Την ώρα που το Μέγαρο Μαξίμου πανηγυρίζει για την αύξηση των εξαγωγών, οι μικροί παραγωγοί βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται. Το κόστος παραγωγής στο ελαιόλαδο ξεπερνά τα 5 ευρώ το κιλό, η τιμή παραγωγού κινείται στα 3,80 με 4 ευρώ, οι παραδόσεις πρόβειου γάλακτος μειώθηκαν κατά 7,4% στο επτάμηνο, και οι φοροαπαλλαγές εκατομμυρίων κατευθύνονται στις μεγάλες βιομηχανίες. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και της Eurostat δείχνουν έναν κλάδο που ασφυκτιά.
Γιώργος Πετρίδης | 03.10.2026 Οικονομία
Η συζήτηση για τον αγροτικό τομέα στην Ελλάδα συχνά περιστρέφεται γύρω από τα εξαγωγικά ρεκόρ. Τα τελωνειακά στοιχεία δείχνουν αύξηση, οι κυβερνητικές ανακοινώσεις μιλούν για επιτυχίες, και η εικόνα που σχηματίζεται είναι αυτή ενός κλάδου που πάει καλά. Η εικόνα αυτή, όμως, κρύβει μια διαφορετική πραγματικότητα. Η επιβίωση του παραγωγού δεν κρίνεται στα τελωνεία. Κρίνεται στο χωράφι και στον στάβλο, εκεί όπου οι δόσεις των δανείων, οι ζωοτροφές, τα λιπάσματα και το πετρέλαιο κίνησης πρέπει να πληρωθούν πριν φτάσει το προϊόν στην αγορά.
Το μέγεθος της ελληνικής γεωργίας
Σύμφωνα με την έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2025, το 73% των ελληνικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων δεν ξεπερνά τα 50 στρέμματα, έναντι 62,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με στοιχεία αναφοράς του 2020. Παράλληλα, σύμφωνα με τη Eurostat, περίπου το 99% των ελληνικών εκμεταλλεύσεων ήταν οικογενειακές το 2020, έναντι περίπου 93% στην ΕΕ. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι απλώς στατιστικές λεπτομέρειες. Δείχνουν ότι η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου της ελληνικής αγροτιάς αποτελείται από μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις. Και αυτές οι επιχειρήσεις είναι που δέχονται σήμερα τη μεγαλύτερη πίεση.
Η ψευδαίσθηση των τιμών στο ελαιόλαδο
Στο ελαιόλαδο, η σχέση κόστους και τιμής αποκαλύπτει το μέγεθος του προβλήματος. Το πραγματικό κόστος παραγωγής, σύμφωνα με στοιχεία του κλάδου, μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τα 5 ευρώ το κιλό σε περιφέρειες με χαμηλότερες αποδόσεις ή σε ξηρικούς ελαιώνες. Την ίδια ώρα, η τιμή παραγωγού κινείται σε επίπεδα που οριακά καλύπτουν τα έξοδα. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, η τιμή παραγωγού για το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο διαμορφώνεται στα 3,80 με 4,20 ευρώ το κιλό, με τη μέση τιμή στις 23 Ιουνίου 2026 να είναι μόλις 3,51 ευρώ το κιλό. Στη Μεσσηνία, η τιμή παραγωγού έπεσε ακόμη και στα 3,2 ευρώ το κιλό.
Την ίδια ώρα, στο ράφι, η τιμή του ελαιολάδου διαμορφώνεται στα 8,5 ευρώ το λίτρο. Η διαφορά μεταξύ της τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής και αυτής που λαμβάνει ο παραγωγός είναι τεράστια. Ένα σημαντικό μέρος της καλύπτεται από το κόστος τυποποίησης, μεταφοράς και διάθεσης. Αλλά ένα άλλο μέρος καταλήγει στα ταμεία των μεγάλων εταιρειών του κλάδου, οι οποίες προχωρούν σε εξαγορές ιστορικών σημάτων και συγκεντρώνουν την παραγωγή σε κεντρικές μονάδες, πετυχαίνοντας οικονομίες κλίμακας. Από αυτή τη συγκέντρωση, κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύει ότι το παραμικρό όφελος μεταφέρεται στον πρωτογενή τομέα.
Κτηνοτροφία σε αδιέξοδο
Ανάλογη είναι η εικόνα και στην κτηνοτροφία. Η τιμή του πρόβειου γάλακτος κατέγραψε άνοδο, φτάνοντας το 1,5703 ευρώ το κιλό τον Ιούλιο του 2026, από 1,3874 ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Ωστόσο, η άνοδος αυτή συνοδεύτηκε από μια δραματική μείωση των συνολικών παραδόσεων γάλακτος κατά 7,4% στο επτάμηνο. Τα στοιχεία του Μαρτίου 2026 δείχνουν ότι οι παραδόσεις πρόβειου γάλακτος υποχώρησαν στους 92.148 τόνους, από 103.976 τόνους τον Μάρτιο του 2025 – μια απώλεια 12.830 τόνων σε έναν χρόνο.
Η εξέλιξη αυτή διαψεύδει την απλοϊκή ρητορική ότι η αύξηση της τιμής συνεπάγεται ευημερία για τον κτηνοτρόφο. Όταν ο κτηνοτρόφος έχει χάσει ζωικό κεφάλαιο λόγω θεομηνιών ή ασθενειών και καλείται να αντιμετωπίσει τις διπλάσιες τιμές στις ζωοτροφές, η ονομαστική αύξηση της τιμής μονάδας δεν αναπληρώνει το χαμένο εισόδημα. Η μείωση των παραδόσεων δεν είναι απλώς ένα στατιστικό στοιχείο. Είναι η απόδειξη ότι η παραγωγή συρρικνώνεται, όχι επειδή μειώθηκε η ζήτηση, αλλά επειδή οι συνθήκες παραγωγής έχουν γίνει ασφυκτικές.
Οι εξαγωγές της φέτας
Την ίδια ώρα, οι εξαγωγές της φέτας σημειώνουν αύξηση, ξεπερνώντας το 26% σε βάθος τετραετίας. Το 2026, οι εξαγωγές αυξάνονται κατά 7%, απορροφώντας περίπου το 75% της παραγωγής, έναντι 25% που μένει στην ελληνική αγορά. Η αύξηση των εξαγωγών της βιομηχανίας γάλακτος, όμως, δεν συνεπάγεται αυτόματα και δίκαιη κατανομή της προστιθέμενης αξίας. Ο κτηνοτρόφος που παράγει το γάλα δεν επωφελείται αναλογικά από την επιτυχία του τελικού προϊόντος.
Φοροαπαλλαγές στους ισχυρούς
Το κράτος, αντί να λειτουργεί ως εξισορροπητικός παράγοντας, λειτουργεί ως επιταχυντής των ανισοτήτων. Μέσω των φορολογικών απαλλαγών και των αναπτυξιακών κινήτρων, μεγάλες βιομηχανικές μονάδες λαμβάνουν εγκρίσεις ενισχύσεων εκατομμυρίων ευρώ. Αντιθέτως, τα συλλογικά σχήματα και οι μικροί συνεταιρισμοί, παρά τις τυπικές εγκρίσεις συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά εμπόδια, καθυστερήσεις εκταμιεύσεων και ουσιαστικό αποκλεισμό. Οι μικροί παραγωγοί παραμένουν επιδεικτικά αποκλεισμένοι από τα σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία, την τραπεζική ρευστότητα και τους πόρους των αναπτυξιακών προγραμμάτων.
Η εικόνα που σχηματίζεται είναι αυτή ενός κλάδου που, παρά τις εξαγωγικές επιτυχίες, αφήνει την παραγωγική του βάση απροστάτευτη. Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο δεν αφορά το τι θα γίνει την επόμενη τετραετία. Αφορά το τι έγινε από το 2019 και μετά. Και η απάντηση, σύμφωνα με τα στοιχεία, δεν είναι ενθαρρυντική για τους μικρούς παραγωγούς.






