11 Ιουλίου 2026
Ο Μάρκο Ρούμπιο καλεί υπουργούς από 60 χώρες, ανάμεσά τους και την Ελλάδα, σε μια σύνοδο που η Ουάσινγκτον θέλει να χαρακτηρίσει «ακροαριστερή τρομοκρατία» την Antifa – οι ευρωπαίοι σύμμαχοι αμφισβητούν την απειλή
Μια παγκόσμια εκστρατεία με σαφές πολιτικό στίγμα
Στην Ουάσινγκτον, την επόμενη εβδομάδα, υπουργοί από περισσότερες από εξήντα χώρες θα κληθούν να συζητήσουν ένα θέμα που η αμερικανική κυβέρνηση βάζει πλέον στην κορυφή της αντιτρομοκρατικής της ατζέντας: την «αναζωπύρωση της διεθνούς ακροαριστερής τρομοκρατίας». Ανάμεσα στους προσκεκλημένους βρίσκεται και η Ελλάδα, με τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη να λαμβάνουν πρόσκληση. Ωστόσο, η κίνηση αυτή, αν και εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ, έχει ήδη πυροδοτήσει αντιδράσεις τόσο στην Ευρώπη όσο και στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Η πρωτοβουλία του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο αποκαλύφθηκε από τη Washington Post και έρχεται να επιβεβαιώσει τη στροφή της αμερικανικής πολιτικής μακριά από την παραδοσιακή εστίαση στην ισλαμιστική τρομοκρατία και τη βία της άκρας δεξιάς. Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση Τραμπ προτάσσει πλέον την απειλή του κινήματος Antifa, το οποίο με εκτελεστικό διάταγμα έχει ήδη χαρακτηριστεί «εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση». Παράλληλα, η σύνοδος φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα διεθνές μέτωπο, ανταλλάσσοντας πληροφορίες και υιοθετώντας νέα εργαλεία καταστολής, με στόχο την αποδυνάμωση αυτού που η Ουάσινγκτον αποκαλεί ένα «επανασυνδεόμενο διακρατικό δίκτυο».
«Δεν έχουμε αντιφασιστική τρομοκρατική οργάνωση στη χώρα μας»
Οι επιφυλάξεις των συμμάχων
Παρά την αμερικανική επιμονή, η ανταπόκριση των ευρωπαίων συμμάχων υπήρξε ιδιαίτερα ψυχρή. Διπλωμάτες που μίλησαν στην αμερικανική εφημερίδα εξέφρασαν την έκπληξή τους για την πρόσκληση, επισημαίνοντας ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η ακροαριστερή εξτρεμιστική βία θεωρείται θέμα εσωτερικής ασφάλειας και όχι μια διεθνής τρομοκρατική απειλή αντίστοιχη με την Αλ Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος. Χαρακτηριστική είναι η φράση Ευρωπαίου διπλωμάτη στην Washington Post: «Δεν έχουμε αντιφασιστική τρομοκρατική οργάνωση στη χώρα μας».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να προετοίμαζε το έδαφος για μήνες, έχοντας προηγουμένως στείλει τηλεγραφήματα σε περισσότερες από είκοσι αμερικανικές πρεσβείες, ζητώντας πληροφορίες για ακροαριστερές οργανώσεις. Ωστόσο, η χλιαρή ανταπόκριση των συμμάχων, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ, υπογραμμίζουν την πολιτική διάσταση μιας σύνοδου που, για πολλούς, μοιάζει περισσότερο με επιχείρηση αναπροσδιορισμού της αμερικανικής ατζέντας παρά με μια πραγματικά αναγκαία αντιτρομοκρατική συμμαχία.
ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΣΤΕΪΤ ΝΤΙΠΑΡΤΜΕΝΤ:
- Ένοπλη Προλεταριακή Δικαιοσύνη (Ελλάδα)
- Επαναστατική Ταξική Αυτοάμυνα (Ελλάδα)
- Antifa Ost (Γερμανία)
- Μία οργάνωση από την Ιταλία
Η ελληνική περίπτωση και η σιωπή της Αθήνας
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσκληση προς την Ελλάδα αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία. Ήδη από τον περασμένο Νοέμβριο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε εντάξει δύο ελληνικές οργανώσεις, την «Ένοπλη Προλεταριακή Δικαιοσύνη» και την «Επαναστατική Ταξική Αυτοάμυνα», στον κατάλογο των ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων. Όπως είχαν γράψει οι New York Times, η κίνηση αυτή θεωρήθηκε ασυνήθιστη, καθώς οι συγκεκριμένες ομάδες αντιμετωπίζονταν στην Ελλάδα ως περιορισμένης εμβέλειας και όχι ως διεθνή τρομοκρατικά δίκτυα.
Η ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα με πληροφορίες, επέλεξε να μην αντιδράσει δημόσια στον αμερικανικό χαρακτηρισμό, προκειμένου να αποφύγει τριβές με την κυβέρνηση Τραμπ. Ωστόσο, η σιωπή αυτή έχει προκαλέσει ερωτήματα, ιδιαίτερα την ώρα που η σύνοδος της Ουάσινγκτον επιχειρεί να αναβαθμίσει την ακροαριστερή βία σε ζήτημα διεθνούς ασφάλειας. Οι επόμενες κινήσεις της Αθήνας ενόψει της Συνόδου της 16ης Ιουλίου αναμένονται με ενδιαφέρον, καθώς η συμμετοχή της θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως στήριξη στη νέα αμερικανική στρατηγική.
Το αβέβαιο μέλλον της διεθνούς συναίνεσης
Παρά την αρχική αισιοδοξία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η σύνοδος της Ουάσινγκτον δείχνει να σκοντάφτει στην έλλειψη ενθουσιασμού των συμμάχων. Πολλοί ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκφράζουν φόβους ότι η νέα αμερικανική πολιτική θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση και δίωξη πολιτικών αντιπάλων, ακόμη και εντός των ΗΠΑ. Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει αυτές τις ανησυχίες, υποστηρίζοντας ότι η αντιτρομοκρατική στρατηγική δεν στοχεύει σε πολίτες που απλώς διαφωνούν με την κυβέρνηση.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: μπορεί η διεθνής κοινότητα να συναινέσει σε έναν νέο ορισμό της τρομοκρατίας που θα συμπεριλαμβάνει ομάδες χωρίς κεντρική διοίκηση, όπως το Antifa, τη στιγμή που οι παραδοσιακές απειλές, όπως η ισλαμιστική τρομοκρατία, παραμένουν ενεργές; Η απάντηση θα δοθεί πιθανότατα στην αίθουσα της Συνόδου, αλλά και στις πρωτεύουσες που κλήθηκαν να στείλουν τους εκπροσώπους τους.
«Η συνεχιζόμενη προσήλωση στην ισλαμιστική τρομοκρατία έχει περιορίσει τον τρόπο με τον οποίο οι δυτικές κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται τις σύγχρονες απειλές»
Τα επόμενα εικοσιτετράωρα θα δείξουν αν η Σύνοδος της Ουάσινγκτον θα καταφέρει να μετατρέψει την αμερικανική πρωτοβουλία σε ένα παγκόσμιο κίνημα ή αν θα παραμείνει μια ακόμη πολιτική κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ, που θα συναντήσει την αδιαφορία ακόμη και των πιο στενών συμμάχων της.






