Το πόρισμα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας αποκάλυψε παράνομο ογκολογικό τμήμα σε ιδιωτική κλινική της ανατολικής Θεσσαλονίκης: ένας γιατρός χωρίς σύμβαση, καμία ΜΕΘ, ελλιπές νοσηλευτικό προσωπικό και χημειοθεραπείες από το 2022 σε ασθενείς που δεν είχαν κακοήθεια. Η απόφαση σφράγισης υπεγράφη τη Δευτέρα, αλλά μέχρι το μεσημέρι της Τρίτης η κλινική παρέμενε ανοιχτή — η εκτέλεση απαιτεί δικαστικό επιμελητή. Ο ιδιοκτήτης διαθέτει κι άλλες κλινικές σε πέντε πόλεις.
Κωνσταντίνα Πετροπούλου | 29.09.2026 Κοινωνικά
Η απόφαση για τη σφράγιση της ιδιωτικής κλινικής στην ανατολική Θεσσαλονίκη υπεγράφη το βράδυ της Δευτέρας 28 Σεπτεμβρίου από τον αντιπεριφερειάρχη Θεσσαλονίκης, Κώστα Γιουτίκα. Η είδηση κυκλοφόρησε ευρέως, με πολλά μέσα να κάνουν λόγο για «λουκέτο» στην κλινική-φάντασμα που λειτουργούσε παράνομο ογκολογικό τμήμα. Ωστόσο, μέχρι το μεσημέρι της Τρίτης 29 Σεπτεμβρίου, η κλινική παρέμενε ανοιχτή. Ο λόγος είναι διαδικαστικός: η απόφαση σφράγισης, για να εκτελεστεί, απαιτεί την επίδοσή της από δικαστικό επιμελητή. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο δικαστικός επιμελητής αναμενόταν να μεταβεί στην κλινική το πρωί της Τρίτης, αλλά μέχρι αργά το μεσημέρι η διαδικασία δεν είχε ολοκληρωθεί.
Η καθυστέρηση αυτή δεν είναι ασυνήθιστη. Στην ελληνική διοικητική πρακτική, η υπογραφή μιας απόφασης ανάκλησης άδειας ή σφράγισης δεν συνεπάγεται αυτόματη διακοπή λειτουργίας. Απαιτείται η φυσική επίδοση του εγγράφου στον υπεύθυνο της μονάδας, η οποία γίνεται από δικαστικό επιμελητή. Μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, η κλινική μπορεί — τυπικά — να συνεχίσει να λειτουργεί. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: μια μονάδα που κρίθηκε παράνομη και επικίνδυνη από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ΕΑΔ) παραμένει ανοιχτή για ώρες ή και ημέρες μετά την υπογραφή της απόφασης κλεισίματός της.
Τι βρήκε ο έλεγχος της ΕΑΔ
Η υπόθεση ξεκίνησε από καταγγελία πολιτών πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Ο έλεγχος της ΕΑΔ, που διενεργήθηκε από την Περιφερειακή Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, αποκάλυψε ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά παράνομης λειτουργίας μονάδας υγείας των τελευταίων ετών.
Σύμφωνα με το πόρισμα, η κλινική έθεσε σε λειτουργία πλήρως εξοπλισμένο ογκολογικό τμήμα, το οποίο δεν προβλεπόταν στην άδεια λειτουργίας της. Το τμήμα λειτουργούσε με έναν μόνο ιατρό, πνευμονολόγο με εξειδίκευση στην ογκολογία πνεύμονα, στον οποίο η κλινική παραχώρησε χώρο γραφείου χωρίς να έχει συνάψει έγγραφη σύμβαση μαζί του. Η κλινική δεν απασχολούσε με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας τους ιατρούς-επιστημονικά υπεύθυνους των τμημάτων της, δεν είχε συνάψει έγγραφες συμβάσεις με τους υπόλοιπους γιατρούς, δεν απασχολούσε επαρκή αριθμό νοσηλευτικού προσωπικού και δεν διέθετε καθόλου προσωπικό σε προαπαιτούμενες ειδικότητες. Επίσης, δεν διέθετε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, παρά τη σχετική υποχρέωση.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά τη χορήγηση των φαρμάκων. Ο ιδιώτης ιατρός συνταγογραφούσε από το 2022, από το ιατρείο της κλινικής, χημειοθεραπευτικά φάρμακα σε ασθενείς του. Στη συνέχεια, ο ίδιος συμμετείχε στη χορήγησή τους στο «Ογκολογικό Τμήμα» της κλινικής. Σε δείγμα ασθενών που εξέτασαν οι ελεγκτές, διαπιστώθηκε ότι πραγματοποιήθηκαν χημειοθεραπείες κατά τη διάρκεια νοσηλειών με διαγνώσεις που δεν αφορούσαν κακοήθεια. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το πόρισμα, χορηγήθηκαν αντικαρκινικά φάρμακα σε ανθρώπους που δεν είχαν καρκίνο. Το γεγονός αυτό αποτελεί, σύμφωνα με την ΕΑΔ, ένδειξη υποβολής μη ορθών στοιχείων στον ΕΟΠΥΥ για την αποζημίωση των νοσηλειών της κλινικής.
Η ΕΑΔ διαπίστωσε επίσης ότι η κλινική είχε αναρτήσει βίντεο στην ιστοσελίδα της, στο οποίο φαινόταν ότι λειτουργεί ογκολογικό τμήμα και διαθέτει τον απαραίτητο εξοπλισμό — συμπεριλαμβανομένου θαλάμου βιολογικής ασφάλειας για τον χειρισμό κυτταροστατικών και χημειοθεραπευτικών φαρμάκων — παρότι δεν διέθετε τη σχετική άδεια.
Ο ιδιοκτήτης και οι άλλες κλινικές
Ο ιδιοκτήτης της κλινικής που ελέγχεται δεν περιορίζεται σε μία μονάδα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, διαθέτει κι άλλες κλινικές στη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα, την Κατερίνη, την Αθήνα και άλλες πόλεις. Τα προηγούμενα χρόνια ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στον χώρο της υγείας, αγοράζοντας αρκετές κλινικές ακόμη και μέσα από διαδικασίες πλειστηριασμού.
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, ο αντιπεριφερειάρχης Κώστας Γιουτίκας υπέγραψε το κλείσιμο μιας ακόμη κλινικής του ίδιου ιδιοκτήτη, στην ανατολική Θεσσαλονίκη, μετά τη διαπίστωση αναντιστοιχιών στον αριθμό των κλινών και στο προσωπικό. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, μέχρι και σήμερα οι δύο κλινικές φέρονται να παραμένουν ανοιχτές, καθώς μετά την υπογραφή της απόφασης ακολουθεί η διαδικασία εκτέλεσής της από δικαστικό επιμελητή. Η δεύτερη κλινική, σύμφωνα με τον ιστότοπο της ιδιοκτήτριας εταιρείας, λειτουργούσε δύο παθολογικά, ένα ογκολογικό και ένα νεφρολογικό τμήμα, με μονάδα τεχνητού νεφρού.
Η ΠΟΕΔΗΝ και οι καταγγελίες
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημόσιων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ) υποστήριξε από την πρώτη στιγμή ότι η υπόθεση δεν ήταν άγνωστη στις αρχές. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλη Γιαννάκο, η σχετική καταγγελία είχε υποβληθεί στην ΕΑΔ πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Οι επιθεωρητές που ανέλαβαν την υπόθεση διαπίστωσαν εκτεταμένη υποστελέχωση, σημειώνοντας ότι η μονάδα λειτουργούσε ουσιαστικά ως δομή φροντίδας ηλικιωμένων, ενώ παράλληλα διαφήμιζε μη νόμιμα την παροχή εξειδικευμένων ογκολογικών υπηρεσιών με την εμπλοκή ενός μόνο ιατρού.
«Έπρεπε να χαθεί ένας άνθρωπος άδικα από κομπογιαννίτες αεριτζήδες σε κλινικές κοτετσοσφαγεία για κινητοποιηθούν οι υποστελεχωμένοι ελεγκτικοί μηχανισμοί και να σφραγίσουν αυτά τα πολύ διαφημιζόμενα ιατρεία ή κλινικές σφαγεία», δήλωσε ο κ. Γιαννάκος. Σύμφωνα με τον ίδιο, το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, που ενσωματώθηκε στην Ενιαία Αρχή Διαφάνειας το 2019, απέμεινε με 13 επιθεωρητές σε όλη τη χώρα.
Οι επόμενες κινήσεις
Η έκθεση ελέγχου της ΕΑΔ διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για τη διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών. Παράλληλα, στάλθηκε στον ΕΟΠΥΥ για τον έλεγχο συγκεκριμένων αποζημιώσεων νοσηλειών και στον αρμόδιο Ιατρικό Σύλλογο για την εξέταση πιθανών πειθαρχικών ευθυνών του εμπλεκόμενου γιατρού.
Ο ιατρός, σύμφωνα με το πόρισμα, καθίσταται συνυπεύθυνος για τη μη νόμιμη λειτουργία του ογκολογικού τμήματος, καθώς πέραν του ότι το τμήμα δεν προβλεπόταν στην άδεια λειτουργίας της κλινικής, η παροχή υπηρεσιών σε μη αδειοδοτημένο χώρο αντιβαίνει στην επιστημονική και ηθική ευθύνη του γιατρού.
Το βασικό ερώτημα που παραμένει ανοιχτό δεν είναι αν η κλινική θα κλείσει — η απόφαση έχει υπογραφεί και η επίδοσή της είναι διαδικαστικό ζήτημα ωρών. Είναι πόσες ακόμη μονάδες λειτουργούν τμήματα που δεν περιλαμβάνονται στην άδειά τους, πόσα χημειοθεραπευτικά φάρμακα συνταγογραφήθηκαν σε ασθενείς που δεν τα χρειάζονταν, και — κυρίως — πόσοι άνθρωποι πίστεψαν ότι έβρισκαν θεραπεία σε ένα σύστημα που τους υποσχέθηκε κάτι που δεν μπορούσε να παράσχει.






