Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τονίζει ότι η ενεργειακή ρήτρα είναι δημοσιονομικό εργαλείο και όχι αυτόματη μείωση τιμών. Ζητά παρεμβάσεις στα ολιγοπώλια και φορολόγηση των υπερκερδών.
Ηρώ Σιββοπούλου | 7 Αυγούστου 2026 ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η πολιτική αντιπαράθεση για την ενέργεια αναζωπυρώνεται, με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να αμφισβητεί ευθέως την αποτελεσματικότητα της ενεργειακής ρήτρας. Σύμφωνα με την αξιωματική αντιπολίτευση, το συγκεκριμένο μέτρο παρέχει απλώς δημοσιονομική ευελιξία, χωρίς να διασφαλίζει χαμηλότερους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Με ανακοίνωσή της, η Κουμουνδούρου υποστηρίζει ότι η Ελλάδα συνεχίζει να υστερεί σε κρίσιμες υποδομές, με την αποθήκευση ενέργειας να βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο. Όπως αναφέρεται, η φθηνή ενέργεια από Ανανεώσιμες Πηγές χάνεται, καθώς οι μπαταρίες καλύπτουν μόλις το 2% της εγκατεστημένης ισχύος.
«Η ρήτρα από μόνη της δεν μειώνει ούτε ένα ευρώ τον λογαριασμό του ρεύματος», επισημαίνει ο ΣΥΡΙΖΑ, ασκώντας κριτική στην κυβερνητική στρατηγική.
Τι προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ για την ενέργεια
Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης καλεί την κυβέρνηση να υιοθετήσει πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις, με πρώτη την ανάκτηση του δημόσιου ελέγχου στις ενεργειακές υποδομές. Συγκεκριμένα, προτείνεται η ενίσχυση του ρόλου της ΔΕΗ και των ΕΛΠΕ, ώστε να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς.
Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά την επιβολή φορολόγησης στα υπερκέρδη των ενεργειακών κολοσσών, τον καθορισμό ανώτατου περιθωρίου κέρδους στη διύλιση και τη δημιουργία μηχανισμού επιστροφής των υπερκερδών στους καταναλωτές. Ζητείται επίσης η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, με τη χρηματοδότηση να προέρχεται από το πρωτογενές πλεόνασμα.
Τα ερωτήματα που θέτει η Κουμουνδούρου
Η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ κλείνει με μια σειρά ερωτημάτων προς την κυβέρνηση. Το κόμμα ζητά να μάθει ποια έργα θα χρηματοδοτηθούν, πότε αναμένεται να ολοκληρωθούν και πώς ακριβώς θα συμβάλουν στη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Το βασικό μήνυμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να αποτελεί πρόσχημα για νέα υπερκέρδη. Απαιτείται δημόσιος έλεγχος, ρύθμιση της αγοράς και διασφάλιση ότι το όφελος θα επιστρέφει στην κοινωνία.






