Ο πρωθυπουργός παρουσίασε στο Βελλίδειο ένα φιλόδοξο πακέτο 30 παρεμβάσεων, με έμφαση σε φοροελαφρύνσεις για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, αυξήσεις μισθών και συντάξεων, αλλά και ένα νέο αφήγημα για την επόμενη ημέρα της διακυβέρνησης, θέτοντας το δίλημμα της πολιτικής σταθερότητας.
Ηρώ Σιββοπούλου | 06.09.2026 |Πολιτική
Ήταν η όγδοη φορά που ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβαινε στο βήμα της ΔΕΘ ως πρωθυπουργός. Από τη στιγμή που εμφανίστηκαν πίσω του οι λέξεις «Ορίζοντας Ελλάδα», έγινε σαφές ότι η ομιλία της Παρασκευής δεν ήταν μια ακόμη ΔΕΘ, αλλά η αφετηρία ενός νέου πολιτικού κεφαλαίου με ορίζοντα την επόμενη τετραετία.
Με ένα πακέτο μέτρων που ξεπερνά τα 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ, ο κ. Μητσοτάκης επιχείρησε να στείλει ένα πολλαπλό μήνυμα: ότι η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να κατανέμει το όφελος της ανάπτυξης σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Η νέα «Συμφωνία Προόδου και Ευημερίας», όπως την ονόμασε, ήρθε να διαδεχθεί τη «Συμφωνία Αλήθειας» του 2019, υπογραμμίζοντας ότι οι προηγούμενες δεσμεύσεις τηρήθηκαν.
Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρέθηκαν τα φορολογικά βάρη. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες ήταν μια από τις μεγάλες κατηγορίες που κέρδισαν έδαφος, με τη ριζική αλλαγή στα τεκμήρια. Για τους συνεπείς φορολογούμενους, καταργούνται οι προσαυξήσεις που συνδέονταν με τον τζίρο και τη μισθοδοσία, ενώ η προκαταβολή φόρου μειώνεται από το 55% στο 50%. Μια επιχείρηση εστίασης στη Θεσσαλονίκη με πέντε εργαζόμενους, σύμφωνα με το παράδειγμα που ανέφερε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, θα δει ετήσιο όφελος που ξεπερνά τα 2.500 ευρώ.
Οι αγρότες ήταν μια άλλη ομάδα που κέρδισε σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις. Ο φόρος εισοδήματος μηδενίζεται για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες με εισόδημα έως 20.000 ευρώ, ενώ από την 1η Νοεμβρίου επιστρέφεται ο ΕΦΚ στην αντλία. Το μέτρο, που έρχεται μετά την αναταραχή του ΟΠΕΚΕΠΕ, είχε σαφή στόχο να αποκαταστήσει την επαφή με μια κοινωνική ομάδα που αποτελεί παραδοσιακή εκλογική δεξαμενή της ΝΔ.
Σημαντικές ήταν οι παρεμβάσεις και στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων. Ο κατώτατος μισθός τίθεται σε τροχιά ανόδου, με στόχο να φτάσει τα 1.000 ευρώ, ενώ ο μέσος μισθός να ξεπεράσει τα 1.800 ευρώ. Στο Δημόσιο, η είδηση ήταν η επαναφορά ενός επιδόματος Χριστουγέννων ύψους 500 ευρώ (μικτά), που θα λάβουν 700.000 υπάλληλοι από τον Δεκέμβριο του 2027.
Για τους συνταξιούχους, η ετήσια ενίσχυση του Νοεμβρίου αυξάνεται στα 400 ευρώ καθαρά και διευρύνεται σε όλους τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών. Παράλληλα, για τις οικογένειες με τρία παιδιά, ο φόρος εισοδήματος μηδενίζεται έως τα 20.000 ευρώ, ενώ το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου 3» ύψους 2 δισ. ευρώ φιλοδοξεί να δώσει λύσεις στο στεγαστικό. Στην κατεύθυνση του δημογραφικού, εντάσσεται και η δημιουργία ενός επενδυτικού λογαριασμού για κάθε νεογέννητο, όπου το κράτος θα διπλασιάζει τις καταθέσεις των γονέων.
Το εντυπωσιακότερο στοιχείο της φετινής ΔΕΘ ήταν η χρονική ακρίβεια με την οποία παρουσιάστηκαν τα μέτρα. Ο κ. Μητσοτάκης ανέλυσε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, που ξεκινά από τον Νοέμβριο του 2026 και φτάνει έως το 2031, σε μια προσπάθεια να αποδείξει ότι δεν πρόκειται για αόριστες υποσχέσεις, αλλά για έναν οδικό χάρτη με ρητές δεσμεύσεις.
Ωστόσο, η ομιλία δεν ήταν μόνο ένα τεχνικό οικονομικό πρόγραμμα. Ήταν, πάνω απ’ όλα, μια πολιτική παρέμβαση ενόψει των εκλογών. Ο κ. Μητσοτάκης έθεσε το δίλημμα της επόμενης ημέρας με τρόπο που δεν άφηνε αμφιβολίες. «Ο ορίζοντας δεν γίνεται τυχαία το σύνθημά μας», είπε, υπογραμμίζοντας ότι η ΝΔ είναι η μόνη σταθερά σε ένα αβέβαιο περιβάλλον. Με μια αιχμή προς τον Αλέξη Τσίπρα, αφιέρωσε τον στίχο «Ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω», ξεκαθαρίζοντας ότι αντίπαλός του δεν είναι η αντιπολίτευση, αλλά τα προβλήματα των πολιτών.
Η φετινή ΔΕΘ σηματοδοτεί την είσοδο της χώρας σε μια νέα προεκλογική περίοδο. Το πακέτο των 30 μέτρων, με το συνολικό κόστος να φτάνει τα 2,2 δισ. ευρώ, αποτελεί το «διαβατήριο» με το οποίο η κυβέρνηση επιχειρεί να διεκδικήσει την επόμενη τετραετία. Το στοίχημα για τον κ. Μητσοτάκη είναι να πείσει ότι η οικονομική ανάκαμψη μπορεί να γίνει αισθητή στην τσέπη του μέσου πολίτη, σε μια περίοδο που η ακρίβεια και το κόστος ζωής παραμένουν τα μεγαλύτερα προβλήματα.






