ΑρχικήΔΙΕΘΝΗΗ σχιζοφρένεια του Λευκού Οίκου: Ο Τραμπ θέλει να κηρύξει το τέλος...

Η σχιζοφρένεια του Λευκού Οίκου: Ο Τραμπ θέλει να κηρύξει το τέλος του πολέμου, το Πεντάγωνο προετοιμάζεται για το 2027 – Οι σύμβουλοι, οι εκλογές και η αντίφαση που καθορίζει την πορεία της σύγκρουσης

Σχεδόν επτά μήνες μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται βαθιά διχασμένη ανάμεσα σε τρεις αντικρουόμενες επιταγές: την πολιτική ανάγκη για αποκλιμάκωση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, την προσωπική επιθυμία του προέδρου να κηρύξει νίκη και τη στρατιωτική πραγματικότητα ενός Πενταγώνου που προετοιμάζεται για σύγκρουση διάρκειας έως το 2027. Το αποκλειστικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal αποκάλυψε τις ιδιωτικές συζητήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για μονομερή κήρυξη τέλους του πολέμου, την ίδια στιγμή που ανώτεροι σύμβουλοί του, ανάμεσά τους ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, πιέζουν να παραμείνει η σύγκρουση «ήσυχη» έως τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, φοβούμενοι ένα πολιτικό αδιέξοδο για τους Ρεπουμπλικάνους.

Δημήτρης Γιαλουράκης | 03.09.2026 Γεωπολιτική

Σχεδόν επτά μήνες μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν – ενός πολέμου που ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προεξαγγείλει ως «τεσσάρων με πέντε εβδομάδων» – η κυβέρνηση των ΗΠΑ εμφανίζεται βαθιά διχασμένη ανάμεσα σε τρεις αντικρουόμενες επιταγές: την πολιτική ανάγκη για αποκλιμάκωση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, την προσωπική επιθυμία του προέδρου να κηρύξει νίκη και τη στρατιωτική πραγματικότητα ενός Πενταγώνου που προετοιμάζεται για σύγκρουση διάρκειας έως το 2027.

Το αποκλειστικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη αποκάλυψε μια εικόνα που μοιάζει σχιζοφρενική, αλλά στην πραγματικότητα αποτυπώνει την κυνική στρατηγική της Ουάσινγκτον. Ο Τραμπ έχει συζητήσει κατ’ ιδίαν με ανώτερους συνεργάτες του το ενδεχόμενο να κηρύξει μονομερώς το τέλος του πολέμου, ακόμη και χωρίς πυρηνική συμφωνία με την Τεχεράνη. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο πρόεδρος πιστεύει ότι η διατήρηση έντονης οικονομικής πίεσης – μέσω της «Επιχείρησης Οικονομικός Παρίας» (Economic Outcast) που εξαπέλυσε η Ουάσινγκτον την περασμένη εβδομάδα – θα υποχρεώσει κάποια στιγμή την Τεχεράνη «είτε να διαλύσει το πυρηνικό πρόγραμμά της είτε να καταρρεύσει». «Μου αρέσει πολύ περισσότερο η θέση μας τώρα, με σχεδόν πλήρη έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και την οικονομία τους να καταρρέει ολοσχερώς», έγραψε ο Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι σύμβουλοι, οι εκλογές και η πολιτική επιβίωση

Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, συναντά σοβαρές πολιτικές αντιστάσεις. Σύμφωνα με το Reuters, το οποίο επικαλείται τέσσερις πηγές που γνωρίζουν τις εσωτερικές συζητήσεις, ανώτεροι σύμβουλοι του προέδρου πιέζουν να αποτραπεί οποιαδήποτε κλιμάκωση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, φοβούμενοι τις πολιτικές συνέπειες για τους Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο συγκαταλέγονται μεταξύ των ανώτερων στελεχών που στηρίζουν την ιδέα να παραμείνει η σύγκρουση σχετικά «ήσυχη» έως τον Νοέμβριο.

Το σκεπτικό είναι απλό: η διατήρηση της σύγκρουσης σε χαμηλούς τόνους θα αποτρέψει τον μη δημοφιλή πόλεμο από το να κυριαρχήσει στην ειδησεογραφική ατζέντα, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι υπερασπίζονται οριακές πλειοψηφίες στη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ορισμένοι σύμβουλοι έχουν προειδοποιήσει τον Τραμπ ότι η επέκταση της σύγκρουσης πέρα από τις πρόσφατες ανταλλαγές πληγμάτων θα μπορούσε να βλάψει τους Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους. Ο ίδιος ο πρόεδρος, ωστόσο, διατείνεται ότι οι εκλογικές σκοπιμότητες δεν καθοδηγούν τις στρατιωτικές του αποφάσεις.

Παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, η πραγματικότητα είναι ότι η πολιτική πίεση ασκείται ανελέητα. Οι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου εξετάζουν το ενδεχόμενο ενίσχυσης των στρατιωτικών επιχειρήσεων μετά τις εκλογές, αν και τονίζουν ότι η επιστροφή σε πλήρους κλίμακας σύγκρουση δεν είναι βέβαιη.

Η επιχειρησιακή πραγματικότητα – Το Πεντάγωνο προετοιμάζεται για το 2027

Την ίδια ώρα που ο Λευκός Οίκος συζητά διεξόδους, το Πεντάγωνο κινείται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχει παρατείνει σιωπηρά την παραμονή των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, διατηρώντας περίπου 50.000 στρατιώτες, 19 πολεμικά πλοία (συμπεριλαμβανομένων δύο αεροπλανοφόρων και 13 αντιτορπιλικών κατευθυνόμενων βλημάτων), μοίρες μαχητικών αεροσκαφών, μονάδες αεράμυνας και αλεξιπτωτιστές.

Η στρατιωτική παρουσία αυτή αποσκοπεί στη διατήρηση της ευελιξίας του προέδρου να επιλέξει ανάμεσα σε τρεις επιλογές: συνέχιση της οικονομικής πίεσης, περιορισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις ή γενίκευση της σύγκρουσης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της WSJ, ο Τραμπ ενημερώθηκε τον περασμένο μήνα για πιθανά στρατιωτικά σενάρια που περιλάμβαναν εντατικοποιημένες αεροπορικές επιδρομές και την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων για την κατάληψη ιρανικών νησιών κοντά στα Στενά του Ορμούζ. Ένας άλλος πιθανός στόχος ήταν το «Pickaxe Mountain», μια τοποθεσία κοντά στο Νατάνζ που έχει προκαλέσει ανησυχίες σε Αμερικανούς και Ισραηλινούς αξιωματούχους για πιθανή ιρανική πυρηνική δραστηριότητα.

Όπως σημειώνει η Jerusalem Post, οι αναπτύξεις «υπογραμμίζουν την αντίφαση στην καρδιά της τρέχουσας στρατηγικής της Ουάσινγκτον: ο Τραμπ στέλνει σήμα ενδιαφέροντος για αποκλιμάκωση, διατηρώντας παράλληλα τη στρατιωτική ικανότητα για ταχεία κλιμάκωση».

Η επιβάρυνση των στρατευμάτων

Η παρατεταμένη παρουσία στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει σοβαρά το προσωπικό, τις οικογένειές τους και τον εξοπλισμό. Οι μονάδες αεράμυνας του Στρατού Ξηράς έχουν δει τη θητεία τους να αυξάνεται από εννέα σε δώδεκα μήνες. Ορισμένες μονάδες που αρχικά προορίζονταν για την Ευρώπη ή τον Ειρηνικό έχουν ήδη παραμείνει στη Μέση Ανατολή για περισσότερο από ένα χρόνο.

Το Πολεμικό Ναυτικό αντιμετωπίζει παρόμοιες πιέσεις. Τα αντιτορπιλικά USS Delbert D. Black και USS Spruance, που αναπτύχθηκαν για τα αρχικά στάδια του πολέμου, συνεχίζουν να επιβάλλουν τον αποκλεισμό. Ορισμένα πληρώματα, αποτελούμενα από περίπου 300 άτομα, περνούν πολλούς συνεχόμενους μήνες στη θάλασσα. Ο Τομ Καράκο, διευθυντής του Προγράμματος Αντιπυραυλικής Άμυνας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, προειδοποίησε ότι ο αυξημένος επιχειρησιακός ρυθμός θα μπορούσε να εξαντλήσει το προσωπικό, να καθυστερήσει τη συντήρηση και να παρεμποδίσει τις μακροπρόθεσμες προσπάθειες εκσυγχρονισμού.

Η αβεβαιότητα της στρατηγικής «ησυχίας»

Παρά την επιθυμία του προέδρου και των συμβούλων του για αποκλιμάκωση, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Οι πρόσφατες ανταλλαγές επιθέσεων ανάμεσα σε αμερικανικές και ιρανικές δυνάμεις υπογραμμίζουν πόσο γρήγορα μπορούν να ανατραπούν οι προσπάθειες περιορισμού της σύγκρουσης.

Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι το Ιράν, έχοντας αντέξει μήνες διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ, θα συνεχίσει να πλήττει αμερικανικούς στόχους και συμμαχικά συμφέροντα στον Κόλπο. Οι ΗΠΑ θα βρεθούν υπό πίεση να ανταποδώσουν, μια δυναμική που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια σπείρα κλιμάκωσης, παρασύροντας και τις δύο πλευρές πίσω σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας, ανεξάρτητα από το αν η κυβέρνηση το επιθυμεί.

Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η μονομερής κήρυξη τέλους του πολέμου μπορεί να σταθεί ως πολιτική πράξη χωρίς στρατιωτικό αντίκρισμα, και αν η Τεχεράνη θα αποδεχτεί μια τέτοια εξέλιξη ή θα την εκλάβει ως ευκαιρία για να εντείνει την πίεση σε μια αμερικανική κυβέρνηση που δείχνει σημάδια κόπωσης. Η αντίφαση ανάμεσα στην επιθυμία του Λευκού Οίκου για διέξοδο και στην προετοιμασία του Πενταγώνου για μακροχρόνια σύγκρουση δεν είναι ένδειξη αναποφασιστικότητας, αλλά ένας υπολογισμένος κυνισμός: να διατηρηθούν όλες οι επιλογές ανοιχτές, είτε οδηγήσει η πολιτική σε ειρήνη είτε η στρατιωτική πραγματικότητα σε νέα κλιμάκωση.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ