Μια διαδρομή από το συλλογικό σθένος του 1940 στην πρόκληση της προσωπικής και συλλογικής ευθύνης.
Κωνσταντίνα Μίχου | 27.10.2026 Απόψεις
Στη διεθνή ιστοριογραφία, η Ελλάδα κατέχει μια ιδιαίτερη θέση, καθώς η 28η Οκτωβρίου συγκαταλέγεται στις εθνικές επετείους που τιμούν όχι τη λήξη μιας πολεμικής σύρραξης, αλλά την έναρξη της. Η 28η Οκτωβρίου άρχισε να τιμάται αυθόρμητα ήδη διαρκούσης της Κατοχής, με πρώτο οργανωμένο εορτασμό στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1941, ως μια έμπρακτη πράξη αντίστασης και ελπίδας. Η μεταγενέστερη θεσμοθέτησή της ανέδειξε τη βαθιά ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη μιας κορυφαίας στιγμής εθνικής αξιοπρέπειας, όταν η υπεράσπιση της ελευθερίας υπερίσχυσε του φόβου και του υπολογισμού του κόστους.
Η 28η Οκτωβρίου υπήρξε η συμπύκνωση μιας σπάνιας ιστορικής συγκυρίας, η οποία ξεπέρασε τα όρια όσων ειπώθηκαν από τον Ιωάννη Μεταξά προς τον Ιταλό πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι («Alors, c’est la guerre»), αφού η ψυχολογική προετοιμασία της κοινωνίας είχε ξεκινήσει ήδη από τον Δεκαπενταύγουστο, όταν ο άνανδρος τορπιλισμός του «Έλλη» στην Τήνο εξόργισε το πανελλήνιο. Έτσι, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, η απόφαση της ελληνικής ηγεσίας να αντισταθεί απηχούσε μια ήδη διαμορφωμένη, ευρεία λαϊκή συσπείρωση και εθνική κινητοποίηση. Ηγέτες του δημοκρατικού και κεντρώου χώρου, όπως ο Θεμιστοκλής Σοφούλης και ο Γεώργιος Παπανδρέου, αλλά και νεότεροι πολιτικοί όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, παρά τις διώξεις που είχαν υποστεί από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, τάχθηκαν υπέρ του αγώνα. Δημοκρατικοί αξιωματικοί ζήτησαν εθελοντικά να επιστρέψουν στο μέτωπο, ενώ ακόμη και ο φυλακισμένος Γ.Γ. του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, τρεις ημέρες μετά κάλεσε σε πανεθνικό συναγερμό, τονίζοντας ότι «ο κάθε βράχος, η κάθε πόλη, το κάθε σπίτι πρέπει να γίνει φρούριο». Από τους κληρωτούς που έφευγαν για το μέτωπο τραγουδώντας μέχρι τις γυναίκες της Πίνδου στα χιόνια, η αντίσταση εκφράστηκε ως συλλογική υπέρβαση του φόβου και αποδοχή των θυσιών που απαιτούσε η υπεράσπιση της πατρίδας. Το μεγαλείο αυτής της επιλογής ήταν ότι ο κίνδυνος ήταν παρών και όμως αποφασίστηκε να αντιμετωπιστεί.
Στα μετεμφυλιακά χρόνια, ωστόσο, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης επηρεάστηκε αναπόφευκτα από τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Το επίσημο κράτος αναζητούσε μια εθνική εορτή ικανή να συμβάλει στη συνοχή της κοινωνίας, η οποία εξακολουθούσε να φέρει τις νωπές πληγές του διχασμού. Η 28η Οκτωβρίου προσέφερε ένα ισχυρό σημείο αναφοράς για την εθνική ενότητα. Την αντίσταση απέναντι σε έναν εξωτερικό εχθρό, σε μια στιγμή κατά την οποία η υπεράσπιση της πατρίδας μπορούσε να αναδειχθεί ως κοινός τόπος πέρα από πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές. Την ίδια στιγμή η 12η Οκτωβρίου 1944, η ημέρα της Απελευθέρωσης της Αθήνας, έμεινε στο περιθώριο του επίσημου εορτολογίου. Η σύνδεσή της με την Αντίσταση, τον ρόλο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις της περιόδου και τον Εμφύλιο που ακολούθησε καθιστούσε τη μνήμη της περισσότερο σύνθετη και πολιτικά φορτισμένη.
Αυτό, ωστόσο, δεν μειώνει τη σημασία καμίας από τις δύο ιστορικές στιγμές. Η αντίσταση του 1940 και η Απελευθέρωση του 1944 αποτελούν διαφορετικά, αλλά εξίσου αναγκαία κεφάλαια της ιστορικής μας αυτογνωσίας. Η μεταπολεμική Ελλάδα διαχειρίστηκε επιλεκτικά τις διάφορες πτυχές της ιστορίας της. Η αποσπασματική ανάδειξη ορισμένων γεγονότων και η υποχώρηση άλλων από τη δημόσια μνήμη δείχνουν πόσο συχνά η ιστορική αφήγηση επηρεάζεται από τις ανάγκες και τις ευαισθησίες κάθε εποχής. Η ουσιαστική αυτογνωσία, όμως, απαιτεί από ένα έθνος να κοιτάξει στον καθρέφτη όχι μόνο τους θριάμβους του, αλλά και τα λάθη, τους διχασμούς και τις σκοτεινές σελίδες του. Όχι για να ακυρώσει τις μεγάλες στιγμές του, αλλά για να κατανοήσει βαθύτερα τι τις κατέστησε δυνατές και πώς μπορεί να αντλήσει διδάγματα από αυτές.
Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε το παρελθόν, αλλά και το τι κάνουμε με αυτή τη μνήμη στο παρόν. Η αντίθεση ανάμεσα στο αποφασιστικό «ΟΧΙ» του 1940, που εξέφρασε την ανάληψη ευθύνης και την ετοιμότητα για θυσία, και στο σημερινό φοβικό «ίσως» ή στο βολικό «κάτσε να δούμε» αποκαλύπτει μια ιστορική ασυνέχεια, θέτοντας μια αμείλικτη πρόκληση στη σύγχρονη κοινωνία.
Πόσο συχνά η ατολμία, ο συμβιβασμός και η αδράνεια υποκαθιστούν τη συλλογική τόλμη; Πόσες φορές αναζητούμε «ασφαλείς επιλογές» στην καθημερινότητά μας, στην πολιτική και στην κοινωνική μας δράση, αποφεύγοντας τις αναγκαίες ρήξεις, τις τομές, τη διεκδίκηση και την ανάληψη ευθύνης, χάριν μιας ψευδαίσθησης ατομικής και συλλογικής ασφάλειας;
Η ασφάλεια είναι θεμιτή επιδίωξη. Γίνεται, όμως, πρόβλημα όταν μετατρέπεται σε άλλοθι για την αδράνεια, όταν η αποφυγή του κόστους υπερισχύει της υπεράσπισης των αρχών μας και όταν η προσωπική βολή προηγείται του συλλογικού συμφέροντος. Η ιστορία μάς διδάσκει ότι οι μεγάλες υπερβάσεις ενός λαού ήταν και θα είναι εξαιρετικά δύσκολες. Προϋποθέτουν θάρρος, αποφασιστικότητα και την προθυμία να αναληφθεί το κόστος μιας επιλογής, ακόμη κι όταν η έκβασή της είναι αβέβαιη.
Μακριά από τους ιδεολογικούς αποκλεισμούς του παρελθόντος, το ερώτημα επιστρέφει επιτακτικά. Μπορεί να υπάρχουν «ασφαλείς» δρόμοι όταν διακυβεύονται αρχές; Η 28η Οκτωβρίου αποτελεί διαχρονικό σύμβολο θάρρους και εθνικής αξιοπρέπειας, ενώ η 12η Οκτωβρίου υπενθυμίζει την αξία της ελευθερίας που κατακτήθηκε μέσα από την Αντίσταση και τις θυσίες του ελληνικού λαού. Και οι δύο επέτειοι μάς καλούν να αντιμετωπίσουμε την ιστορία μας με σεβασμό, πληρότητα και κριτική σκέψη.
Η ιστορική μνήμη μπορεί και πρέπει να λειτουργεί ως μέτρο της συλλογικής μας ωριμότητας και αφετηρία για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να ζούμε ως πολίτες. Όταν μια κοινωνία συνηθίζει στην ευκολία και στην αποφυγή της ευθύνης, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα σύνολο παθητικών θεατών, που φοβούνται να πάρουν αποφάσεις και να αναλάβουν το κόστος των αρχών τους.
Η μνήμη του 1940 στέκεται πέρα και μακριά από μια τυπική συμμετοχή σε παρελάσεις.
Μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε ότι η ελευθερία απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση, η αξιοπρέπεια συνιστά αδιαπραγμάτευτη αρχή και η προκοπή, η δικαιοσύνη και η αυτοδιάθεση απαιτούν ενεργούς πολίτες, έτοιμους να υπερασπιστούν όσα θεωρούν πολύτιμα.
Γιατί το πραγματικό δίδαγμα του «ΟΧΙ» ξεπερνά την απλή άρνηση. Είναι η επίγνωση του για τι αξίζει να αγωνιστούμε και η τόλμη να το πράξουμε, ακόμη κι όταν ο δρόμος εγκυμονεί κινδύνους και δεν είναι ασφαλής.






