Υπήρχε μια εποχή, που η αποταμίευση ήταν μάθημα ζωής και η πολιτεία καλλιεργούσε στα παιδιά την αξία της υπομονής, του μέτρου και της ισότητας.
Κωνσταντίνα Μίχου | 02.11.2026 Απόψεις
Ήταν η εποχή του ασημένιου κουμπαρά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Ένα μεταλλικό κουτί χωρίς κλειδί, αφού το αντικλείδι το κρατούσε ο υπάλληλος στο γκισέ, γινόταν το πρώτο μάθημα αποταμίευσης για κάθε παιδί, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή την οικονομική επιφάνεια της οικογένειάς του. Κάθε δραχμή ή κατοστάρικο αρχικά και μετά τάληρο και δεκάρικο που έμπαινε στη σχισμή είχε την ίδια ακριβώς αξία. Η αποταμίευση δεν ήταν επενδυτικό προϊόν ούτε προνόμιο των εύπορων. Ήταν μια απλή συνήθεια που στηριζόταν στην ασφάλεια και στην εμπιστοσύνη, με την πολιτεία να εγγυάται την προστασία του οικογενειακού μόχθου. Φασούλι το φασούλι… με ίσους όρους για όλους.
Σήμερα, ο λεγόμενος «Κουμπαράς Νεογέννητων» (Ατομικός Επενδυτικός Λογαριασμός Ανηλίκων – ΑΕΛΑ), που τίθεται σε εφαρμογή από την 1/1/2027, έρχεται να αποκαλύψει με τον πιο κυνικό τρόπο το νέο πρόσωπο μιας τελικά ανάλγητης κρατικής πολιτικής. Με το νέο νομοσχέδιο, του οποίου η δημόσια διαβούλευση έληξε 1/11, το Δημόσιο υπόσχεται να διπλασιάζει τις καταθέσεις των γονέων έως τα 1.200 ευρώ τον χρόνο για κάθε παιδί, προσφέροντας ένα ευρώ κρατικής επιδότησης για κάθε ένα ευρώ της οικογένειας. Ακούγεται γενναιόδωρο, αλλά η πραγματικότητα το διαψεύδει.
Καταρχάς, το μέτρο εφαρμόζεται οριζόντια και χωρίς κανένα εισοδηματικό κριτήριο, σπρώχνοντας ουσιαστικά τους πιο αδύναμους στο περιθώριο. Για να λάβει μια οικογένεια το «δώρο» των 1.200 ευρώ από τους φόρους των Ελλήνων πολιτών, πρέπει πρώτα να έχει τη δυνατότητα να βάζει 100 ευρώ τον μήνα στην άκρη. Οι οικογένειες που δεν βγάζουν τον μήνα, που παλεύουν με την ακρίβεια, τα ενοίκια και τους λογαριασμούς, δεν θα λάβουν ούτε ένα ευρώ. Αντίθετα, ο εύπορος που έχει ήδη την άνεση να αποταμιεύει, εισπράττει αυτόματα 1.200 ευρώ κρατική επιδότηση τον χρόνο.
Το κυβερνητικό αφήγημα περί «δημογραφικής πολιτικής» απλά καταρρέει, αφού τα χρήματα αυτά μένουν κλειδωμένα για 18 χρόνια και δεν προσφέρουν καμία απολύτως ανακούφιση στο νέο ζευγάρι σήμερα που τα έχει ανάγκη. Εδώ να θυμηθούμε ότι τα νέα ζευγάρια απλά αδυνατούν να ανταποκριθούν στο δυσβάσταχτο καθημερινό κόστος στέγης, βρεφονηπιακού σταθμού ή διατροφής. Την ίδια στιγμή που το κράτος αρνείται να τιμαριθμοποιήσει τα καθηλωμένα εισοδηματικά κριτήρια του Επιδόματος Παιδιού (Α21), οδηγώντας πάνω από 250.000 οικογένειες στην περικοπή ή την πλήρη απώλειά του, επειδή πήραν μια ελάχιστη ονομαστική αύξηση στον μισθό τους, βρίσκει αμέσως δημόσιο χρήμα για να επιδοτήσει τις αποταμιεύσεις, όσων έχουν ήδη την άνεση να αποταμιεύουν. Με αυτόν τον τρόπο, η φτώχεια τιμωρείται και ο πλούτος επιδοτείται.
Ο σχεδιασμός της Κυβέρνησης, που σε πολύ λίγο θα είναι και νόμος του Κράτους, διαμορφώνει έναν φορολογικό παράδεισο, που ανοίγει επικίνδυνο δίαυλο για «μαύρο χρήμα». Το νομοσχέδιο επιτρέπει αφορολόγητες καταθέσεις έως 10.000 ευρώ τον χρόνο ανά παιδί. Σε βάθος 18ετίας, αυτό μεταφράζεται σε 180.000 ευρώ αφορολόγητης μεταβίβασης κεφαλαίου, χωρίς τεκμήρια και φόρο δωρεάς, σε μια ευθεία συνέχεια της προκλητικής πολιτικής για το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ στις γονικές παροχές. Χωρίς αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων, το μέτρο δεν ευνοεί απλώς τους έχοντες, αλλά εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο μπορούν να αποτραπούν καταστρατηγήσεις και η διοχέτευση κεφαλαίων αμφίβολης προέλευσης.
Και να ήταν μόνον αυτά; Δυστυχώς η πολιτεία οδηγεί την κοινωνία από την ασφάλεια στον χρηματιστηριακό τζόγο. Ο παλιός κουμπαράς προσέφερε εγγυημένη σιγουριά. Ο νέος «κουμπαράς» μετατρέπει το μέλλον των παιδιών σε επενδυτικό προϊόν, κατευθύνοντας τα χρήματα στις τράπεζες, τις χρηματιστηριακές και τις ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες είναι και οι μόνοι βέβαιοι κερδισμένοι. Ας δούμε το τοπίο των προμηθειών τους. Ενώ υπάρχει πλαφόν 0,50% στις χρεώσεις μόνο για το προεπιλεγμένο προϊόν, για όλα τα υπόλοιπα επενδυτικά προϊόντα δεν υπάρχει κανένα απολύτως όριο, παρά μόνο μια τυπική υποχρέωση γνωστοποίησης. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα εισπράττουν εγγυημένες προμήθειες διαχείρισης για δεκαετίες, από αιχμάλωτους και εγκλωβισμένους στην ουσία γονείς. Να μην ξεχάσουμε εδώ να πούμε ότι εκτός των άλλων επιτρέπεται η αλλαγή επενδυτικού προφίλ μόλις δύο φορές συνολικά και καμία πριν από την παρέλευση πέντε ετών, ενώ θα υπάρχει αδυναμία ανάληψης πριν τα 18 έτη.
Η Ελλάδα έχει ήδη ζήσει τη χρηματιστηριακή ευφορία του 1999 και τις βαριές απώλειες που ακολούθησαν για χιλιάδες μικροεπενδυτές. Η εμπειρία εκείνη θα έπρεπε να έχει αφήσει ένα σαφές δίδαγμα, ότι όταν το χρήμα μετατρέπεται σε επενδυτικό προϊόν, ο κίνδυνος υπάρχει και ας παρουσιάζεται η επένδυση ως ευκαιρία. Και όταν πρόκειται για κεφάλαια που προορίζονται για το μέλλον ενός παιδιού, η ευθύνη της πολιτείας είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Ακόμη όμως και στην παγίδα της «αυτόματης» επιλογής, η υποτιθέμενη προστασία αποδεικνύεται ψευδαίσθηση. Όσοι γονείς δεν επιλέξουν επενδυτικό προφίλ, εγκλωβίζονται στο προεπιλεγμένο «συντηρητικό» προϊόν που αποτελείται από ομόλογα και καταθέσεις. Εκεί, η διαφημιζόμενη «εγγύηση κεφαλαίου» αφορά μόνο τα ονομαστικά ευρώ. Μετά από 18 χρόνια, ο πληθωρισμός μπορεί να έχει μειώσει σημαντικά την πραγματική αγοραστική δύναμη των χρημάτων των παιδιών, παραδίδοντάς τους ένα κεφάλαιο με μικρότερη πραγματική αξία.
Πρόκειται για μια ατέλειωτη ντροπή. Η μετάβαση από τον ασημένιο κουμπαρά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στον ψηφιακό κουμπαρά των τραπεζών δεν είναι εκσυγχρονισμός, αλλά ιδεολογικός και κοινωνικός εκφυλισμός. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη φροντίζει συστηματικά τους «δικούς» της. Τις τράπεζες, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τους εύπορους. Το κράτος μοιράζει δημόσιο χρήμα παραβλέποντας τις πραγματικές ανάγκες των οικογενειών, με το πρόσχημα της κοινωνικής και δημογραφικής πολιτικής. Με πλήρη συμμετοχή, το ετήσιο δημοσιονομικό κόστος στις 18 γενιές μπορεί να αγγίξει τα 1,5 δισ. ευρώ ετησίως, ξεπερνώντας τα 14 δισ. ευρώ στη 18ετία. Μια τέτοια τακτική απλώς διευρύνει τις ανισότητες. Στην πραγματικότητα, εγκαταλείπει τους αδύναμους στον κοινωνικό «Καιάδα» και μετατρέπει τις ανάγκες της νέας γενιάς σε βορά για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Τελικά ποια παιδιά θα ωφεληθούν από το «δώρο» του Δημοσίου και ποιοι θα θησαυρίσουν από τις προμήθειες;






