Πώς ο «αθώος προβληματισμός» για τις εργασιακές σχέσεις λειτουργεί ως εργαλείο μετακίνησης του Παραθύρου Overton. Για την πολιτική δειλία, την υποκρισία της «διερεύνησης του εφικτού» και τα εργασιακά δικαιώματα ως πολιτισμό.
Κωνσταντίνα Μίχου | 19.10.2026 Απόψεις
Υπάρχει μια παλιά, δοκιμασμένη τακτική στην πολιτική επικοινωνία. Πριν φέρεις τη βαριοπούλα για να γκρεμίσεις έναν τοίχο προστασίας, ξεκινάς ύπουλα. Πρώτα ξύνεις τον σοβά, προσποιούμενος τον αθώο παρατηρητή.
Το βλέπουμε όλο και πιο συχνά τελευταία. Πολιτικοί ηγέτες και δημόσια πρόσωπα βγαίνουν στα τηλεοπτικά παράθυρα και, με ένα ανάλαφρο ύφος δήθεν «ανήσυχου στοχαστή», πετούν στην ατμόσφαιρα ερωτήματα που μέχρι χθες θεωρούνταν αδιανόητα. «Μήπως πρέπει να δούμε αν κάποιος θέλει να δουλεύει 7 ημέρες;», «Μήπως να επιτρέψουμε 2 και 3 δουλειές για περισσότερα ένσημα;». Παρουσιάζουν μάλιστα την εξάντληση ως δήθεν ασφαλιστικό «δικαίωμα», ισχυριζόμενοι ότι η συλλογή επιπλέον ενσήμων από παράλληλες δουλειές είναι μια μεγάλη ευκαιρία για τον εργαζόμενο.
Και όταν ξεσπάσει η κατακραυγή, η ασπίδα είναι έτοιμη: «Εγώ απλώς ερωτήματα έθεσα. Στο πλαίσιο της διερεύνησης του εφικτού. Για να ανοίξει ο διάλογος».
Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πολιτικό έγκλημα της εποχής μας. Και είναι, πάνω απ’ όλα, μια πράξη βαθιάς πολιτικής δειλίας.
Η τακτική του «Παραθύρου Overton»
Ο πολιτικός που καταφεύγει σε τέτοιου τύπου «αθώο προβληματισμό», ρίχνει τον σπόρο. Η ακαδημαϊκή έρευνα τού είναι αδιάφορη. Γνωρίζει πολύ καλά τη λειτουργία του λεγόμενου Παραθύρου Overton (Overton Window). Όπου τα όρια του τι θεωρείται αποδεκτό δεν είναι σταθερά, αλλά μπορούν να μετακινηθούν μέσα από τη συστηματική συζήτηση και την προβολή στα ΜΜΕ. Πρώτα παίρνεις μια ιδέα που σήμερα θεωρείται απαράδεκτη (όπως την κατάργηση του 5ήμερου, την εξαντλητική 7ήμερη εργασία και τη νομιμοποίηση 2-3 εργασιών). Στη συνέχεια, την εισάγεις στον δημόσιο λόγο όχι ως πρόταση, αλλά ως «ερώτημα», μετακινώντας το παράθυρο από το απαράδεκτο στο συζητήσιμο. Έπειτα, την «απενοχοποιείς» βαφτίζοντάς την «ελευθερία επιλογής του εργαζομένου» και «ευκαιρία για ταχύτερη συνταξιοδότηση μέσω επιπλέον ενσήμων». Τέλος, τη συζητάς ξανά και ξανά, μέχρι το εξωφρενικό να γίνει «ενδιαφέρον», το «ενδιαφέρον» να γίνει «συζητήσιμο» και το «συζητήσιμο» να γίνει η επόμενη νομοθετική ρύθμιση.
Με αυτόν τον τρόπο, αδιαπραγμάτευτα κεκτημένα δικαιώματα, που πληρώθηκαν με αγώνες, αίμα και κοινωνικές συγκρούσεις δεκαετιών, μετατρέπονται εν μία νυκτί σε απλές «μεταβλητές» ενός τεχνοκρατικού, με νεοφιλελεύθερο πρόσημο, υπολογισμού.
Η υποκρισία της «διερεύνησης του εφικτού»
Η δικαιολογία της «διερεύνησης του εφικτού» είναι το απόλυτο προσωπείο του κυνισμού. Γιατί τι σημαίνει «εφικτό» στην αγορά εργασίας; Εφικτό είναι ό,τι αντέχει η φυσική και ψυχική αντοχή ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε απελπισία.
Αν ρωτήσεις έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στους λογαριασμούς του, αν «θέλει» να δουλέψει 7 ημέρες την εβδομάδα ή 16 ώρες την ημέρα σε δύο εργοδότες για να μαζέψει «περισσότερα ένσημα», η απάντηση ακυρώνει κάθε «ελεύθερη βούληση». Είναι προϊόν εκβιασμού της επιβίωσης. Η υπόσχεση για επιπλέον ένσημα λειτουργεί ως το τυρί στη φάκα, βαφτίζοντας την ανάγκη για επιβίωση ως δήθεν «επένδυση» στο συνταξιοδοτικό μέλλον.
Όταν το πολιτικό σύστημα «διερευνά» αν είναι εφικτό να νομιμοποιηθεί η εξάντληση, στην πραγματικότητα παραιτείται από τον πρωταρχικό του ρόλο, να προστατεύει τον αδύναμο από την αυθαιρεσία και να εξασφαλίζει μισθούς και συντάξεις που επιτρέπουν στον άνθρωπο να ζει αξιοπρεπώς από μία εργασία.
Γιατί πρόκειται για δειλία;
Όσοι στο πλαίσιο της «διερεύνησης του εφικτού» θέτουν τέτοια «ερωτήματα» είναι δειλοί. Η δειλία τους αποδεικνύεται από την αδυναμία τους να καταθέσουν τις θέσεις τους ανοιχτά. Αρνούνται να βγουν και να πουν καθαρά, π.χ., ότι «Πιστεύω στην πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, θεωρώ το 8ωρο αναχρονισμό, βλέπω τις 2-3 δουλειές ως τη νέα κανονικότητα και θέλω η επιβίωση να γίνει ατομική υπόθεση».
Αντίθετα, κρύβονται πίσω από το ερωτηματικό. Παριστάνουν τους εκσυγχρονιστές που «ακούγοντας την κοινωνία» απλώς αναρωτιούνται. Θέλουν να στηρίξουν μια νεοφιλελεύθερη ατζέντα, χωρίς όμως να αναλάβουν το πολιτικό κόστος της σύγκρουσης με τις κοινωνικές κατακτήσεις.
Τα εργασιακά δικαιώματα είναι πολιτισμός
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ξεκούραση, ο ελεύθερος χρόνος με την οικογένεια, η προστασία της υγείας του εργαζομένου και η δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης από την εργασία συνιστούν κατακτήσεις. Τα εργασιακά δικαιώματα είναι πολιτισμός. Είναι το μέτρο με το οποίο κρίνεται μια κοινωνία και οι προτεραιότητες της πολιτικής της.
Όταν επιτρέπουμε σε πολιτικούς να σχετικοποιούν αυτά τα όρια με το πρόσχημα του «προβληματισμού», κινδυνεύουμε να συνηθίσουμε σε μια διαρκή υποχώρηση εργασιακών δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν με αγώνες δεκαετιών. Η απάντηση απαιτεί να αναγνωρίζουμε τι διακυβεύεται πίσω από τέτοιους «προβληματισμούς» και να μην αντιμετωπίζουμε ως αυτονόητη κάθε αλλαγή που παρουσιάζεται ως εφικτή.
Γιατί πολιτική με πολιτισμό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και τα εργασιακά δικαιώματα είναι πολιτισμός.







