

Χρειάζεται λιγότερη φορολογική πίεση εκεί όπου αυτή πνίγει την οικονομία, αλλά και σοβαρές επενδύσεις σε παραγωγή, ενέργεια, υποδομές, τεχνολογία, παιδεία και κατοικία.

Και κυρίως χρειάζεται να σταματήσουμε να του λέμε ότι η λύση βρίσκεται είτε σε ένα ακόμη επίδομα είτε σε έναν ακόμη πανηγυρισμό για το χρέος.

Γιατί το παιδί του κυρ-Μήτσου που ξεκινά σήμερα το πανεπιστήμιο δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα αν η Ελλάδα θα έχει έναν καλύτερο πίνακα χρέους το 2032.

Θέλει, όταν τελειώσει το πανεπιστήμιο, να μπορεί να βρει δουλειά που να του επιτρέπει να νοικιάσει σπίτι και να ζήσει αξιοπρεπώς.

Και αυτό δεν θα το πετύχουμε ούτε μοιράζοντας λεφτά που δεν υπάρχουν ούτε πληρώνοντας κάθε διαθέσιμο ευρώ στους δανειστές.

Θα το πετύχουμε όταν η Ελλάδα αρχίσει να παράγει περισσότερο πλούτο, περισσότερη παραγωγή και περισσότερες ευκαιρίες.

Αυτός είναι ο πραγματικός λογαριασμός που πρέπει να αφήσουμε στα παιδιά μας.

Όχι απλώς μικρότερο χρέος. Μια μεγαλύτερη και ισχυρότερη οικονομία.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ