ΑρχικήΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑΗ ελληνική φέτα χάνει τον πόλεμο της παραγωγής: 500.000 νεκρά ζώα, 40.000...

Η ελληνική φέτα χάνει τον πόλεμο της παραγωγής: 500.000 νεκρά ζώα, 40.000 τόνοι γάλακτος λιγότεροι και ένα barcode που δεν αρκεί

Η ευλογιά των αιγοπροβάτων αποδεκάτισε τα κοπάδια, η παραγωγή πρόβειου γάλακτος έπεσε 8,6% σε ένα χρόνο και η τιμή παραγωγού εκτοξεύτηκε στα 1,90 ευρώ το κιλό. Την ίδια ώρα, η ΑΑΔΕ ετοιμάζει ένα σύστημα ηλεκτρονικής ιχνηλάτησης με barcodes για να πατάξει τις ελληνοποιήσεις. Το ερώτημα δεν είναι αν θα λειτουργήσει το σύστημα. Είναι αν θα υπάρχει ελληνικό γάλα για να ιχνηλατηθεί.

Γιώργος Πετρίδης | 28.09.2026 Οικονομία

Η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Η ευλογιά των αιγοπροβάτων, που ξέσπασε το 2024 και συνεχίζει να πλήττει τη χώρα, έχει οδηγήσει στη θανάτωση περίπου 500.000 ζώων μέσα σε δύο χρόνια. Οι συνέπειες είναι ορατές σε κάθε επίπεδο της αλυσίδας: από τα κοπάδια που αραίωσαν, μέχρι τα τυροκομεία που δεν βρίσκουν πρώτη ύλη και από τις τιμές παραγωγού που εκτοξεύτηκαν, μέχρι τον καταναλωτή που βλέπει τη φέτα στο ράφι να ακριβαίνει.

Τα στοιχεία του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ επιβεβαιώνουν το μέγεθος της ζημιάς. Οι παραδόσεις πρόβειου γάλακτος την περίοδο Ιανουαρίου – Μαΐου 2026 ανήλθαν σε 424.716 τόνους, έναντι 464.460 τόνων το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Πρόκειται για απώλεια 39.744 τόνων — μείωση 8,6%. Στο κατσικίσιο γάλα η πτώση είναι μικρότερη, αλλά υπαρκτή: 130.148 τόνοι έναντι 132.062 τόνων, μείωση 1,4%.

Η τιμή παραγωγού ακολούθησε ανοδική πορεία. Το πρόβειο γάλα έφτασε στα 1,85 ευρώ το κιλό και, σύμφωνα με τον πρώην αναπληρωτή πρόεδρο του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας, Χρήστο Τσοπάνο, έχει πλέον φτάσει περίπου στα 1,90 ευρώ. Το κατσικίσιο διαμορφώνεται έως το 1,40 ευρώ. Η μεταβολή μέσα σε λίγους μήνες είναι σημαντική: τον Ιανουάριο του 2026 η μέση τιμή του πρόβειου γάλακτος ήταν 1,49 ευρώ το κιλό, από 1,38 ευρώ τον Ιανουάριο του 2025.

Γιατί η ευλογιά ήταν καταστροφική

Η ευλογιά των αιγοπροβάτων δεν είναι απλώς μια ακόμη ζωονόσος. Είναι εξαιρετικά μεταδοτική και, σύμφωνα με την κτηνιατρική νομοθεσία της ΕΕ, η αντιμετώπισή της επιβάλλει τη θανάτωση ολόκληρων των κοπαδιών όπου εντοπίζεται κρούσμα. Αυτό σημαίνει ότι ένα μόνο επιβεβαιωμένο περιστατικό μπορεί να οδηγήσει στην εκκένωση μιας ολόκληρης μονάδας — με εκατοντάδες ή και χιλιάδες ζώα.

Στις Σέρρες, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΡΤ Σερρών, έχουν εντοπιστεί 249 κρούσματα σε 197 εστίες, με 42.271 ζώα να έχουν θανατωθεί. Τον Σεπτέμβριο, νέο κρούσμα εντοπίστηκε σε κτηνοτροφική μονάδα στη Λιβαδιά Σιντικής, θέτοντας ξανά σε συναγερμό τις κτηνιατρικές αρχές. Η επιδημία δεν έχει τεθεί υπό έλεγχο — απλώς επιβραδύνθηκε.

Οι επιπτώσεις στην παραγωγή φέτας είναι αναπόφευκτες. Για την παραγωγή ενός κιλού φέτας απαιτούνται περίπου τέσσερα λίτρα γάλα. Με βάση αυτή την αναλογία, η απώλεια 80.000 τόνων γάλακτος μεταφράζεται σε περίπου 20.000 τόνους φέτας λιγότερους. Από τους σχεδόν 140.000 τόνους ετησίως, η παραγωγή ενδέχεται να υποχωρήσει κοντά στους 120.000 τόνους — και αυτό με την προϋπόθεση ότι η επιδημία θα σταματήσει.

Το barcode και το σύστημα που έρχεται

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΑΑΔΕ ετοιμάζει ένα νέο σύστημα ηλεκτρονικής ιχνηλάτησης για το γάλα και το κρέας. Στόχος είναι να μπει φρένο στις ελληνοποιήσεις — δηλαδή στην πρακτική εισαγόμενων πρώτων υλών που διατίθενται ως ελληνικά προϊόντα. Το σύστημα προβλέπει barcode σε κάθε παρτίδα, ηλεκτρονικό δελτίο αποστολής και διασταύρωση ποσοτήτων μέσω του «Άρτεμις 2».

Η λογική είναι απλή: όταν μια μεταποιητική μονάδα δηλώνει ότι εισήγαγε 100 τόνους ελληνικού γάλακτος, θα πρέπει να δικαιολογεί ότι παρήγαγε προϊόντα που αντιστοιχούν σε αυτή την ποσότητα. Αν παράγει περισσότερα, θα πρέπει να εξηγήσει από πού προήλθε η επιπλέον πρώτη ύλη. Στόχος, σύμφωνα με τον κ. Τσοπάνο, είναι «το ελληνικό γάλα να αναγράφεται ως τέτοιο και το εισαγόμενο να φέρει την ένδειξη “ΕΕ”».

Η ΑΑΔΕ έχει θέσει χρονοδιάγραμμα 40 ημερών για την οριστικοποίηση της φόρμας δήλωσης, με στόχο το σύστημα να είναι έτοιμο έως τα Χριστούγεννα. Το σύστημα θα επεκταθεί και στο κρέας, όπου περίπου το 85% της κατανάλωσης καλύπτεται από εισαγωγές.

Το πραγματικό ερώτημα

Το νέο σύστημα ιχνηλάτησης είναι αναμφίβολα ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Θα επιτρέψει στους ελέγχους να γίνουν πιο στοχευμένοι, θα μειώσει τον χώρο για παραπλανητικές πρακτικές και θα δώσει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να γνωρίζουν τι αγοράζουν. Όμως, υπάρχει ένα ερώτημα που δεν απαντά: τι θα ιχνηλατήσει το σύστημα αν η ελληνική παραγωγή συνεχίσει να μειώνεται;

Η ευλογιά δεν έχει αντιμετωπιστεί. Η ανασύσταση των κοπαδιών απαιτεί χρόνο — τουλάχιστον δύο με τρία χρόνια, αν όλα πάνε καλά. Ο κ. Τσοπάνος σημείωσε ότι η επιλογή του εμβολιασμού θα δημιουργούσε ζήτημα για το καθεστώς της φέτας ως ΠΟΠ, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη την εφαρμογή μέτρων πρόληψης και επιτήρησης. Παράλληλα, η αύξηση των εξαγωγών — περίπου 75% της ελληνικής φέτας κατευθύνεται στο εξωτερικό — περιορίζει περαιτέρω τα διαθέσιμα αποθέματα για την εγχώρια αγορά.

Ο πρόεδρος της ΕΔΟΦ, Μιχάλης Σαράντης, προειδοποίησε ότι τα αποθέματα είναι «πάρα, πάρα πολύ χαμηλά» και «ίσως να μην φτάνουν μέχρι το τέλος του χρόνου». Η τιμή της φέτας μπορεί να φτάσει τα 15-16 ευρώ το κιλό ακόμη και στη χονδρική, έναντι 12-13 ευρώ σήμερα. Στη λιανική, η αύξηση μπορεί να φτάσει τα 2 ευρώ το κιλό μέσα στους επόμενους δύο μήνες.

Η Ελλάδα του 2029 και το στοίχημα της αυτάρκειας

Ο κ. Τσοπάνος εκτίμησε ότι μετά το 2029 η βιομηχανία τροφίμων θα εισέλθει σε περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων, καθώς μέχρι τότε θα έχουν ολοκληρωθεί οι περισσότερες επενδύσεις που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα έχει καταφέρει μέχρι τότε να ανακτήσει ένα μέρος της παραγωγικής της βάσης — ή αν θα έχει εδραιωθεί ως χώρα που εισάγει πρώτες ύλες και εξάγει επώνυμα προϊόντα.

Η φέτα είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Είναι προϊόν ΠΟΠ, παράγεται αποκλειστικά από αιγοπρόβειο γάλα και αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα εξαγωγικά προϊόντα της χώρας. Ταυτόχρονα, η παραγωγή της εξαρτάται από ένα ζωικό κεφάλαιο που μειώνεται, από κτηνοτρόφους που δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν στο κόστος και από ένα σύστημα ελέγχων που μέχρι σήμερα αποδεικνύεται ανεπαρκές.

Το barcode μπορεί να δείξει από πού ήρθε το γάλα. Δεν μπορεί να δημιουργήσει γάλα που δεν υπάρχει. Και αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα για την επόμενη μέρα: όχι να ελέγξουμε καλύτερα την παραγωγή, αλλά να διασφαλίσουμε ότι θα υπάρχει παραγωγή για να ελεγχθεί.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ