ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΗ συναλλαγή που βολεύει και τους δύο

Η συναλλαγή που βολεύει και τους δύο

ΓΝΩΜΗ
11 Ιουλίου 2026
Γράφει ο Δημήτρης Γιαλουράκης

Ο νέος δικομματισμός Μητσοτάκη – Τσίπρα λειτουργεί σαν μια καλοστημένη παράσταση, όπου ο ένας χρειάζεται τον άλλον για να επιβιώσει – και η ουσία της πολιτικής χάνεται στη σκόνη της αντιπαράθεσης

Οι δημοσκοπήσεις, είτε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα είτε όχι, έχουν αποκτήσει τη δύναμη να διαμορφώνουν το πολιτικό τοπίο. Αφού δεν υπάρχουν εκλογές για να τις διαψεύσουν, ο κόσμος έχει πειστεί ότι ο Μητσοτάκης είναι πρώτος και ο Τσίπρας δεύτερος. Και σε αυτή τη βεβαιότητα, ο νέος δικομματισμός βρίσκει το έδαφος να ανθίσει — ένα έδαφος που ποτίζεται από την ανάγκη και των δύο πλευρών να επιβιώσουν.

Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, χωρίς να έχει δοκιμαστεί ακόμη εκλογικά, αναγόρεψε τον εαυτό του σε αξιωματική αντιπολίτευση με δημοσκοπική αδεία. Παράλληλα, η εμφάνιση της ΕΛΑΣ φαίνεται να ευνοεί και τους δύο: ανέβασε τον Μητσοτάκη κατά δύο μονάδες, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε τον Τσίπρα σε κεντρικό αντίπαλο του συστήματος. Το συμπέρασμα είναι απλό: η σύγκρουση λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοσυντήρησης και για τις δύο πλευρές.

«Ο Τσίπρας δεν θέλει να κάνει κόμμα, θέλει να γίνει πρωθυπουργός»

Ο μπαμπούλας και ο σωτήρας

Ο πρωθυπουργός βρήκε στο πρόσωπο του πρώην πρωθυπουργού τον τέλειο αντίπαλο. Ο φόβος μιας επιστροφής Τσίπρα λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι σε κάθε πιθανή φυγή ψηφοφόρων προς άλλες κατευθύνσεις, όπως το νέο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά. Ο Μητσοτάκης εκμεταλλεύεται την εικόνα του Τσίπρα ως απειλή, ενώ ο Τσίπρας, από την πλευρά του, αποκτά το προφίλ του μοναδικού πραγματικού αντιπάλου — του ανθρώπου που μπορεί να σταθεί απέναντι στο σύστημα.

Οι επιθέσεις που δέχεται ο Τσίπρας — από τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη που τον ενέπλεξε στην τρομοκρατική επίθεση της Θεσσαλονίκης έως τον Γιάννη Στουρνάρα που τον εμφάνισε ως εχθρό του τραπεζικού συστήματος — τον καθιστούν, έστω και τεχνητά, τον κεντρικό αντίπαλο της εξουσίας. Η όλη κατάσταση θυμίζει περισσότερο μια καλοστημένη παράσταση παρά μια ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση.

ΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΔΙΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΥ:

  • Ο Μητσοτάκης χρησιμοποιεί τον Τσίπρα ως μπαμπούλα για να συσπειρώσει τους δικούς του
  • Ο Τσίπρας αναδεικνύεται σε μοναδικό αντίπαλο του συστήματος
  • Η αντιπαράθεση αντικαθιστά την ουσιαστική πολιτική συζήτηση
  • Τα πραγματικά προβλήματα χάνονται σε μια κούρσα εντυπώσεων

Το παραμύθι του αήττητου

Ένας από τους βασικούς λόγους που ο Μητσοτάκης παραμένει κυρίαρχος είναι ότι τα δύο τελευταία χρόνια δεν αντιμετώπισε πραγματική αντιπολίτευση. Ο Τσίπρας, απουσιάζοντας από τη Βουλή, επέτρεψε την κυριαρχία του. Ακόμη χειρότερα, ο ίδιος ο Τσίπρας και ο Φάμελλος ενίσχυσαν το αφήγημα της ανικανότητας της αντιπολίτευσης να νικήσει, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα του «αήττητου Μητσοτάκη» ως δικαιολογία για την αποτυχία τους.

Αυτή η στάση λειτούργησε ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ο Τσίπρας, αντί να παρουσιάσει θέσεις και σχέδιο, περιορίστηκε στο να παραδέχεται την κυριαρχία του Μητσοτάκη, μειώνοντας την πραγματική πολιτική σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Το τραγικό είναι ότι αυτή η τακτική υιοθετήθηκε από όλη την αντιπολίτευση, οδηγώντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια πορεία αποδυνάμωσης που έφτασε στα όρια της διάλυσης.

Ο τυχοδιώκτης και το ώριμο φρούτο

Ο Αλέξης Τσίπρας πορεύεται πλέον με μια σαφή στόχευση: την εξουσία, με κάθε κόστος. Δεν δεσμεύεται από ιδεολογικές σταθερές ούτε από πολιτικές φιλίες. Συνεργάζεται με ανθρώπους που υπήρξαν υβριστές του, ενώ η στρατηγική του βασίζεται στην αναμονή του «ώριμου φρούτου» — της στιγμής που το σύστημα θα τον ξαναχρειαστεί. Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, δεν είναι πολιτική. Είναι τυχοδιωκτισμός.

Ο νέος δικομματισμός στερείται ουσιαστικών διαχωριστικών γραμμών. Οι διαφορές περιορίζονται σε επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις και σε μια ψευδή διχοτόμηση ανάμεσα στον «καλό» και τον «κακό». Οι πραγματικές κοινωνικές τάξεις, τα συμφέροντα και οι δομές της εξουσίας εξαφανίζονται πίσω από μια κουρτίνα τεχνοκρατικών διλημμάτων και επιφανειακών υποσχέσεων. Η Αριστερά, που κάποτε αναζητούσε τις βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων, έχει μετατραπεί σε έναν διαχειριστή βελτιώσεων, χάνοντας την ουσία της.

«Το ουσιαστικό ερώτημα “ποιον συμφέρει και τι” μετατρέπεται σε ένα τεχνοκρατικό δίλημμα για το αν το πρόγραμμα είναι κοστολογημένο»

Το κινητικό πλεονέκτημα της συντήρησης

Η παράδοξη αλήθεια είναι ότι η συντηρητική παράταξη αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική στην κινητοποίηση των ψηφοφόρων της. Από τις χιλιάδες που συγκεντρώνονται στις εκδηλώσεις της «Ομάδας Αλήθειας» έως την άμεση και οργανωμένη αντίδραση στην επίθεση της Θεσσαλονίκης, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ως ένα κόμμα με «κινηματική» παρουσία. Στον αντίποδα, η Αριστερά παραμένει εγκλωβισμένη σε μια διαρκή θεωρητική συζήτηση, χωρίς την ίδια ικανότητα να απευθυνθεί στην κοινωνία.

Σε αυτό το τοπίο, ο Μητσοτάκης προετοιμάζει το έδαφος για μια τρίτη τετραετία, με τον Τσίπρα να παίζει τον ρόλο του αντίπαλου που χρειάζεται για να συσπειρώσει το ακροατήριό του. Έχει ήδη φροντίσει να καλύψει τα νώτα του με διορισμούς στα ανώτατα δικαστήρια, ενώ ο Τσίπρας, υποστηριγμένος από επιχειρηματικά συμφέροντα, περιμένει τη σειρά του. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική δεν είναι μια απλή αναμονή. Είναι γεμάτη από απρόβλεπτες καταστάσεις που εμφανίζονται ως βεβαιότητες.

Η συναλλαγή ανάμεσα σε Μητσοτάκη και Τσίπρα δεν είναι μια συνωμοσία αλλά μια αλληλεξάρτηση. Ο ένας χρειάζεται τον άλλον για να υπάρχει, και αυτή η σχέση στερεί από την πολιτική το ουσιαστικό της περιεχόμενο. Στο τέλος, αυτό που χάνεται είναι η ίδια η κοινωνία, που περιμένει λύσεις, ενώ παρακολουθεί μια παράσταση που έχει γραφτεί για να ευχαριστήσει τους πρωταγωνιστές της.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ