Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από την κατάρρευση. Κινδυνεύει από κάτι πιο ύπουλο: να πληρώνει κάθε χρόνο περισσότερο για έναν κόσμο που δεν ελέγχει.
Δημήτρης Γιαλουράκης | 16.09.2026 |Αναλύσεις
Ο κόσμος στον οποίο χτίστηκε η ελληνική οικονομία των τελευταίων δεκαετιών τελειώνει. Όχι με μια θεαματική ημερομηνία, ούτε με μια επίσημη ανακοίνωση. Τελειώνει λίγο λίγο, κάθε φορά που ένας εμπορικός δρόμος γίνεται ακριβότερος, μια ενεργειακή κρίση μετατρέπεται σε πληθωρισμό, ένας πόλεμος αλλάζει τις ισορροπίες, ένας δασμός αλλάζει την τιμή ενός προϊόντος ή μια χώρα αποφασίζει ότι η οικονομία της είναι πλέον εργαλείο εθνικής ισχύος.
Για δεκαετίες θεωρήσαμε σχεδόν δεδομένο ότι η ενέργεια θα είναι διαθέσιμη, το εμπόριο σχετικά ελεύθερο, οι εφοδιαστικές αλυσίδες λειτουργικές, το χρήμα σχετικά φθηνό και η Ευρώπη θα μπορούσε να αγοράζει ασφάλεια χωρίς να χρειάζεται να επενδύει συνεχώς σε αυτήν. Αυτό το μοντέλο δεν υπάρχει πια με τον ίδιο τρόπο.
Η Ελλάδα έχει κάνει απόσταση από το 2010. Έχει αφήσει πίσω της την άμεση κρίση χρέους, έχει βελτιώσει τα δημοσιονομικά της μεγέθη και προσελκύει πλέον σημαντικές ξένες επενδύσεις. Το 2025 οι καθαρές ροές άμεσων ξένων επενδύσεων προς την Ελλάδα έφτασαν τα 12 δισ. ευρώ, ιστορικό υψηλό σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα βρίσκεται εκεί που βρισκόταν το 2010. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το οικονομικό μοντέλο που δημιουργήθηκε μετά το 2010 αντέχει σε έναν κόσμο που δεν μοιάζει πλέον με εκείνον για τον οποίο σχεδιάστηκε.
Και κάπου εδώ αρχίζει το ελληνικό πολιτικό παραμύθι
Ακούγοντας την πολιτική συζήτηση, μπορεί κανείς να σχηματίσει μια εικόνα που μοιάζει πλήρης αλλά στην πραγματικότητα είναι κομμένη σε κομμάτια. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την ανάπτυξη, τα δημοσιονομικά περιθώρια, τις επενδύσεις, τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τις αυξήσεις εισοδημάτων. Η αντιπολίτευση εστιάζει περισσότερο στο κόστος ζωής, στην αγοραστική δύναμη, στη φορολογία, στις τιμές και στο πώς κατανέμεται ο παραγόμενος πλούτος. Τα μικρότερα κόμματα προσθέτουν τις δικές τους προτάσεις. Και πάνω από όλα αυτά, η δημόσια συζήτηση μετατρέπει συχνά έναν αριθμό σε ολόκληρη ιστορία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάθε αριθμός είναι ψεύτικος. Το πρόβλημα είναι ότι ένας αληθινός αριθμός δεν είναι πάντα ολόκληρη η αλήθεια. Μπορεί να υπάρχει ανάπτυξη και ταυτόχρονα ο πολίτης να αισθάνεται ότι δεν προλαβαίνει τις τιμές. Μπορεί να αυξάνονται οι επενδύσεις και ένα μέρος της απόδοσής τους να κατευθύνεται στους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου. Μπορεί να αυξάνονται οι τουριστικές αφίξεις χωρίς αντίστοιχη αύξηση της κατανάλωσης στην τοπική αγορά. Μπορεί να χτίζονται νέα ακίνητα χωρίς να λύνεται το πρόβλημα της οικονομικά προσιτής κατοικίας.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Δεν αρκεί να ξέρουμε πόσα χρήματα μπαίνουν στην Ελλάδα. Πρέπει να ξέρουμε πού καταλήγουν, πόσο μένουν εδώ και πόσο διαχέονται στην πραγματική οικονομία. Και αυτό γίνεται ιδιαίτερα καθαρό στους έξι μεγάλους λογαριασμούς που ανοίγονται μπροστά μας.
1. Ενέργεια: ο λογαριασμός φτάνει μέχρι το ράφι
Η Ελλάδα δεν καθορίζει την παγκόσμια τιμή του πετρελαίου, του φυσικού αερίου ή της ενέργειας. Την πληρώνει όμως. Όταν αυξάνεται το κόστος ενέργειας, δεν ακριβαίνει μόνο η βενζίνη. Ακριβαίνει η μεταφορά, η παραγωγή, η ψύξη, η αποθήκευση, η λειτουργία μιας επιχείρησης, η γεωργία, η μεταποίηση. Στο τέλος ο λογαριασμός φτάνει στο σούπερ μάρκετ. Αυτό είναι το πρώτο χαρακτηριστικό του νέου κόσμου: ένα γεγονός που συμβαίνει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μπορεί να μετατραπεί μέσα σε λίγες εβδομάδες σε πρόβλημα στο ελληνικό νοικοκυριό.
2. Το εξωτερικό ισοζύγιο: η χώρα παραμένει εκτεθειμένη
Η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά τις εξαγωγές της, αλλά εξακολουθεί να εμφανίζει μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 το έλλειμμα έφτασε τα 9,5 δισ. ευρώ. Με απλά λόγια, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χρειάζεται σημαντικές εισροές από τον υπόλοιπο κόσμο. Το κινητό, ο υπολογιστής, τα μηχανήματα, η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, ένα μεγάλο μέρος του εξοπλισμού που χρησιμοποιεί η παραγωγή μας, δεν δημιουργούνται όλα εδώ. Γι’ αυτό κάθε διεθνής αναστάτωση μεταφέρεται στην Ελλάδα. Και γι’ αυτό η συζήτηση για την ανάπτυξη δεν μπορεί να τελειώνει στο πόσο μεγάλωσε το ΑΕΠ. Πρέπει να φτάνει μέχρι το ερώτημα: πόσο από αυτή την ανάπτυξη δημιουργεί εγχώρια παραγωγική ικανότητα;
3. Τουρισμός: δεν αρκεί να μετράμε κεφάλια
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ελλάδα μπορεί να έχει περισσότερους τουρίστες, περισσότερες αφίξεις και περισσότερα τουριστικά έσοδα. Αλλά μια οικονομία δεν ζει από τα κεφάλια που περνούν τα σύνορά της. Ζει από την αξία που δημιουργούν και από το πόσο αυτή η αξία διαχέεται στην κοινωνία. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος είναι αποκαλυπτικά: στο πρώτο εξάμηνο του 2026 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 14,8% και οι αφίξεις κατά 15,4%, αλλά η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 0,6%. Τον Ιούνιο, μάλιστα, οι αφίξεις αυξήθηκαν 6,9%, ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε 6,2%.
Άρα η λέξη «ρεκόρ» από μόνη της δεν αρκεί. Υπάρχει και το ζήτημα του πού ξοδεύεται το χρήμα. Ο τουρίστας του all-inclusive μπορεί να έχει πληρώσει προκαταβολικά το δωμάτιο, τα γεύματα, τα ποτά και μεγάλο μέρος της διασκέδασής του. Δεν είναι απαραίτητο να βγει από το ξενοδοχειακό συγκρότημα για να φάει στην τοπική ταβέρνα, να πιει έναν καφέ στην πλατεία, να ψωνίσει από το μικρό κατάστημα ή να χρησιμοποιήσει μια σειρά από τοπικές υπηρεσίες. Μπορεί να περάσει μεγάλο μέρος των διακοπών του στην πισίνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έσοδα του ξενοδοχείου δεν είναι τουριστικό εισόδημα. Σημαίνει κάτι διαφορετικό και πολύ πιο σημαντικό για την οικονομική πολιτική: άλλο τουριστικό έσοδο και άλλο διάχυση της τουριστικής δαπάνης στην τοπική οικονομία. Και υπάρχει ακόμη μία παράμετρος. Η Ελλάδα προσελκύει ολοένα περισσότερο διεθνές επενδυτικό κεφάλαιο στον ξενοδοχειακό τομέα. Η ίδια η Enterprise Greece παρουσιάζει τη χώρα ως σημαντικό προορισμό για διεθνείς επενδύσεις σε hospitality και τουριστικό real estate, ενώ η παρουσία ξένων επενδυτών και διεθνών ξενοδοχειακών ομίλων έχει ενισχυθεί.
Η ξένη επένδυση ασφαλώς φέρνει κεφάλαιο, θέσεις εργασίας και οικονομική δραστηριότητα. Όμως η ιδιοκτησία έχει σημασία: όταν τα κέρδη καταλήγουν σε ιδιοκτήτες και επενδυτές εκτός Ελλάδας, δεν επανεπενδύεται αυτομάτως όλη η απόδοση μέσα στην ελληνική οικονομία. Άρα η σωστή ερώτηση δεν είναι μόνο «πόσοι τουρίστες ήρθαν;». Είναι: πόσα άφησαν, πού τα άφησαν, πόσο από αυτά έμεινε στην Ελλάδα και πόσο διαχύθηκε στις τοπικές κοινωνίες;
4. Κατοικία: χτίζουμε περισσότερο, αλλά για ποιον;
Το ίδιο παράδοξο εμφανίζεται και στην κατοικία. Η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις σε ακίνητα. Χρειάζεται ανακαινίσεις, νέες κατασκευές και αύξηση του στεγαστικού αποθέματος. Όμως άλλο η αύξηση της αξίας των ακινήτων και άλλο η αύξηση της προσφοράς κατοικίας που μπορεί να πληρώσει ο εργαζόμενος. Οι τιμές των διαμερισμάτων συνέχισαν να αυξάνονται το 2025, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει πλέον την προσιτή κατοικία ως κρίσιμο ζήτημα.
Την ίδια στιγμή, σημαντικό μέρος των νέων επενδύσεων στην αγορά ακινήτων συνδέεται με επενδυτικά κεφάλαια, τουριστικές χρήσεις, βραχυχρόνιες μισθώσεις και ακίνητα που αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως επενδυτικό προϊόν. Εδώ υπάρχει ένας μηχανισμός που πρέπει να δούμε χωρίς συνθήματα. Αν ένα κτίριο αγοράζεται ή ανακαινίζεται με στόχο τη βραχυχρόνια μίσθωση και η άνοδος των ενοικίων αυξάνει την απόδοση του ακινήτου, τότε η αύξηση των τιμών μπορεί να λειτουργεί υπέρ της ταχύτερης απόσβεσης του επενδυμένου κεφαλαίου. Για τον ιδιοκτήτη αυτό μπορεί να είναι οικονομικά λογικό. Για τον άνθρωπο που ψάχνει σπίτι για να ζήσει, όμως, η ίδια εξέλιξη σημαίνει υψηλότερο κόστος στέγασης. Και εδώ βρίσκεται η αντίφαση: Μπορεί να αυξάνεται η επένδυση στην κατοικία και ταυτόχρονα να μην αυξάνεται στον ίδιο βαθμό η προσιτή κατοικία. Αυτό δεν είναι απαραίτητα αποτυχία της επένδυσης. Είναι ζήτημα του τι ακριβώς επενδύουμε για να λύσουμε.
5. Άμυνα: η νέα δαπάνη πρέπει να γίνει και παραγωγή
Η Ευρώπη έχει επίσης μπει σε διαφορετική εποχή ασφάλειας. Το ΝΑΤΟ έχει συμφωνήσει στόχο επενδύσεων 5% του ΑΕΠ ετησίως έως το 2035, με τουλάχιστον 3,5% για τις βασικές αμυντικές ανάγκες και έως 1,5% για ευρύτερες επενδύσεις άμυνας και ασφάλειας, υποδομές, ανθεκτικότητα και αμυντική βιομηχανία. Για την Ελλάδα, που έχει διαχρονικά υψηλές αμυντικές ανάγκες, αυτό δεν είναι απλώς ένας ακόμη δημοσιονομικός λογαριασμός. Είναι και επιλογή παραγωγικού μοντέλου.
Θα αγοράζουμε κυρίως έτοιμα συστήματα από το εξωτερικό ή θα δημιουργήσουμε μεγαλύτερη εγχώρια ικανότητα σε drones, ηλεκτρονικά, λογισμικό, αισθητήρες, συντήρηση, ανταλλακτικά και εξειδικευμένο προσωπικό; Η πρώτη επιλογή είναι δαπάνη. Η δεύτερη μπορεί, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, να γίνει και παραγωγή.
6. Το χρήμα και το τέλος της εύκολης χρηματοδότησης
Για χρόνια η Ευρώπη έμαθε να λειτουργεί με σχετικά φθηνό χρήμα. Αυτό βοήθησε νοικοκυριά, επιχειρήσεις, επενδύσεις και κράτη. Σε έναν κόσμο υψηλότερων κινδύνων, όμως, το κόστος του χρήματος μπορεί να παραμένει υψηλότερο και πιο ευμετάβλητο. Για τον πολίτη αυτό σημαίνει στεγαστικό. Για την επιχείρηση σημαίνει δάνειο και κεφάλαιο κίνησης. Για την οικονομία σημαίνει ότι κάθε επένδυση πρέπει να αποδίδει περισσότερο για να δικαιολογήσει το κόστος χρηματοδότησής της. Και για το κράτος σημαίνει ότι το δημοσιονομικό περιθώριο δεν είναι ανεξάντλητο.
Και μετά τελειώνουν τα ευρωπαϊκά λεφτά
Υπάρχει ακόμη ένας λογαριασμός που συχνά χάνεται μέσα στους πανηγυρισμούς για τις επενδύσεις: η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι προσωρινός και τα σχετικά σχέδια πρέπει να υλοποιηθούν έως το 2026. Το πραγματικό τεστ, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσα έργα χρηματοδοτήθηκαν. Είναι τι θα υπάρχει την επόμενη ημέρα.
Θα έχουμε παραγωγικές επιχειρήσεις; Υποδομές; Δίκτυα; ψηφιακές υπηρεσίες; ενεργειακές επενδύσεις; τεχνογνωσία; καλύτερη παραγωγικότητα; νέες θέσεις εργασίας; Ή θα έχουμε απλώς απορροφήσει τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια; Η διαφορά είναι τεράστια.
Και τελικά, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
Εδώ επιστρέφουμε στην πολιτική. Κάθε μόνιμη παροχή χρειάζεται μόνιμη χρηματοδότηση. Κάθε φορολογική ελάφρυνση μειώνει έσοδα, εκτός αν αντισταθμιστεί αλλού. Κάθε νέα δαπάνη ανταγωνίζεται κάποια άλλη ανάγκη. Και κάθε οικονομική πολιτική εφαρμόζεται μέσα σε έναν διεθνή κόσμο που δεν ελέγχει η ελληνική κυβέρνηση — ούτε η αντιπολίτευση, ούτε καν η Ελλάδα συνολικά.
Γι’ αυτό η σοβαρή συζήτηση δεν είναι ποιος υπόσχεται περισσότερα. Είναι να ξεχωρίσουμε τι είναι ήδη εξασφαλισμένο, τι είναι οικονομικά εφικτό, τι εξαρτάται από τις διεθνείς συνθήκες και τι παρουσιάζεται ως βεβαιότητα ενώ στην πραγματικότητα είναι πολιτική επιλογή υπό προϋποθέσεις.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο 2010. Βρίσκεται μπροστά σε κάτι διαφορετικό και ίσως πιο απαιτητικό: να διατηρήσει όσα κέρδισε μετά την κρίση, ενώ το διεθνές περιβάλλον γίνεται ακριβότερο, πιο ανταγωνιστικό και λιγότερο προβλέψιμο. Και τότε η ανάπτυξη δεν θα μετρηθεί μόνο από το ΑΕΠ. Θα μετρηθεί από το αν η ενέργεια, ο τουρισμός, η κατοικία, η άμυνα, οι επενδύσεις και οι ευρωπαϊκοί πόροι δημιουργούν παραγωγική δύναμη που μένει στη χώρα.
Γιατί μπορείς να έχεις γεμάτα ξενοδοχεία και άδεια τοπική αγορά. Να χτίζεις σπίτια που δεν μπορεί να νοικιάσει ο εργαζόμενος. Να προσελκύεις ξένο κεφάλαιο χωρίς να δημιουργείς αντίστοιχη εγχώρια αποταμίευση και παραγωγική βάση. Να αυξάνεις τις αμυντικές δαπάνες χωρίς να αυξάνεις την εγχώρια τεχνολογική ικανότητα. Και μπορείς, την ίδια ώρα, να παρουσιάζεις έναν πολύ ωραίο αριθμό στην τηλεόραση.
Εκεί βρίσκεται η μεγάλη παγίδα. Όχι στο αν η Ελλάδα αναπτύσσεται. Αναπτύσσεται. Αλλά στο τι είδους ανάπτυξη παράγει, ποιος την καρπώνεται και τι αφήνει πίσω της όταν το εξωτερικό περιβάλλον πάψει να είναι ευνοϊκό. Γιατί αυτή τη φορά, αν κάτι πάει στραβά, δεν θα φταίει μόνο ο «κακός δράκος». Θα φταίει και το γεγονός ότι τον είδαμε να έρχεται και προτιμήσαμε να συζητάμε ποιος διηγείται καλύτερα το παραμύθι.






