Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται σε προχωρημένες συνομιλίες με την προσωρινή κυβέρνηση της Βενεζουέλας για την απόκτηση μεριδίου ιδιοκτησίας σε πετρελαϊκά κοιτάσματα συνολικού αποθέματος 90 δισεκατομμυρίων βαρελιών. Η συμφωνία, που σύμφωνα με το Axios βρίσκεται στα σκαριά, θα υπερδιπλασιάσει τα αποθέματα πετρελαίου των ΗΠΑ και θα αποτελέσει ίσως την πιο σημαντική παρακαταθήκη της προεδρίας Τραμπ, ενώ παράλληλα φέρνει στο προσκήνιο ένα νέο γεωπολιτικό παιχνίδι στην ενεργειακή σκακιέρα της Λατινικής Αμερικής.
Δημήτρης Γιαλουράκης | 28.08.2026 Γεωπολιτική
Σε μια κίνηση που αναμένεται να αναδιατάξει τον ενεργειακό χάρτη του Δυτικού Ημισφαιρίου, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις με την προσωρινή κυβέρνηση της Βενεζουέλας για την απόκτηση μεριδίου ιδιοκτησίας σε πετρελαϊκά κοιτάσματα της νοτιοαμερικανικής χώρας. Σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ του Axios, το οποίο επικαλείται δύο Αμερικανούς αξιωματούχους, οι συνομιλίες βρίσκονται σε κρίσιμο στάδιο και αφορούν περισσότερα από δώδεκα παραγωγικά πεδία με συνολικά αποθέματα που φτάνουν τα 90 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Το μέγεθος της συμφωνίας είναι τέτοιο που θα υπερδιπλασιάσει τα αποθέματα πετρελαίου των ΗΠΑ, σύμφωνα με το Axios, ενώ ένας Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε χαρακτηριστικά: «Ο πρόεδρος Τραμπ είναι κοντά στο να εξασφαλίσει το ενεργειακό μέλλον της Αμερικής για γενιές, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά σε ολόκληρο το ημισφαίριο». Η συμφωνία αυτή, εάν ευοδωθεί, θα αποτελέσει ίσως την κορυφαία παρακαταθήκη της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει θέσει στο επίκεντρο της πολιτικής του την ενεργειακή ασφάλεια και την κυριαρχία των ΗΠΑ στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Οι συνομιλίες και το παρασκήνιο
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Axios, οι συνομιλίες βρίσκονται ακόμη υπό επεξεργασία, αλλά έχουν λάβει ώθηση από την πρόσφατη σύλληψη του πρώην ισχυρού άνδρα της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος κατηγορείται για ναρκοτρομοκρατία στη Νέα Υόρκη. Στην ηγεσία των διαπραγματεύσεων βρίσκονται ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, και η υπηρεσιακή πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες.
Την περασμένη εβδομάδα, ανώτεροι αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου συναντήθηκαν με τους ομολόγους τους στο Καράκας για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες. Ο υφυπουργός Εσωτερικών και επικεφαλής του επιτελείου του Λευκού Οίκου, Στίβεν Μίλερ, διαδραματίζει επίσης καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Το ακριβές χρονοδιάγραμμα για την οριστικοποίηση της συμφωνίας παραμένει ασαφές, ωστόσο ο υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, εξετάζει το ενδεχόμενο επίσκεψης στη Βενεζουέλα την επόμενη εβδομάδα.
Το αντάλλαγμα και οι αντιδράσεις
Σε αντάλλαγμα για την παραχώρηση μεριδίου ιδιοκτησίας, ιδιωτικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων αμερικανικών επιχειρήσεων, θα αναπτύξουν τα κοιτάσματα και θα αποδώσουν έσοδα από το πετρέλαιο στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας. Η Ουάσινγκτον είναι ευαίσθητη στις κατηγορίες ότι η συμφωνία θα στερήσει από τη Βενεζουέλα τους φυσικούς της πόρους. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά αξιωματούχος στο Axios: «Θα κάνουμε τα πάντα για να δείξουμε πώς αυτό θα ωφελήσει τον λαό της Βενεζουέλας, γιατί θα το κάνει».
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Τραμπ συζητούσε ιδιωτικά τρόπους απόκτησης μεριδίου στα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βενεζουέλας ακόμη και πριν εγκρίνει τη σύλληψη του Μαδούρο στις 3 Ιανουαρίου. Ο τομέας του πετρελαίου στη Βενεζουέλα είχε περιέλθει σε σχετική παρακμή λόγω της σοσιαλιστικής διαχείρισης του Μαδούρο και του προκατόχου του, Ούγκο Τσάβες, μετά το 1999.
Η σημασία των κοιτασμάτων και το γεωπολιτικό στίγμα
Τα κοιτάσματα που βρίσκονται στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων ανήκαν σε Βενεζουελάνους πρώην προσκείμενους στα κέντρα εξουσίας και σε συμφέροντα που ελέγχονταν από την Κίνα. Η συμφωνία αυτή, η οποία δεν αφορά το σύνολο των περίπου 300 δισεκατομμυρίων βαρελιών που διαθέτει η Βενεζουέλα, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια σημαντική μετατόπιση των ισορροπιών στην περιοχή, απομακρύνοντας τα πετρελαϊκά συμφέροντα από την Κίνα και εντάσσοντάς τα στην αμερικανική σφαίρα επιρροής.
Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η συμφωνία θα αντιμετωπίσει νομικά ή πολιτικά εμπόδια, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στη διεθνή κοινότητα, καθώς και πώς θα αντιδράσουν οι υπόλοιποι παίκτες της παγκόσμιας ενεργειακής σκακιέρας, όπως η Ρωσία και η Κίνα, σε αυτή την κίνηση της Ουάσινγκτον.






