Το στρατόπεδο του «Όχι» στην Ισλανδία επικράτησε στο δημοψήφισμα της 29ης Αυγούστου για την επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με ποσοστό 52,5% έναντι 47,5% του «Ναι», σύμφωνα με τον εθνικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα RÚV. Το αποτέλεσμα συνιστά βαρύ πλήγμα για την κεντροαριστερή κυβέρνηση της πρωθυπουργού Κριστρούν Φροσταδότιρ, η οποία είχε επισπεύσει τη διαδικασία λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, ενώ «παγώνει» οριστικά την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, διατηρώντας ωστόσο τη σχέση της με το μπλοκ μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και της Σένγκεν.
Γιώργος Παπαγιάννης | 30.08.2026 Διεθνή
Η Ισλανδία είπε «Όχι» στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι πολίτες της μικρής νησιωτικής χώρας του Βόρειου Ατλαντικού απέρριψαν με οριακή αλλά σαφή πλειοψηφία την πρόταση της κυβέρνησης για επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, σε ένα δημοψήφισμα που χαρακτηρίστηκε από υψηλή συμμετοχή και έντονες γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Σύμφωνα με τα τελικά αποτελέσματα που μετέδωσε ο εθνικός ραδιοτηλεοπτικός φορέας RÚV, το «Όχι» συγκέντρωσε το 52,5% των ψήφων, έναντι 47,5% που τάχθηκε υπέρ της επανέναρξης των συνομιλιών με τις Βρυξέλλες. Η προσέλευση ήταν ιδιαίτερα υψηλή, ξεπερνώντας το 80% στις αγροτικές περιφέρειες και φτάνοντας περίπου το 60% στην πρωτεύουσα Ρέικιαβικ.
Το ερώτημα και το διακύβευμα
Οι Ισλανδοί κλήθηκαν να απαντήσουν στο ερώτημα: «Θα πρέπει η Ισλανδία να επανεκκινήσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση;». Η ψηφοφορία δεν αφορούσε άμεση ένταξη, αλλά τη χορήγηση εντολής στην κυβέρνηση να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες. Η Ισλανδία είχε υποβάλει αίτηση ένταξης το 2009, μετά την κατάρρευση του τραπεζικού της συστήματος, ωστόσο οι διαπραγματεύσεις πάγωσαν το 2013 από την τότε κεντροδεξιά κυβέρνηση και έκτοτε παρέμεναν σε εκκρεμότητα.
Η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος επισπεύστηκε από την κεντροαριστερή κυβέρνηση συνεργασίας υπό την πρωθυπουργό Κριστρούν Φροσταδότιρ, η οποία είχε δεσμευτεί για τη διενέργειά του έως το 2027. Η ραγδαία μεταβολή του παγκόσμιου σκηνικού – η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αυξανόμενη στρατιωτική κινητικότητα στην Αρκτική και η απρόβλεπτη πολιτική των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ – δημιούργησαν ένα αίσθημα γεωπολιτικής ανασφάλειας που ώθησε τη χώρα να αναζητήσει σταθερότητα.
Οι δύο όψεις του επιχειρήματος
Οι υποστηρικτές του «Ναι» υποστήριξαν ότι η επανέναρξη των συνομιλιών και η μελλοντική υιοθέτηση του ευρώ θα θωράκιζαν την ευάλωτη ισλανδική κορώνα, μειώνοντας τον πληθωρισμό και τα υψηλά επιτόκια που επιβαρύνουν τους πολίτες. Το βασικό τους επιχείρημα ήταν η οικονομική ασφάλεια σε έναν κόσμο όπου οι παλιές βεβαιότητες καταρρέουν.
Στον αντίποδα, το βασικό επιχείρημα του «Όχι» ήταν ο κίνδυνος απώλειας του ελέγχου των εθνικών πόρων, ιδιαίτερα στον κρίσιμο τομέα της αλιείας, που αποτελεί τον πυλώνα της ισλανδικής οικονομίας. Οι πολέμιοι της ένταξης φοβήθηκαν ότι η Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ θα έπληττε τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας στα πλούσια ύδατά της. Όπως δήλωσε ο πρώην πρόεδρος της Ισλανδίας, Όλαφουρ Ράγκναρ Γκρίμσον, υποστηρικτής του «Όχι»: «Σήμερα είναι η συνάντησή μας με την ιστορία».
Η γεωγραφία της ψήφου
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν μια σαφή γεωγραφική διαίρεση. Οι αγροτικές περιφέρειες ψήφισαν μαζικά κατά της επανέναρξης των συνομιλιών, με το «Όχι» να φτάνει σε ορισμένες περιοχές έως και το 62,9%. Αντίθετα, οι δύο περιφέρειες της πρωτεύουσας, Ρέικιαβικ Βόρεια και Ρέικιαβικ Νότια, έκλιναν σαφώς υπέρ του «Ναι», με ποσοστά 57,5% και 54,5% αντίστοιχα. Η Νοτιοδυτική περιφέρεια, που αντιπροσωπεύει περίπου το 30% του εκλογικού σώματος, ήταν διχασμένη.
Οι συνέπειες και το πολιτικό αποτύπωμα
Η επικράτηση του «Όχι» σημαίνει το οριστικό «πάγωμα» κάθε ευρωπαϊκής προοπτικής για το άμεσο μέλλον. Η Ισλανδία θα συνεχίσει να πορεύεται αυτόνομα οικονομικά, βασιζόμενη στο δικό της νόμισμα και διατηρώντας τη στενή αλλά εξωτερική σχέση της με το μπλοκ μέσω της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) και της ζώνης Σένγκεν.
Πολιτικά, το αποτέλεσμα αποτελεί σοβαρό πλήγμα για την κυβερνώσα παράταξη που επένδυσε στην ευρωπαϊκή στροφή. Η πρωθυπουργός Φροσταδότιρ, η υπουργός Εξωτερικών Þorgerður Katrín Gunnarsdóttir και η υπουργός Παιδείας Inga Sæland συγκάλεσαν συνέντευξη Τύπου για να σχολιάσουν το αποτέλεσμα. Παρά την ήττα, η Φροσταδότιρ είχε δηλώσει πριν την ψηφοφορία ότι η κυβέρνησή της θα συνεχίσει το έργο της ανεξαρτήτως αποτελέσματος.
Το δημοψήφισμα επιβεβαίωσε ότι η πλειοψηφία των Ισλανδών βάζει σε πρώτη προτεραιότητα την προστασία της εθνικής κυριαρχίας και των αυτόνομων αλιευτικών της ζωνών, έναντι των οικονομικών διευκολύνσεων που προσφέρει η ΕΕ. Όπως σημείωσε η ηγέτης της αντιπολίτευσης και επικεφαλής της εκστρατείας του «Όχι», Γκούντρουν Χάφστεινσντοτιρ: «Αυτά δεν είναι προβλήματα που θα λύσουν οι Βρυξέλλες για εμάς. Είναι προβλήματα που πρέπει να λύσουν οι Ισλανδοί πολιτικοί».






