10 Ιουλίου 2026
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος καλεί τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να νομοθετήσει την πρότασή του για την 13η σύνταξη, αμφισβητώντας την κοστολόγηση των 450 εκατ. ευρώ και επιμένοντας στο πραγματικό κόστος των 2,5 δισ. ευρώ
Μια πρόκληση που σηκώνει πολιτικό φορτίο
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, απηύθυνε μια πρόκληση-πρόσκληση στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, με αφορμή την πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την επαναφορά της 13ης σύνταξης. Μιλώντας με έντονο ύφος, ο κ. Μαρινάκης κάλεσε τον κ. Ανδρουλάκη να καταθέσει πρόταση νόμου, τονίζοντας ότι η κοστολόγηση που παρουσιάζει το ΠΑΣΟΚ, ύψους 450 εκατομμυρίων ευρώ, απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, η επαναφορά του μέτρου θα κόστιζε 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα ποσό που καθιστά την πρόταση δημοσιονομικά ανεφάρμοστη.
Ο κ. Μαρινάκης, στη γραπτή του ανακοίνωση, υπογράμμισε ότι το ΠΑΣΟΚ οφείλει να τεκμηριώσει τις εξαγγελίες του, ενώ παρέθεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: η εφάπαξ ενίσχυση των 300 ευρώ που χορηγεί η κυβέρνηση κάθε Νοέμβριο σε ευάλωτους συνταξιούχους κοστίζει 560 εκατομμύρια ευρώ. «Είναι αδύνατον 450 εκατομμύρια να φτάνουν για να δώσουν 13η σύνταξη σε 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους», ανέφερε χαρακτηριστικά, καλώντας την αντιπολίτευση να υποβάλει την πρότασή της στην έγγραφη κοστολόγηση του Γενικού Λογιστηρίου.
«Αυτός ίσως είναι και ο μόνος τρόπος για να καταλάβουν στο ΠΑΣΟΚ ότι είναι αδύνατον 450 εκατομμύρια να φτάνουν για να δώσουν 13η σύνταξη σε 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους»
Η μάχη των αριθμών
Η διαφορά μεταξύ των δύο κοστολογήσεων αποτελεί το κεντρικό σημείο της αντιπαράθεσης. Το ΠΑΣΟΚ επιμένει ότι η 13η σύνταξη μπορεί να χρηματοδοτηθεί με 450 εκατ. ευρώ, αξιοποιώντας τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο. Ωστόσο, η κυβέρνηση επικαλείται την έκθεση «ΗΛΙΟΣ» και τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού, υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό κόστος είναι υπερπενταπλάσιο. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές πηγές, η ενίσχυση των 300 ευρώ αποτελεί μια στοχευμένη παρέμβαση, σε αντίθεση με την οριζόντια 13η σύνταξη που θα επιβάρυνε αδιάκριτα τον προϋπολογισμό.
Ο κ. Μαρινάκης, παράλληλα, επισήμανε ότι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ στερείται σοβαρής οικονομικής τεκμηρίωσης. «Δεδομένου του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι η 13η σύνταξη κοστίζει 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ, όπως προκύπτει από τον κρατικό προϋπολογισμό, καλούμε τον κ. Ανδρουλάκη να καταθέσει πρόταση νόμου», τόνισε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση θα εξετάσει την πρόταση μόνο εφόσον προσκομιστούν ακριβή στοιχεία.
Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ:
- ΠΑΣΟΚ: 450 εκατ. ευρώ – η πρόταση για 13η σύνταξη
- Κυβέρνηση: 2,5 δισ. ευρώ – το πραγματικό κόστος σύμφωνα με την έκθεση «ΗΛΙΟΣ»
- Ενίσχυση 300 ευρώ: 560 εκατ. ευρώ – η στοχευμένη κυβερνητική παρέμβαση
Το διακύβευμα για την αντιπολίτευση
Πέρα από την οικονομική διάσταση, η πρόσκληση Μαρινάκη φέρνει το ΠΑΣΟΚ σε μια θέση όπου καλείται να αποδείξει την αξιοπιστία των προγραμματικών του θέσεων. Εάν ο κ. Ανδρουλάκης προχωρήσει σε κατάθεση πρότασης νόμου, θα πρέπει να αναμετρηθεί με το επιχείρημα του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Εάν αποφύγει την πρόκληση, η κυβέρνηση θα έχει την ευκαιρία να τον κατηγορήσει για λαϊκισμό και ανεφάρμοστες υποσχέσεις.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση αποκτά ευρύτερο πολιτικό χαρακτήρα, καθώς η 13η σύνταξη αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά αιτήματα της αντιπολίτευσης. Η απάντηση του κ. Ανδρουλάκη αναμένεται με ενδιαφέρον, καθώς θα κρίνει αν το ΠΑΣΟΚ θα μπει σε μια νομοθετική διαδικασία που μπορεί να λειτουργήσει ως δοκιμασία για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
«Η πρόσκληση Μαρινάκη δεν είναι απλώς μια πρόκληση – είναι μια δοκιμασία αξιοπιστίας για την αξιωματική αντιπολίτευση, που καλείται να αποδείξει ότι οι εξαγγελίες της δεν είναι απλώς συνθήματα, αλλά εφαρμόσιμες πολιτικές»
Η πρόκληση του κυβερνητικού εκπροσώπου βάζει το ΠΑΣΟΚ σε μια θέση όπου η λογική της «υπεύθυνης αντιπολίτευσης» δοκιμάζεται στην πράξη. Ο Νίκος Ανδρουλάκης καλείται να απαντήσει με συγκεκριμένες προτάσεις και ακριβείς κοστολογήσεις, τη στιγμή που η κυβέρνηση επιχειρεί να αναδείξει το δημοσιονομικό ρίσκο των πολιτικών του. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει αν η πρόσκληση θα οδηγήσει σε ουσιαστικό διάλογο ή σε μια νέα σκηνή πολιτικής αντιπαράθεσης.






