Η Δημοκρατία διαθέτει τα μέσα να αμυνθεί απέναντι σε όσους την υπονομεύουν. Το ζήτημα είναι αν διαθέτει και τη βούληση. Ενώ είναι σαφές, ότι η πραγματική της θωράκιση, στηρίζεται στην ενεργή προστασία της ιστορικής μνήμης και των πολιτών που διαδηλώνουν για την υπεράσπισή της, αντί για αυτό, η ομιλία του αποφυλακισθέντος Ηλία Κασιδιάρη σε αίθουσα του ξενοδοχείου Capsis στη Θεσσαλονίκη ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, σε συνδυασμό με την αστυνομική επέμβαση για τη διάλυση των συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας, ανέδειξαν μια στάση πολιτικής υποκρισίας και αδυναμίας της ίδια της Δημοκρατίας να προστατευθεί.
Κωνσταντίνα Μίχου | 04.11.2026 Απόψεις
Η διεξαγωγή της εκδήλωσης σε ιδιωτικό χώρο με την ανοχή της διεύθυνσης του ξενοδοχείου, παράλληλα με την τακτική της Αστυνομίας στον δρόμο, αποκάλυψαν μια ουσιαστική ανακολουθία και σύγκρουση ρόλων. Όταν η προστασία ενός καταδικασμένου ηγέτη εγκληματικής οργάνωσης προτάσσεται ως «διατήρηση της τάξης» και η δημοκρατική διαμαρτυρία αντιμετωπίζεται ως «απειλή», το ζήτημα υπερβαίνει μια απλή αστυνομική επιλογή. Η διαχείριση των γεγονότων στο Capsis έφερε στην επιφάνεια μια επικίνδυνη υποχώρηση της Πολιτείας σε μια προσχηματική ουδετερότητα, που περιόρισε τα συνταγματικά δικαιώματα των δημοκρατικών πολιτών.
Η κρατική στάση και επιλογή προφανώς στηρίζεται στο αφήγημα των «δύο άκρων». Η προσπάθεια όμως δικαιολόγησης μέσω αυτού του αφηγήματος, προσκρούει εν τέλει στην ίδια τη φύση του πολιτεύματος. Η δημοκρατική θεωρία ορίζει ότι το Κράτος αποτελεί έναν ζωντανό θεματοφύλακα των αξιών της ελευθερίας, της ισότητας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ισονομίας και όχι έναν άψυχο τροχονόμο της κυκλοφορίας ή ρυθμιστή των πολιτικών εντάσεων. Στη Θεσσαλονίκη, η επίκληση της ισότητας των δύο πλευρών αποδείχθηκε εκτός πραγματικότητας. Από τη μία πλευρά βρισκόταν ο Ηλίας Κασιδιάρης, καταδικασμένος ηγέτης εγκληματικής οργάνωσης με αποδεδειγμένο ιστορικό βίας, τάγματα εφόδου και ευθεία αμφισβήτηση των δημοκρατικών ελευθεριών. Από την άλλη πλευρά βρισκόταν η ίδια η κοινωνία, εργατικά σωματεία, φοιτητικοί σύλλογοι και πολίτες που διαδήλωναν για την υπεράσπιση της δημοκρατικής μνήμης. Η τυχόν παρουσία μεμονωμένων στοιχείων με επιθετική συμπεριφορά στο περιθώριο των διαδηλώσεων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να τσουβαλιάζονται οι Δημοκρατικοί Πολίτες, ούτε να εξισώνεται η οργανωμένη φασιστική βία με τη δημοκρατική διαμαρτυρία.
Στη συγκεκριμένη περίσταση, το Κράτος χρησιμοποίησε το νομικό πλαίσιο ως άλλοθι αδράνειας. Η ομιλία διεξήχθη υπό το καθεστώς της ιδιωτικής συνάθροισης, όπου βάσει του άρθρου 11 του Συντάγματος οι συγκεντρώσεις σε κλειστούς χώρους πραγματοποιούνται χωρίς αστυνομική άδεια. Μην παραβλέπουμε ακόμα ότι η ελληνική έννομη τάξη προβλέπει τη διατήρηση των πολιτικών δικαιωμάτων απουσία ειδικής απόφασης. Την ίδια στιγμή η διοίκηση του ξενοδοχείου, αν και διατηρούσε το συμβατικό δικαίωμα να ακυρώσει την κράτηση για λόγους ασφαλείας ή προστασίας της δημόσιας εικόνας της, επέλεξε μια συγκεκριμένη επαγγελματική συμφωνία και την τήρησή της. Έτσι, η Πολιτεία επικαλέστηκε την παντελή έλλειψη νομικής βάσης και τελικά απήχε από τον ιδιωτικό χώρο, διευκολύνοντας στην πράξη την ολοκλήρωση της εκδήλωσης.
Σε αντίθεση με τη στάση αναμονής στον ιδιωτικό χώρο, η διαχείριση του δημοσίου χώρου από τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης υπήρξε αδιάλλακτη. Η απόφαση για καθολική απαγόρευση των υπαίθριων συναθροίσεων στο κέντρο της πόλης, με την επίκληση του κινδύνου επεισοδίων ή την πιθανή παρουσία μεμονωμένων ομάδων με επιθετικές διαθέσεις, λειτούργησε ως βολικό πρόσχημα. Ακόμη όμως κι αν υπήρχαν άτομα με στυλιάρια ή διάθεση σύγκρουσης στο περιθώριο της συγκέντρωσης, η Αρχή της Αναλογικότητας επιβάλλει στην Αστυνομία να απομονώνει στοχευμένα τα επικίνδυνα στοιχεία και να προστατεύει το δικαίωμα των υπολοίπων να διαδηλώνουν ειρηνικά. Αντί για αυτό, η ΕΛ.ΑΣ. επέλεξε την οριζόντια απαγόρευση, μια δυσανάλογη μέθοδο συλλογικής τιμωρίας και επιχειρησιακής ευκολίας, περιορίζοντας το συνταγματικό δικαίωμα της τεράστιας πλειοψηφίας των δημοκρατικών πολιτών και προσφέροντας παράλληλα κάλυψη στη διεξαγωγή της φασιστικής εκδήλωσης.
Στην πραγματικότητα, η κρατική στάση δεν υπήρξε ουδέτερη, αλλά συνιστούσε έμμεση επιλογή πλευράς. Όταν το Κράτος επικαλείται την προστασία από τη βία για να απαγορεύσει τη διαμαρτυρία, αντί να απομονώσει όσους την ασκούν, απλά εκχωρεί τον δημόσιο χώρο σε εκείνους που επιβουλεύονται τη Δημοκρατία. Η καταστολή των διαδηλωτών στον δρόμο, σε συνδυασμό με τη διασφάλιση της ομαλής πρόσβασης στο ξενοδοχείο του ακροατηρίου, λειτούργησε ως πολιτική και επιχειρησιακή διευκόλυνση της μίας πλευράς. Η Δημοκρατία απαιτεί μνήμη. Η Δημοκρατία απαιτείται να μπορεί και να επιβάλλει τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε όσους υπερασπίζονται τους θεσμούς της και σε όσους επιδιώκουν την κατάργησή τους.
Και δεν ήταν μια απλή ημέρα σε μια τυχαία πόλη. Ήταν ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη. Την ημέρα τιμής του ιστορικού αγώνα απέναντι στον φασισμό και τον ναζισμό, στην πόλη των 50.000 Εβραίων του Ολοκαυτώματος. Αυτή την ημέρα η κρατική παρέμβαση στράφηκε εναντίον εκείνων που διαδήλωναν για να τιμήσουν την αντιφασιστική μνήμη. Στην πράξη, ο κρατικός μηχανισμός κατέληξε να περιφρουρήσει τους ιδεολογικούς φορείς των ηττημένων του ’40, περιορίζοντας όσους εξέφρασαν την ουσία της εθνικής και δημοκρατικής παρακαταθήκης.






