04 Ιουλίου 2026
Όταν η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται αυτοσκοπός, κάποιοι χάνουν — και κάποιοι άλλοι δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο να την σταματήσουν
Η βιομηχανία του μίσους
Η δολοφονία της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη έγινε αμέσως πολιτικό εργαλείο. Ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, έσπευσε να συνδέσει εμμέσως την επίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα. Το ίδιο βράδυ, από την άλλη πλευρά, η Ζωή Κωνσταντοπούλου μιλούσε για «προβοκάτσια που βολεύει την κυβέρνηση». Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αναγνώσεις. Ένα κοινό χαρακτηριστικό: η βιασύνη να μετατραπεί μια ανθρώπινη τραγωδία σε προεκλογική ατάκα.
Αναμφίβολα, το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Η ελληνική πολιτική σκηνή έχει μάθει να λειτουργεί με όρους εμφυλίου εδώ και δεκαετίες. Οι μισοί χαρακτηρίζονται «συνοδοιπόροι των τρομοκρατών». Οι άλλοι μισοί βαφτίζονται «φασίστες». Και ανάμεσά τους, μια ολόκληρη κοινωνία που παρακολουθεί και αναρωτιέται: μα όλοι οι υπόλοιποι πού βρίσκονται; Τι απέγιναν οι πολίτες που δεν ανήκουν ούτε στη μία ούτε στην άλλη πλευρά; Η απάντηση είναι απλή: αυτοί οι πολίτες δεν έχουν φωνή. Γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται να τους εκπροσωπήσει. Το μίσος πουλάει περισσότερο.
«Η καταγγελία ως “συνοδοιπόρων” των τρομοκρατών μπορεί να μαζεύει απολωλότα πρόβατα στη δεξιά στάνη, αλλά μεσοπρόθεσμα αποβαίνει σε βάρος της χώρας.»
Ποιοι έχουν συμφέρον να μην τελειώσει ποτέ
Το πραγματικό ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι ποιος έχει δίκιο σε αυτή τη διαμάχη. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος έχει συμφέρον να μην τελειώσει ποτέ. Διότι, ας είμαστε ειλικρινείς: αν αύριο το πρωί εξαφανιζόταν ως διά μαγείας το εμφυλιοπολεμικό κλίμα, τι θα απέμενε; Κάποιοι θα έπρεπε να μιλήσουν για οικονομία. Για ανταγωνιστικότητα. Για εθνικά θέματα. Και εκεί, δυστυχώς, τα επιχειρήματα τελειώνουν γρήγορα.
Η Ελλάδα βρίσκεται στον πάτο της Ευρώπης σε ανταγωνιστικότητα. Η Τουρκία καραδοκεί. Τα εθνικά θέματα απαιτούν ευρύτερες συναινέσεις. Ωστόσο, η συναίνεση δεν παράγει εύκολα πρωτοσέλιδα. Δεν γεμίζει στούντιο. Δεν κινητοποιεί τα ακροατήρια. Αντιθέτως, ο διχασμός είναι σαν έτοιμο προϊόν: τον βάζεις στην πολιτική αρένα και αποδίδει αμέσως. Γι’ αυτό, εξάλλου, τον χρησιμοποιούν όλοι. Αριστεροί, δεξιοί, κεντρώοι — μόλις δοθεί ευκαιρία, το παιχνίδι ξεκινά.
Συνεπώς, αν αναρωτιέται κανείς γιατί το κλίμα αυτό διαιωνίζεται, η απάντηση δεν βρίσκεται στην ιδεολογία. Βρίσκεται στην απλή διαπίστωση ότι για ορισμένους επαγγελματίες της πολιτικής, η πόλωση είναι ο μόνος τρόπος ύπαρξης. Αν εκλείψει ο εχθρός, εκλείπουν κι εκείνοι. Αν σταματήσει ο διχασμός, αποκαλύπτεται η γύμνια των επιχειρημάτων. Και αυτό, αναμφίβολα, δεν το θέλει κανείς από όσους έχουν επενδύσει σε αυτόν.
ΠΟΙΟΙ ΕΠΩΦΕΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΜΦΥΛΙΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΛΙΜΑ:
- Τα κόμματα που δεν έχουν πρόγραμμα: Η πόλωση λειτουργεί ως υποκατάστατο ουσιαστικής αντιπαράθεσης.
- Οι επαγγελματίες της τοξικότητας: Στελέχη που χτίζουν καριέρα πάνω στην καταγγελία, όχι στην πρόταση.
- Τα μικρά κόμματα διαμαρτυρίας: Χωρίς τον «εχθρό», χάνουν τον λόγο ύπαρξής τους.
- Ο λαϊκισμός γενικότερα: Ευδοκιμεί όταν η κοινωνία είναι χωρισμένη σε «καλούς» και «κακούς».
Υπάρχει κι άλλος δρόμος — απλώς δεν ακούγεται
Ωστόσο, η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους διχαστικούς. Το 1989, όταν δολοφονήθηκε ο Παύλος Μπακογιάννης, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ανέβηκε στο βήμα της Βουλής και απέρριψε τον διχασμό. Δεν έψαξε αποδιοπομπαίους τράγους. Δεν έδειξε με το δάχτυλο. Σήμερα, μια τέτοια στάση μοιάζει σχεδόν αδιανόητη. Κι όμως, υπήρξε. Και δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Στο τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος αρνήθηκε να καταστρέψει την Αθήνα, θυμίζοντας τη συμβολή της στους αγώνες κατά των Περσών. Αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν. Υπάρχουν και σήμερα. Απλώς δεν ακούγονται.
Δεν ακούγονται γιατί δεν πουλάνε. Δεν ακούγονται γιατί η νηφαλιότητα δεν είναι είδηση. Δεν ακούγονται γιατί, σε μια χώρα που έχει μάθει να ζει με τον διχασμό, η φωνή της λογικής είναι πάντα η πιο αδύναμη. Και όσο αυτό συνεχίζεται, το εμφυλιοπολεμικό κλίμα θα βρίσκει πάντα έδαφος να ανθίσει. Όχι επειδή το θέλει ο λαός. Αλλά επειδή το χρειάζονται κάποιοι άλλοι.
«Σαν τον Λύσανδρο υπήρχαν και στα κατοπινά χρόνια πολλοί Έλληνες σώφρονες. Και υπάρχουν ακόμα και σήμερα, μόνο που αυτοί δεν πουλάνε και μένουν στη σκιά.»






