Το νορβηγικό κοινοβούλιο ξεκινά δημόσιες ακροάσεις για τους δεσμούς πολιτικών, διπλωματών και μελών της βασιλικής οικογένειας με τον Αμερικανό σεξουαλικό εγκληματία Τζέφρι Έπσταϊν. Στο εδώλιο της Επιτροπής Εποπτείας και Συνταγματικών Υποθέσεων κάθονται 11 νυν και πρώην υπουργοί, μεταξύ των οποίων ο πρωθυπουργός Γιόνας Γκαρ Στόερε. Παράλληλα, αστυνομική έρευνα για διαφθορά βρίσκεται σε εξέλιξη για τον πρώην πρωθυπουργό Θόρμπγιερν Γιάγκλαντ και άλλα υψηλά στελέχη. Μια ανεξάρτητη επιτροπή θα εξετάσει 30 χρόνια διπλωματικής ιστορίας.
Γιώργος Παπαγιάννης | 30.09.2026 Διεθνή
Το νορβηγικό κοινοβούλιο άνοιξε σήμερα τον κύκλο δημόσιων ακροάσεων για τις σχέσεις Νορβηγών πολιτικών, διπλωματών και μελών της βασιλικής οικογένειας με τον Τζέφρι Έπσταϊν, τον Αμερικανό χρηματοδότη και καταδικασμένο σεξουαλικό εγκληματία που βρέθηκε νεκρός στη φυλακή το 2019. Η έρευνα, η οποία διεξάγεται από την Επιτροπή Εποπτείας και Συνταγματικών Υποθέσεων, αποτελεί την κορύφωση ενός σκανδάλου που έχει συγκλονίσει την πολιτική και διπλωματική ελίτ της χώρας και έχει οδηγήσει σε παραιτήσεις, αποκαλύψεις και δημόσιες συγγνώμες.
Η υπόθεση ήρθε στο φως τον Ιανουάριο, όταν το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών δημοσιοποίησε έγγραφα που αποκάλυπταν τους δεσμούς του Έπσταϊν με πολιτικούς, μέλη βασιλικών οικογενειών και πλούσιους ιδιώτες σε πολλές χώρες. Στη Νορβηγία, οι αποκαλύψεις προκάλεσαν σειρά κοινοβουλευτικών και αστυνομικών ερευνών, ασκώντας πρωτοφανή πίεση σε πρόσωπα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν υπεράνω υποψίας.
Επικεφαλής των ακροάσεων είναι ο Γιόνας Άντερσεν Σάγιεντ, ο οποίος δεν έκρυψε την αυστηρότητά του.
«Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν δείξει πολύ κακή κρίση».
Ο Σάγιεντ κάλεσε την κυβέρνηση να εξηγήσει ποια μέτρα λαμβάνει για να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στη διπλωματική υπηρεσία της χώρας. Η επιτροπή έχει καλέσει 11 νυν και πρώην υπουργούς Εξωτερικών και Ανάπτυξης, σε μια διαδικασία που αναμένεται να διαρκέσει ημέρες και να φέρει στο φως νέες πτυχές της υπόθεσης.
Μεταξύ εκείνων που καλούνται να καταθέσουν είναι ο σημερινός πρωθυπουργός Γιόνας Γκαρ Στόερε, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών από το 2005 έως το 2012. Ο Στόερε έχει δηλώσει κατηγορηματικά ότι δεν είχε καμία σχέση με τον Έπσταϊν. Ωστόσο, η κλήτευσή του στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής έρευνας υπογραμμίζει το εύρος του σκανδάλου, το οποίο δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα πρόσωπα αλλά αγγίζει τον πυρήνα της νορβηγικής πολιτικής και διπλωματικής ηγεσίας.
Ένα από τα πιο προβεβλημένα ονόματα στη λίστα των κλητευθέντων είναι εκείνο του Μπέργκε Μπρέντε, πρώην υπουργού Εξωτερικών της Νορβηγίας, ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ μετά την αποκάλυψη της φιλίας του με τον Έπσταϊν. Ο Μπρέντε έχει δηλώσει ότι δεν γνώριζε το ποινικό μητρώο του Αμερικανού χρηματοδότη πριν από την πρώτη τους συνάντηση το 2018 και έχει παραδεχτεί ότι μετάνιωσε που δεν ερεύνησε περισσότερο το υπόβαθρό του. Η περίπτωσή του έθεσε εκ νέου το ερώτημα πώς ένας άνθρωπος με τέτοιο παρελθόν κατάφερε να προσεγγίσει κορυφαία στελέχη της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής ελίτ.
Την Τετάρτη αναμένεται να καταθέσει και ο Έρικ Σόλχαϊμ, πρώην υπουργός Ανάπτυξης, ο οποίος χαρακτήρισε την κοινοβουλευτική έρευνα «υπερβολική αντίδραση» και προειδοποίησε ότι θα μπορούσε να επηρεάσει το έργο της νορβηγικής διπλωματικής υπηρεσίας. Η θέση του αντανακλά μια διάχυτη ανησυχία στο Όσλο ότι η έρευνα, ενώ είναι απαραίτητη για τη λογοδοσία, ενδέχεται να πλήξει τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού.
Αστυνομική έρευνα για διαφθορά – Πρώην πρωθυπουργός και άλλα στελέχη στο στόχαστρο
Παράλληλα με την κοινοβουλευτική διαδικασία, η νορβηγική αστυνομία διεξάγει έρευνα για φερόμενη διαφθορά εναντίον αρκετών εξεχόντων προσώπων που είχαν δεσμούς με τον Έπσταϊν. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο πρώην πρωθυπουργός Θόρμπγιερν Γιάγκλαντ, ο πρώην υπουργός Τέργιε Ρόεντ-Λάρσεν και η πρώην διπλωμάτης Μόνα Γιούλ. Και οι τρεις αρνήθηκαν οποιαδήποτε παράβαση. Ο Ρόεντ-Λάρσεν ζήτησε δημόσια συγγνώμη για τη στενή του σχέση με τον Έπσταϊν, η οποία περιελάμβανε και ένα προσωπικό δάνειο από τον Αμερικανό χρηματοδότη. Το 2020, παραιτήθηκε από τη θέση του γενικού διευθυντή του Διεθνούς Ινστιτούτου Ειρήνης, μιας δεξαμενής σκέψης με έδρα τη Νέα Υόρκη. Η υπόθεση του δανείου αποτελεί ένα από τα πιο ενοχλητικά στοιχεία της έρευνας, καθώς εγείρει ερωτήματα για οικονομικές συναλλαγές μεταξύ του Έπσταϊν και Νορβηγών αξιωματούχων.
Το σκάνδαλο έφτασε μέχρι τα ανάκτορα. Η βασίλισσα Μέτε-Μάριτ, σύζυγος του βασιλιά Χάακον, ζήτησε δημόσια συγγνώμη για τη φιλία της με τον Έπσταϊν, μια εξέλιξη που προκάλεσε αίσθηση στη Νορβηγία, όπου η μοναρχία παραμένει θεσμός με ευρεία αποδοχή. Η βασίλισσα, ωστόσο, δεν αποτελεί αντικείμενο των κοινοβουλευτικών ακροάσεων, γεγονός που δεν εμπόδισε την έντονη δημόσια συζήτηση για τον ρόλο της.
Επιτροπή για 30 χρόνια διπλωματικής ιστορίας – Ένατη στη σύγχρονη νορβηγική ιστορία
Παράλληλα με την κοινοβουλευτική έρευνα, η νορβηγική νομοθετική εξουσία έχει συστήσει μια εξωτερική επιτροπή ακαδημαϊκών και νομικών εμπειρογνωμόνων, η οποία θα αναλύσει τις πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν από τα έγγραφα Έπσταϊν. Το έργο της επιτροπής θα εκτείνεται σε περισσότερα από 30 χρόνια διπλωματικής ιστορίας της Νορβηγίας, με στόχο τη διατύπωση συστάσεων για τη βελτίωση της ακεραιότητας και της διαφάνειας των νορβηγικών αρχών. Τα ευρήματά της αναμένονται στις αρχές του 2028. Πρόκειται για την ένατη τέτοια επιτροπή που συστήνεται από το νορβηγικό κοινοβούλιο τα τελευταία 140 χρόνια, γεγονός που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η υπόθεση.
Το επόμενο διάστημα, οι ακροάσεις αναμένεται να φέρουν στο φως νέες λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο ο Έπσταϊν κατάφερε να διεισδύσει σε κύκλους της νορβηγικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ, αλλά και για τα όρια της θεσμικής εποπτείας στη χώρα. Το κεντρικό ερώτημα παραμένει: πώς ένας άνθρωπος με βεβαρημένο παρελθόν απέκτησε πρόσβαση σε πρόσωπα που διαχειρίζονται κρατική εξουσία και διεθνείς σχέσεις, και ποιες ευθύνες αναλογούν σε όσους τον εμπιστεύτηκαν;






