ΑρχικήΔΙΕΘΝΗΗ Βρετανία στέλνει τον «Voyager» στη Σαουδική Αραβία — Αμυντική υποστήριξη απέναντι...

Η Βρετανία στέλνει τον «Voyager» στη Σαουδική Αραβία — Αμυντική υποστήριξη απέναντι στους Χούθι, την ώρα που η Ερυθρά Θάλασσα κινδυνεύει να κλείσει

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ ανακοίνωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα παράσχει «αμυντικό» ανεφοδιασμό αέρος-αέρος σε σαουδαραβικά μαχητικά, με ένα αεροσκάφος Voyager της RAF. Η απόφαση ελήφθη μετά από αίτημα του Ριάντ και έρχεται σε μια συγκυρία κατά την οποία οι Χούθι έχουν καταλάβει το λιμάνι της Μόκα και απειλούν τα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, μέσω των οποίων διέρχεται το 12% του παγκόσμιου εμπορίου. Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να εμπλακούν στρατιωτικά. Η υποστήριξη είναι χρονικά περιορισμένη, αλλά εγείρει ερωτήματα για τα όρια της βρετανικής δέσμευσης.

Γιώργος Παπαγιάννης | 22.09.2026 Διεθνή

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ ανακοίνωσε την Δευτέρα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησε να παράσχει περιορισμένη, «αμυντικού χαρακτήρα» στρατιωτική υποστήριξη στη Σαουδική Αραβία, προκειμένου να την βοηθήσει να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των Χούθι. Η δήλωση έγινε εν πτήσει προς τη Νέα Υόρκη, όπου ο Βρετανός πρωθυπουργός συμμετέχει στις εργασίες της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

Η υποστήριξη θα λάβει τη μορφή ανεφοδιασμού αέρος-αέρος και θα υλοποιηθεί με ένα μόνο αεροσκάφος Voyager της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF), το οποίο θα επιχειρεί από τη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου. Το αεροσκάφος αναμένεται να αναπτυχθεί τις επόμενες ημέρες, με την αποστολή να χαρακτηρίζεται «χρονικά περιορισμένη» — της τάξης των εβδομάδων — και να τελεί υπό συνεχή επανεξέταση.

Ο Μπέρναμ ξεκαθάρισε ότι η βρετανική υποστήριξη αφορά αποκλειστικά την υποστήριξη σαουδαραβικών αεροσκαφών που εκτελούν αμυντικές αποστολές — δηλαδή την κατάρριψη εισερχόμενων πυραύλων και drones των Χούθι — και όχι την υποστήριξη επιθετικών επιχειρήσεων εναντίον στόχων στην Υεμένη. «Ενεργούμε για να διασφαλίσουμε τα συμφέροντα της Βρετανίας και της ευρύτερης περιοχής», δήλωσε, συνδέοντας την απόφαση με την ανάγκη διατήρησης ανοιχτών των ενεργειακών οδών.

Το ιστορικό της απόφασης — το αίτημα του Ριάντ και το «όχι» των ΗΠΑ

Η απόφαση της Βρετανίας δεν ήταν αυθόρμητη. Σύμφωνα με το Associated Press, η Σαουδική Αραβία απηύθυνε έκκληση προς τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Πακιστάν και την Αίγυπτο για την ανάπτυξη αντιαεροπορικών μέσων, καθώς τα αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης είχαν αρχίσει να εξαντλούνται μετά από μήνες συνεχών επιθέσεων.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η στάση των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε τα αιτήματα του Σαουδάραβα διαδόχου πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν για άμεσα πλήγματα κατά των Χούθι, τόσο στις 10 όσο και στις 17 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Ουάσινγκτον περιορίστηκε στην παροχή πληροφοριών και υποστήριξης στόχευσης μέσω περίπου 100 έως 200 Αμερικανών στρατιωτικών συμβούλων που βρίσκονται στη Σαουδική Αραβία, χωρίς να παρέχει εναέριο ανεφοδιασμό ή άλλη επιχειρησιακή υποστήριξη. Η άρνηση αυτή οφείλεται εν μέρει στο ότι οι ΗΠΑ έχουν δεσμεύσει τα δικά τους αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης στον πόλεμο κατά του Ιράν, ο οποίος διανύει τον έβδομο μήνα του.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός επρόκειτο να συναντηθεί με τον Τραμπ στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης, με το Ιράν, την Ουκρανία και την τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο της ατζέντας. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, ο Μπέρναμ σκόπευε να πιέσει τον Αμερικανό πρόεδρο για αποκλιμάκωση της έντασης με την Τεχεράνη, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα συμβάλει στην εξομάλυνση της κατάστασης στην ευρύτερη περιοχή.

Η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα — ένας κρίσιμος κόμβος υπό απειλή

Η βρετανική απόφαση έρχεται σε μια συγκυρία κατά την οποία η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα έχει επιδεινωθεί δραματικά. Στις 10 Σεπτεμβρίου, οι Χούθι κατέλαβαν το λιμάνι της Μόκα, σε απόσταση περίπου 80 χιλιομέτρων από τα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, και προωθήθηκαν στην στρατηγική νήσο Περίμ. Στη συνέχεια, κατέλαβαν το νησιωτικό σύμπλεγμα Χανίς και τη νήσο Μαγιούν, που βρίσκεται στην είσοδο του δυτικού διαύλου της στρατηγικής διώρυγας.

Τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (PortWatch) είναι αποκαλυπτικά: η κίνηση στα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ έχει καταρρεύσει κατά 88%, με μόλις τέσσερα πλοία να διέρχονται το τελευταίο εικοσιτετράωρο αντί του μέσου όρου των 33. Η διέλευση δεξαμενόπλοιων πετρελαίου και χημικών μειώθηκε κατά 91%, ενώ η κίνηση πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων μειώθηκε κατά 86%.

Η σημασία της διώρυγας είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί. Από τα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ διέρχεται περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου και το 12% των παγκόσμιων αποστολών αργού πετρελαίου. Μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, τα Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποτελούσαν τη μοναδική εναλλακτική διαδρομή για τα πετρελαϊκά φορτία του Κόλπου. Με την απειλή να πλανάται πλέον και στα δύο στρατηγικά περάσματα, οι παγκόσμιες αγορές ενέργειας βρίσκονται αντιμέτωπες με πρωτοφανή πίεση.

Η ανθρωπιστική διάσταση και το μέτωπο των επιθέσεων

Οι επιθέσεις των Χούθι δεν περιορίζονται στη ναυτιλία. Στις 19 Σεπτεμβρίου, το κίνημα ανακοίνωσε δύο συντονισμένες επιχειρήσεις: μία με βαλλιστικό πύραυλο κατά του Ριάντ — ο οποίος αναχαιτίστηκε — και μία με drones και πυραύλους κρουζ κατά των εγκαταστάσεων της Aramco στη Γιανμπού, στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας.

Το ανθρωπιστικό κόστος στην Υεμένη είναι βαρύ. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, από την κλιμάκωση των συγκρούσεων έχουν εκτοπιστεί περισσότεροι από 112.000 άνθρωποι, ενώ ο συνολικός αριθμός των εκτοπισμένων από τον πόλεμο φτάνει τα 4,8 εκατομμύρια. Περισσότεροι από 22 εκατομμύρια άνθρωποι — σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας — χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια, με τον ΟΗΕ να προειδοποιεί ότι οι επιχειρήσεις αρωγής σε περιοχές υπό τον έλεγχο των Χούθι έχουν καταστεί «μη βιώσιμες». Εβδομήντα τρία στελέχη του ΟΗΕ παραμένουν αυθαίρετα κρατούμενα από τις αρχές των Χούθι, ορισμένα από το 2021.

Το δίλημμα της βρετανικής εμπλοκής

Η απόφαση της Βρετανίας να παράσχει στρατιωτική υποστήριξη στη Σαουδική Αραβία εγείρει ερωτήματα που υπερβαίνουν την άμεση αντιμετώπιση της απειλής των Χούθι. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων στη Σαουδική Αραβία, με συμβόλαια ύψους δισεκατομμυρίων λιρών που χρονολογούνται από το 2015. Οργανώσεις όπως το Campaign Against Arms Trade (CAAT) έχουν κατ’ επανάληψη καταγγείλει ότι βρετανικά όπλα έχουν χρησιμοποιηθεί σε επιχειρήσεις που προκάλεσαν θανάτους αμάχων στην Υεμένη.

Η κυβέρνηση Μπέρναμ, ωστόσο, επέλεξε να τοποθετήσει την αποστολή στο πλαίσιο της «αμυντικής» υποστήριξης, διαχωρίζοντάς την από οποιαδήποτε επιθετική επιχείρηση. Πρόκειται για μια λεπτή γραμμή: ένα αεροσκάφος ανεφοδιασμού μπορεί να υποστηρίξει μαχητικά που καταρρίπτουν drones, αλλά η ίδια η παρουσία του σε εμπόλεμη ζώνη το καθιστά δυνητικό στόχο και εγείρει ζητήματα συμμετοχής σε σύγκρουση.

Παράλληλα, η Βρετανία έχει ήδη αναπτύξει το σύστημα αεράμυνας Sky Sabre στη Σαουδική Αραβία, γεγονός που σημαίνει ότι η αποστολή του Voyager προστίθεται σε μια υφιστάμενη στρατιωτική παρουσία και δεν αποτελεί μεμονωμένη κίνηση.

Το στοίχημα της ενεργειακής ασφάλειας

Ο Μπέρναμ συνέδεσε ρητά την απόφαση με το κόστος ζωής στη Βρετανία, δηλώνοντας ότι η χώρα «πρέπει να κρατήσει ανοιχτούς τους διαύλους» ενέργειας. Η δήλωση αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη αγωνία: η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει ήδη εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Το κλείσιμο και των Μπαμπ ελ-Μαντέμπ θα σήμαινε, σύμφωνα με αναλυτές, «νέα κύματα σοκ στις τιμές του πετρελαίου» που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν «την ικανότητα της παγκόσμιας οικονομίας να τα αντέξει».

Η Σαουδική Αραβία, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου παγκοσμίως, έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει το αργό της στα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας μέσω του αγωγού East-West, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, τα δεξαμενόπλοια που φορτώνουν εκεί και κατευθύνονται προς τις παγκόσμιες αγορές πρέπει υποχρεωτικά να διέλθουν από τα Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Ο αποκλεισμός της διώρυγας ακυρώνει στην πράξη το πλεονέκτημα του αγωγού.

Το ευρύτερο πλαίσιο — το «όχι» των ΗΠΑ και το ερώτημα της ευρωπαϊκής αυτονομίας

Η αμερικανική άρνηση να εμπλακεί στρατιωτικά στη σύγκρουση αποτελεί ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης. Οι ΗΠΑ, που είχαν βομβαρδίσει τους Χούθι υπό τις κυβερνήσεις Μπάιντεν και Τραμπ, τηρούν τώρα στάση αποχής, με τον Τραμπ να δηλώνει απλώς ότι «όλα θα πάνε καλά» στην περιοχή. Οι λόγοι είναι πρακτικοί: τα αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης των ΗΠΑ έχουν μειωθεί λόγω του πολέμου στο Ιράν, ενώ η Ουάσινγκτον δεν επιθυμεί άνοιγμα νέου μετώπου.

Το κενό που αφήνουν οι ΗΠΑ καλείται να καλύψει η Βρετανία — και κατ’ επέκταση η Ευρώπη. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, είχε αφήσει να εννοηθεί την περασμένη εβδομάδα ότι ευρωπαϊκή υποστήριξη προς τη Σαουδική Αραβία ήταν πιθανή, δηλώνοντας ότι «δεν θα εξεπλήσσετο αν γίνονταν κάποιες τηλεφωνικές επαφές μεταξύ ευρωπαίων συμμάχων» για το ζήτημα.

Η απόφαση της Βρετανίας να στείλει ένα μόνο αεροσκάφος ανεφοδιασμού — και όχι πολεμικά μέσα ή προσωπικό μάχης — αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη λεπτή ισορροπία: μια συμβολική αλλά ουσιαστική δέσμευση, που επιτρέπει στο Λονδίνο να δηλώνει παρόν στη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας, χωρίς να εμπλακεί σε έναν πόλεμο που δεν μπορεί να ελέγξει.

Το επόμενο διάστημα θα κρίνει αν η κίνηση αυτή αρκεί για να αποτραπεί η πλήρης κατάρρευση της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα — ή αν η Βρετανία θα βρεθεί να διευρύνει τη δέσμευσή της, σε μια σύγκρουση που δεν έχει ούτε σαφές τέλος ούτε εύκολη λύση. Η συνάντηση Μπέρναμ – Τραμπ στη Νέα Υόρκη ενδέχεται να ρίξει φως στις προθέσεις της Ουάσινγκτον, αλλά προς το παρόν η Ευρώπη φαίνεται να αναλαμβάνει μόνη της το βάρος της διαχείρισης μιας κρίσης που αγγίζει τα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ