ΑρχικήΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑΨΥΧΟΛΟΓΙΑΓιατί οι έξυπνοι άνθρωποι πιστεύουν ανοησίες; - Η ψυχολογία της λογικής πλάνης

Γιατί οι έξυπνοι άνθρωποι πιστεύουν ανοησίες; – Η ψυχολογία της λογικής πλάνης

Δημήτρης Γιαλουράκης | Κυριακή 19 Ιουλίου 2026 | ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Όταν το 2008 κατέρρευσε η Lehman Brothers, ελάχιστοι περίμεναν ότι η μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών θα είχε ως πρωταγωνιστές ανθρώπους με κορυφαία πανεπιστημιακά πτυχία, πολυετή εμπειρία στις αγορές και πρόσβαση σε περισσότερα δεδομένα από οποιονδήποτε άλλο. Κι όμως, οι αποφάσεις που οδήγησαν στην κρίση δεν πάρθηκαν από αδαείς ή αμόρφωτους ανθρώπους. Τις πήραν άνθρωποι εξαιρετικά ευφυείς.

Το ίδιο συμβαίνει συχνά και στην ιστορία της επιστήμης. Επιστήμονες υπερασπίστηκαν θεωρίες που αργότερα αποδείχθηκαν λανθασμένες. Γιατροί αρνήθηκαν νέες θεραπείες που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες. Νομπελίστες υποστήριξαν ιδέες που δεν άντεξαν στον χρόνο.

Αν η ευφυΐα αρκούσε για να μας προστατεύσει από το λάθος, τίποτε από αυτά δεν θα είχε συμβεί.


Η ψυχολογία του λάθους

Η ψυχολογία, όμως, τα τελευταία πενήντα χρόνια έχει καταλήξει σε ένα συμπέρασμα που μοιάζει αντιφατικό: ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν αναζητά πάντοτε την αλήθεια. Πολύ συχνότερα αναζητά τη συνοχή.

Αυτό σημαίνει ότι ενδιαφερόμαστε όχι μόνο για το αν μια πληροφορία είναι σωστή, αλλά και για το αν ταιριάζει με όσα ήδη πιστεύουμε για τον κόσμο, για τους άλλους και –κυρίως– για τον εαυτό μας.

Η ανάγκη αυτή εξηγεί γιατί άνθρωποι με υψηλή νοημοσύνη μπορούν να υποστηρίζουν απόψεις που φαίνονται προφανώς λανθασμένες σε όσους βρίσκονται απέναντί τους. Δεν τους λείπει η λογική. Χρησιμοποιούν τη λογική με διαφορετικό σκοπό.

«Ο άνθρωπος μοιάζει περισσότερο με δικηγόρο παρά με δικαστή. Ο δικαστής εξετάζει τα στοιχεία πριν αποφασίσει. Ο δικηγόρος έχει ήδη αποφασίσει ποιον θα υπερασπιστεί»

Ο Αμερικανός ψυχολόγος Jonathan Haidt έχει περιγράψει εύστοχα αυτή τη λειτουργία του νου. Όπως υποστηρίζει, ο άνθρωπος μοιάζει περισσότερο με δικηγόρο παρά με δικαστή. Ο δικαστής εξετάζει τα στοιχεία πριν αποφασίσει. Ο δικηγόρος, αντίθετα, έχει ήδη αποφασίσει ποιον θα υπερασπιστεί και αναζητά τα επιχειρήματα που θα ενισχύσουν τη θέση του.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στον καθημερινό τρόπο σκέψης. Σπάνια ξεκινάμε από μηδενική βάση. Οι περισσότεροι από εμάς σχηματίζουμε πρώτα μια πεποίθηση και στη συνέχεια αναζητούμε στοιχεία που τη δικαιολογούν. Αν εμφανιστούν πληροφορίες που συμφωνούν με όσα ήδη πιστεύουμε, τις αποδεχόμαστε εύκολα. Αν, αντίθετα, αμφισβητούν τις βεβαιότητές μας, γινόμαστε ξαφνικά πολύ πιο απαιτητικοί. Ελέγχουμε την αξιοπιστία της πηγής, αμφισβητούμε τη μεθοδολογία, αναζητούμε εξαιρέσεις. Δεν αλλάζει η ικανότητά μας να σκεφτόμαστε· αλλάζει ο σκοπός για τον οποίο χρησιμοποιούμε τη σκέψη.

Η μόρφωση ως εργαλείο αυτοάμυνας

Γι’ αυτό και η μόρφωση δεν λειτουργεί πάντα ως αντίδοτο στις λογικές πλάνες. Σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει το αντίθετο. Όσο περισσότερες γνώσεις διαθέτει κάποιος, τόσο περισσότερα επιχειρήματα μπορεί να επιστρατεύσει για να υπερασπιστεί την άποψή του. Η ευφυΐα προσφέρει καλύτερα εργαλεία σκέψης. Δεν καθορίζει όμως προς ποια κατεύθυνση θα τα χρησιμοποιήσουμε.

Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν οι πεποιθήσεις μας συνδέονται με την ταυτότητά μας. Η πολιτική, η θρησκεία, οι ηθικές αξίες ή ακόμη και οι διατροφικές επιλογές δεν αποτελούν απλώς γνώμες. Συχνά αποτελούν μέρος της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας. Όταν κάποιος αμφισβητεί αυτές τις πεποιθήσεις, δεν αισθανόμαστε ότι δέχεται κριτική μια ιδέα. Αισθανόμαστε ότι απειλείται ένα κομμάτι της προσωπικότητάς μας.

Γι’ αυτό και πολλές δημόσιες συζητήσεις καταλήγουν σε αδιέξοδο. Κάθε πλευρά πιστεύει ότι διαθέτει τα γεγονότα με το μέρος της και δυσκολεύεται να καταλάβει γιατί η άλλη δεν πείθεται. Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι τα γεγονότα από μόνα τους δεν αρκούν. Ο τρόπος με τον οποίο τα ερμηνεύουμε εξαρτάται από τις προηγούμενες εμπειρίες μας, από τις αξίες μας και από την ομάδα στην οποία αισθανόμαστε ότι ανήκουμε.

Η ομάδα, η ταυτότητα και η αυτοάμυνα

Η κοινωνική ψυχολογία έχει δείξει ότι ακόμη και τυχαίες ομάδες αρκούν για να αρχίσουμε να ευνοούμε τους «δικούς μας» και να αντιμετωπίζουμε με μεγαλύτερη καχυποψία τους «άλλους». Όταν λοιπόν μια πληροφορία φαίνεται να ενισχύει τη δική μας ομάδα, την αποδεχόμαστε πιο εύκολα. Αν την αποδυναμώνει, ενεργοποιούνται μηχανισμοί άμυνας που συχνά λειτουργούν χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αντικειμενικότητα είναι αδύνατη. Σημαίνει όμως ότι απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια από όση συνήθως φανταζόμαστε. Η κριτική σκέψη δεν είναι μια έμφυτη ικανότητα που αποκτά κανείς με το πτυχίο ή την ευφυΐα του. Είναι μια διαρκής άσκηση αυτοαμφισβήτησης.

«Οι σπουδαιότεροι επιστήμονες δεν ξεχωρίζουν επειδή πιστεύουν ότι κάνουν λιγότερα λάθη. Ξεχωρίζουν επειδή γνωρίζουν πόσο εύκολα μπορεί να τους παρασύρει ο ίδιος τους ο νους»

Η διανοητική ταπεινότητα

Ίσως γι’ αυτό οι σπουδαιότεροι επιστήμονες χαρακτηρίζονται συνήθως από διανοητική ταπεινότητα. Δεν ξεχωρίζουν επειδή πιστεύουν ότι κάνουν λιγότερα λάθη από τους υπόλοιπους. Ξεχωρίζουν επειδή γνωρίζουν πόσο εύκολα μπορεί να τους παρασύρει ο ίδιος τους ο νους.

Ο Σωκράτης είχε διατυπώσει αυτή τη στάση αιώνες πριν γεννηθεί η σύγχρονη ψυχολογία. «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», έλεγε, όχι επειδή αγνοούσε τον κόσμο, αλλά επειδή κατανοούσε τα όρια της ανθρώπινης βεβαιότητας.

Ίσως, τελικά, η πραγματική διαφορά ανάμεσα στον σοφό και στον αφελή να μην βρίσκεται στο πόσα γνωρίζουν. Βρίσκεται στο πόσο πρόθυμοι είναι να δεχθούν ότι, ακόμη και σήμερα, ίσως κάνουν λάθος.

«Η ευφυΐα δεν μας απαλλάσσει από τις πλάνες. Μας δίνει απλώς περισσότερες δυνατότητες: είτε να τις αναγνωρίσουμε είτε να τις υπερασπιστούμε με μεγαλύτερη δεξιοτεχνία»

Η ευφυΐα δεν μας απαλλάσσει από τις πλάνες. Μας δίνει απλώς περισσότερες δυνατότητες: είτε να τις αναγνωρίσουμε είτε να τις υπερασπιστούμε με μεγαλύτερη δεξιοτεχνία. Και αυτή είναι μια διάκριση που αξίζει να θυμόμαστε κάθε φορά που είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι μόνο οι άλλοι πέφτουν θύματα της παραπλάνησης.


ΔΗΜΟΦΙΛΗ