Σήμερα η Ελλάδα γιορτάζει το «Όχι». Κατά έναν παράδοξο τρόπο, γιορτάζει την έναρξη ενός πολέμου και όχι τη λήξη του. Τη στιγμή που η άρνηση έγινε απόφαση, όταν κανείς δεν ήξερε πού θα οδηγούσε.
Δημήτρης Γιαλουράκης | 28.10.2026 Απόψεις
Σήμερα η Ελλάδα γιορτάζει το «Όχι».
Κατά έναν παράδοξο τρόπο, γιορτάζει την έναρξη ενός πολέμου και όχι τη λήξη του. Τη στιγμή που η άρνηση έγινε απόφαση, όταν κανείς δεν ήξερε πού θα οδηγούσε. Πριν από τις νίκες, πριν από τη δικαίωση, πριν γραφτούν οι λόγοι που ακούς σήμερα στις επετείους.
Εκείνοι που έφυγαν για το μέτωπο είχαν μια ζωή να χάσουν. Ένα σπίτι, έναν άνθρωπο που τους περίμενε, ένα παιδί που ίσως δεν θα έβλεπαν να μεγαλώνει. Φοβήθηκαν. Πόνεσαν. Κάποιοι δεν επέστρεψαν ποτέ.
Αν μπορούσες να σταθείς απέναντί τους σήμερα, τι θα τους έλεγες για τη ζωή που έφτιαξες μέσα στην ελευθερία που σου παρέδωσαν;
Ότι τους θυμάσαι; Ότι συγκινείσαι όταν ακούς τα τραγούδια τους; Ότι μαθαίνεις στο παιδί σου να τους τιμά;
Καλά κάνεις. Αλλά η παρακαταθήκη τους ζητά περισσότερα από τη συγκίνησή σου.
Σου άφησαν μια σημαία και την ευθύνη να την κρατήσεις ψηλά. Να είσαι ελεύθερος Έλληνας και να αγαπάς αυτή την ευθύνη. Να συμμετέχεις στη ζωή της χώρας σου, να ελέγχεις εκείνον που σε κυβερνά, να υπερασπίζεσαι το δίκιο ακόμη κι όταν η αδικία δεν έχει φτάσει στη δική σου πόρτα.
Αυτή την παρακαταθήκη την έχεις ακουμπήσει στο πάτωμα.
Κάθε 28η Οκτωβρίου επιστρέφεις εκεί. Την κοιτάζεις με σεβασμό, μιλάς για εκείνους που τη σήκωσαν, χειροκροτείς. Ύστερα την αφήνεις πάλι κάτω. Έχεις δουλειές, λογαριασμούς, υποχρεώσεις. Πρέπει να προλάβεις τη ζωή σου.
Και κάπως έτσι, προσπαθώντας να την προλάβεις, παραχωρείς λίγο λίγο το δικαίωμα να την ορίζεις.
Στη δουλειά καταπίνεις εκείνο που θέλεις να πεις. Μπροστά στην αυθαιρεσία υπολογίζεις αν σε παίρνει να αντιδράσεις. Όταν βλέπεις κάποιον να παρακάμπτει τη σειρά, τον κανόνα, τον νόμο, αναρωτιέσαι ποιον γνωρίζει. Έχεις μάθει να μετράς πρώτα τη δύναμή του και μετά το δίκιο σου.
Κι όταν το παιδί σου εξοργίζεται, το συμβουλεύεις να προσέχει.
Ξέρεις πόσο πικρό είναι αυτό; Να του μιλάς σήμερα για το θάρρος και αύριο να του διδάσκεις την υποχώρηση; Να θέλεις να το προστατεύσεις και τελικά να το προετοιμάζεις για μια ζωή μικρότερη από εκείνη που θα μπορούσε να διεκδικήσει;
Ο φόβος σου έχει λόγους να υπάρχει. Έχεις ανθρώπους που στηρίζονται πάνω σου. Ξέρεις πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί ένας μισθός και πόσο δύσκολα ξαναβρίσκεται. Έχεις πιστέψει, έχεις απογοητευτεί, έχεις δει τη διαμαρτυρία σου να γίνεται σκαλοπάτι για τη σταδιοδρομία κάποιου άλλου.
Αλλά κοίτα πού σε έφερε η σιωπή.
Δουλεύεις περισσότερο και δυσκολεύεσαι να σχεδιάσεις τον επόμενο μήνα. Πληρώνεις για υπηρεσίες που θα έπρεπε να μπορείς να εμπιστευτείς. Βλέπεις την προσπάθεια να μένει πίσω από τη γνωριμία και την ικανότητα να περιμένει έξω από μια κλειστή πόρτα. Σου ζητούν διαρκώς να προσαρμοστείς, ενώ εκείνοι που καθορίζουν τους όρους σπάνια χρειάζεται να στερηθούν κάτι.
Και σου λένε ότι έτσι λειτουργεί ο κόσμος.
Εδώ χρειάζεται το δικό σου «Όχι».
Στην απαίτηση να θεωρείς φυσικό ό,τι σε αδικεί. Στην ασυδοσία που φορά το όνομα της ελευθερίας. Στο προνόμιο που εμφανίζεται ως επιτυχία. Στην εξουσία που αντιμετωπίζει την ανοχή σου σαν λευκή επιταγή.
Αυτό το «Όχι» είναι πράξη επίθεσης. Μπαίνει στον χώρο που έχουν κρατήσει για τον εαυτό τους όσοι αποφασίζουν χωρίς να σε υπολογίζουν. Απαιτεί μερίδιο στον πλούτο που παράγεις, λόγο στις αποφάσεις που σε αφορούν, πρόσβαση στις ευκαιρίες που σήμερα μοιράζονται πίσω από κλειστές πόρτες.
Έχει συγκεκριμένο στόχο: να αποκτήσεις τη δύναμη να επιλέγεις.
Να μπορείς να αρνηθείς έναν εξευτελιστικό όρο εργασίας. Να δοκιμάσεις μια ιδέα χωρίς να χρειάζεσαι προστάτη. Να διεκδικήσεις το δίκιο σου χωρίς να πρέπει πρώτα να υπολογίσεις την περιουσία και τις γνωριμίες του άλλου. Να ξέρεις ότι μια αρρώστια δεν θα διαλύσει το σπίτι σου. Να βλέπεις το παιδί σου να προχωρά χάρη στις δυνατότητές του.
Για να φτάσεις εκεί, θα χρειαστεί να βγεις από την ασφάλεια της ιδιωτικής αγανάκτησης. Να θέσεις το ερώτημα που αποφεύγεται. Να ζητήσεις εξηγήσεις και να επιμείνεις στην απάντηση. Να σταθείς δίπλα στον συνάδελφο που διεκδικεί, στον γείτονα που αδικείται, στον άνθρωπο που εκτίθεται επειδή μίλησε. Να μη χαρίζεις την κρίση σου σε κανέναν επειδή κάποτε τον πίστεψες ή τον ψήφισες.
Μπορεί να αναρωτιέσαι τι θα αλλάξει αν το κάνεις εσύ.
Σκέψου πόσες φορές περίμενες να μιλήσει κάποιος άλλος για να βρεις κι εσύ το κουράγιο. Κάποιος περιμένει τώρα να ακούσει τη δική σου φωνή. Να διαπιστώσει ότι αυτό που τον πνίγει το βλέπει κι άλλος. Ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που θα σταθεί όρθιος και θα επιμείνει.
Δεν χρειάζεται να του υποσχεθείς τη νίκη. Χρειάζεται να μπορεί να σε εμπιστευτεί όταν αρχίσει η δυσκολία.
Γιατί δεν θα είναι εύκολο. Θα υπάρξουν πιέσεις. Θα βρεθείς εκτεθειμένος. Θα ακούσεις ότι είσαι αφελής, ότι δεν αλλάζει τίποτε, ότι καλύτερα να κοιτάξεις τη δουλειά σου. Κι εκεί θα κριθεί πόσο εννοείς αυτό που λες.
Οι άνθρωποι που τιμάς σήμερα δεν μπορούσαν να γνωρίζουν το τέλος όταν έκαναν το δικό τους βήμα. Είχαν όμως πάρει την απόφαση ότι την υποταγή δεν θα την υπέγραφαν οι ίδιοι.
Αυτό σου έμαθαν.
Το «ΟΧΙ» λέγεται. Δεν χειροκροτείται.
Σήμερα, λοιπόν, σκύψε για να σηκώσεις την παρακαταθήκη που άφησες στο πάτωμα. Πάρε ξανά στα χέρια σου την ευθύνη να είσαι ελεύθερος. Κι άρχισε από εκεί που βρίσκεσαι, με ό,τι μπορείς να αλλάξεις, απέναντι σε ό,τι μέχρι χθες ανεχόσουν.
Μην περιμένεις να γίνουν πρώτα πολλοί.
Στην αρχή μπορεί να είσαι ένας από τους λίγους.
Αλλά κάποιος θα δει εσένα. Κι ένας ακόμη θα σταθεί δίπλα σου.
Και θα γίνετε πολλοί.






