Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία συμπληρώνει τέσσερα χρόνια, η Μέση Ανατολή βράζει, και η Τουρκία επανέρχεται με νέες απειλές. Η ΕΕ παραμένει ανήμπορη, ενώ Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να θωρακίσουν τις θέσεις τους και να ενεργοποιήσουν το άρθρο 42 παρ. 7 της Συνθήκης της ΕΕ.
Δημήτρης Γιαλουράκης | 30 Ιουλίου 2026 ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Ο κόσμος βρίσκεται σε έναν πολυεπίπεδο πόλεμο. Όχι μόνο στα χαρακώματα της Ουκρανίας, όπου η ρωσική εισβολή συμπληρώνει τον τέταρτο χρόνο της με τραγικό απολογισμό, αλλά και στη Μέση Ανατολή, όπου η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν έχει ανοίξει ένα νέο, επικίνδυνο μέτωπο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, θύμα και των δύο συγκρούσεων, παραμένει δέσμια μιας παθητικής και περιχαρακωμένης στάσης, χωρίς να διαθέτει ούτε στρατηγική ούτε τη βούληση να παρέμβει ουσιαστικά.
Σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, η Τουρκία επιχειρεί για άλλη μια φορά να «ξεδιπλώσει» τις αναθεωρητικές της βλέψεις. Ελλάδα και Κύπρος βρίσκονται και πάλι στο στόχαστρο, με την Άγκυρα να προωθεί την ιδέα μιας άτυπης συνεκμετάλλευσης του Αιγαίου, την επιβολή λύσης δύο κρατών στην Κύπρο και την αναβίωση σεναρίων για τη Θράκη.
Ο τέταρτος χρόνος του πολέμου και η παθητική Ευρώπη
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει πια περάσει στην ιστορία ως η μεγαλύτερη στρατιωτική σύρραξη στην Ευρώπη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέσσερα χρόνια μετά, οι ελπίδες για ειρήνη παραμένουν μακριές. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες έχουν πάρει παγκόσμιες διαστάσεις, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να υφίσταται το μεγαλύτερο πλήγμα.
Αντί να αναλάβει ηγετικό ρόλο, η ΕΕ φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί σε μια στάση αδράνειας. Οι αποφάσεις της είναι αποσπασματικές και οι πολιτικές της υπολείπονται των περιστάσεων. Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη που «μακαρίως καθεύδει» ενώ η γεωπολιτική πραγματικότητα την προσπερνά.
Η τουρκική προκλητικότητα και η απειλή κατά της Ελλάδας
Στο πολυεπίπεδο αυτό πεδίο σύγκρουσης, η Τουρκία κινείται με την πάγια τακτική της: προκλητικότητα, απειλές και αναθεωρητισμός. Η Άγκυρα δεν εγκαταλείπει τους τρεις ιστορικούς της στόχους: τον πλήρη έλεγχο της Κύπρου, τη διχοτόμηση και συνεκμετάλλευση του Αιγαίου, και την αναβίωση του ζητήματος της «τουρκικής μειονότητας» στη Θράκη.
Η Τουρκία, χρησιμοποιώντας τη γεωπολιτική συγκυρία, επιχειρεί να ανατρέψει τις ισορροπίες που διαμορφώθηκαν μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης. Η ελληνική διπλωματία οφείλει να είναι προετοιμασμένη για όλα τα ενδεχόμενα.
Η ρήτρα αλληλεγγύης και το Κυπριακό
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, Ελλάδα και Κύπρος έχουν ένα ισχυρό όπλο: το άρθρο 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η «ρήτρα αλληλεγγύης» προβλέπει ότι σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη οφείλουν να συνδράμουν με κάθε μέσο που διαθέτουν.
«Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να διαμορφώνουν, αδιαλείπτως, το πλαίσιο της άμυνάς τους απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα, λαμβάνοντας υπόψη την ρήτρα αλληλεγγύης του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης της ΕΕ.»
Η ενεργοποίηση αυτής της διάταξης θα έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα στην Άγκυρα, δεσμεύοντας την ΕΕ να υπερασπιστεί τα σύνορά της. Ωστόσο, η διστακτικότητα των Βρυξελλών απέναντι στην Τουρκία δημιουργεί ένα κενό που η Άγκυρα επιχειρεί να εκμεταλλευτεί.
Τα πολιτιστικά μέτωπα: Γλυπτά Παρθενώνα και κλαπέντα κειμήλια
Πέρα από τα κλασικά εθνικά θέματα, η συγκεκριμένη ανάλυση φέρνει στο προσκήνιο και δύο πολιτιστικά ζητήματα. Από τη μία πλευρά, η διεθνής κινητοποίηση για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα εντείνεται, με τη Βρετανία να απομονώνεται όλο και περισσότερο.
Από την άλλη, η Ελλάδα διεκδικεί τα κλαπέντα Ιερά Κειμήλια των Μονών της Ανατολικής Μακεδονίας, που βρίσκονται στη Βουλγαρία από την περίοδο των Παγκοσμίων Πολέμων. Η διεκδίκηση αυτή βασίζεται στο Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και αποτελεί ένα ακόμη πεδίο ανάδειξης των εθνικών μας δικαίων.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν το επόμενο διάστημα θα καθορίσουν την πορεία της στις διεθνείς σχέσεις, την άμυνα και την εξωτερική της πολιτική.







