Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020 ήταν μια σημαντική διπλωματική κίνηση. Όμως, έξι χρόνια μετά, η Αθήνα εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με τη Λιβύη, η Άγκυρα συνεχίζει να υπερασπίζεται το μνημόνιό της στον ΟΗΕ και το Κάιρο έχει ανοίξει στρατηγικό διάλογο με την Τουρκία. Τι απέμεινε από τη «στρατηγική νίκη» του 2020;
Δημήτρης Γιαλουράκης | 6 Αυγούστου 2026 ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Η σημερινή δήλωση του Νίκου Δένδια για τα έξι χρόνια από την υπογραφή της συμφωνίας Ελλάδας–Αιγύπτου φέρνει στο προσκήνιο όχι μόνο την ίδια τη συμφωνία, αλλά και τα ερωτήματα που παρέμειναν ανοιχτά από την επομένη της υπογραφής της. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας γράφει ότι «κατοχυρώσαμε το εθνικό συμφέρον» και επαναλαμβάνει ότι το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί τη σταθερή βάση επίλυσης των διαφορών. Η πρώτη διατύπωση είναι πολιτικά εύκολη. Η δεύτερη είναι νομικά σωστή. Το πρόβλημα βρίσκεται στη σύνδεσή τους.
Το Διεθνές Δίκαιο δεν κατοχυρώνει από μόνο του γεωπολιτικές ισορροπίες. Μια συμφωνία οριοθέτησης μπορεί να ενισχύσει τη νομική θέση ενός κράτους χωρίς να λύνει το στρατηγικό πρόβλημα για το οποίο έγινε. Η εξαετία που ακολούθησε τη συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου είναι αρκετά μεγάλη για να κρίνουμε τη διαφορά μεταξύ τακτικής επιτυχίας και στρατηγικής ολοκλήρωσης.
Η συμφωνία του 2020 – Μια απάντηση σε μια ήδη αλλαγμένη πραγματικότητα
Η Αθήνα δεν πήγε στο Κάιρο για να σχεδιάσει από μηδενική βάση τη θαλάσσια αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου. Πήγε εκεί αφού η Τουρκία είχε ήδη κάνει την κίνηση που άλλαξε την πολιτική γεωγραφία της περιοχής. Τον Νοέμβριο του 2019, η Άγκυρα υπέγραψε με την τότε Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης το μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων δικαιοδοσιών, το οποίο καταχωρίστηκε στον ΟΗΕ. Έκτοτε, η Τουρκία δεν το αντιμετώπισε ως παρένθεση, αλλά ως μέρος της σταθερής θέσης της για την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα αμφισβήτησε το μνημόνιο από την πρώτη στιγμή, με ισχυρό νομικό έρεισμα. Η ελληνική θέση ήταν ότι το μνημόνιο δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτου κράτους και ότι αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών. Όμως, υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση: άλλο η νομική αμφισβήτηση ενός κειμένου και άλλο η εξάλειψή του από τη γεωπολιτική πραγματικότητα. Το πρώτο η Ελλάδα το έκανε. Το δεύτερο δεν συνέβη.
Το πραγματικό τεστ της συμφωνίας ήταν η Λιβύη
Η σημερινή πανηγυρική αποτίμηση του κ. Δένδια συναντά το πιο άβολο γεγονός: στις 27 Ιουλίου 2026 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα ο τρίτος γύρος τεχνικών συνομιλιών Ελλάδας–Λιβύης για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Είχαν προηγηθεί συνομιλίες στην Αθήνα και την Τρίπολη. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τον διάλογο. Αυτό είναι θετικό, αλλά και αποκαλυπτικό.
Γιατί έξι χρόνια μετά τη συμφωνία με την Αίγυπτο, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται απέναντι από τη Λιβύη στο ίδιο βασικό στρατηγικό πρόβλημα: πώς θα οριοθετήσει τις θαλάσσιες ζώνες της με τη χώρα με την οποία η Τουρκία έχει ήδη συνάψει το δικό της μνημόνιο. Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η διαφορά μεταξύ τακτικής και στρατηγικής. Η συμφωνία με την Αίγυπτο ήταν μια επιτυχημένη τακτική κίνηση. Δημιούργησε ελληνικό νομικό έρεισμα, έσπασε την εικόνα της τουρκολιβυκής συμφωνίας ως μοναδικής ενεργής διευθέτησης και έδωσε στην Αθήνα ένα σημαντικό διπλωματικό εργαλείο. Δεν ολοκλήρωσε όμως την ελληνική θαλάσσια στρατηγική.
Το Κάιρο δεν μπήκε ποτέ στο ελληνικό στρατόπεδο
Υπάρχει και μια δεύτερη παρανόηση, ίσως σημαντικότερη. Η Ελλάδα αντιμετώπισε την Αίγυπτο ως στρατηγικό εταίρο. Αλλά η Αίγυπτος δεν έπαψε ποτέ να είναι στρατηγικός εταίρος του εαυτού της. Το Κάιρο υπέγραψε με την Αθήνα επειδή τα συμφέροντα συνέπιπταν σε ένα συγκεκριμένο γεωπολιτικό περιβάλλον. Οι διεθνείς σχέσεις, όμως, δεν είναι συμβόλαια αιώνιας πίστης.
«Το 2024 Αίγυπτος και Τουρκία επανέφεραν το Ανώτατο Συμβούλιο Στρατηγικής Συνεργασίας. Τον Φεβρουάριο του 2026 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη συνεδρίασή του, με τις δύο χώρες να μιλούν πλέον ανοιχτά για νέα φάση στρατηγικής εταιρικής σχέσης.»
Αυτό δεν ακυρώνει τη συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου. Ακυρώνει όμως μια βολική ελληνική ανάγνωση της συμφωνίας. Το Κάιρο δεν έγινε ελληνικό ανάχωμα απέναντι στην Άγκυρα. Έγινε εταίρος και των δύο, ανάλογα με το πού βρίσκεται το αιγυπτιακό συμφέρον.
Ο Παυλόπουλος έθεσε διαφορετικά το πρόβλημα
Εδώ αποκτά ενδιαφέρον η στρατηγική προσέγγιση του Προκόπη Παυλόπουλου. Στην εισήγησή του για το καθεστώς των θαλάσσιων ζωνών, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας αντιμετωπίζει ως κεντρική ελληνοτουρκική διαφορά την οριοθέτηση της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, συνδέοντας την ελληνική στρατηγική με το Δίκαιο της Θάλασσας και τη διεθνή δικαιοδοσία. Η σημασία της προσέγγισης αυτής βρίσκεται αλλού: δεν ξεκινά από την επόμενη διμερή συμφωνία, αλλά από το ποιο ακριβώς πρόβλημα θέλει η Ελλάδα να λύσει.
Η Αθήνα κινήθηκε προς Ιταλία και Αίγυπτο, στη συνέχεια προς τη Λιβύη, απαντώντας παράλληλα στις τουρκικές καταθέσεις στον ΟΗΕ. Όλα αυτά είναι διπλωματία. Δεν είναι κατ’ ανάγκη στρατηγική ολοκλήρωση. Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι: ποιο είναι το τελικό σχέδιο της Αθήνας για την Ανατολική Μεσόγειο;
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να κερδίσει τη νομική μάχη για να κερδίσει χρόνο
Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει ισχυρά επιχειρήματα στο Δίκαιο της Θάλασσας. Γνωρίζει επίσης ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο αντιμετωπίζεται από την Αθήνα και την ΕΕ ως νομικά ανυπόστατο. Δεν χρειάζεται λοιπόν να πετύχει μια διεθνή δικαστική αναγνώριση της τουρκικής γραμμής. Της αρκεί να κρατά την περιοχή σε κατάσταση μη οριστικοποίησης. Να διατηρεί τη Λιβύη ως εταίρο, την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο, τις θέσεις της στον ΟΗΕ και, κυρίως, να εμποδίζει την Ελλάδα να μετατρέψει τη νομική της θέση σε ολοκληρωμένο περιφερειακό αποτέλεσμα.
Η Αθήνα πέτυχε συμφωνίες. Η Άγκυρα διατήρησε χώρο ελιγμών. Και στη γεωπολιτική, ο χώρος ελιγμών έχει συχνά μεγαλύτερη αξία από μια πανηγυρική φωτογραφία υπογραφής.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Δένδιας είχε δίκιο το 2020
Είχε δίκιο σε κάτι ουσιώδες: η συμφωνία με την Αίγυπτο ήταν σημαντική και ενίσχυσε τη θέση της Ελλάδας. Αλλά η σημερινή επέτειος δεν μας υποχρεώνει να ξαναζήσουμε το 2020. Μας υποχρεώνει να κοιτάξουμε το 2026. Και το 2026 η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου παραμένει σε ισχύ. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένει αντικείμενο ενεργού τουρκικής υπεράσπισης στον ΟΗΕ. Η Αίγυπτος έχει αναπτύξει στρατηγική συνεργασία με την Τουρκία. Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με τη Λιβύη. Και η τελική αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου παραμένει ανοιχτή.
Αυτό δεν είναι αποτυχία. Είναι όμως η πραγματικότητα. Γι’ αυτό και η σημερινή φράση «κατοχυρώσαμε το εθνικό συμφέρον» χρειάζεται μια πολύ πιο αυστηρή ανάγνωση. Κατοχυρώθηκε μια θέση. Δεν ολοκληρώθηκε η στρατηγική.
Γιατί η γεωπολιτική δεν κρίνεται από το αν μια συμφωνία ήταν καλύτερη από το τίποτα. Κρίνεται από το αν, μετά τη συμφωνία, ο αντίπαλος έχει λιγότερες επιλογές, οι τρίτοι έχουν περισσότερα κίνητρα να ευθυγραμμιστούν μαζί σου και το περιφερειακό σύστημα κινείται προς το αποτέλεσμα που επιδιώκεις. Έξι χρόνια μετά, δεν έχουμε φτάσει εκεί.
Η Ελλάδα δεν έχασε τη συμφωνία του 2020. Αλλά δεν κέρδισε ακόμη το παιχνίδι που υποτίθεται ότι θα υπηρετούσε η συμφωνία. Και αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί σήμερα: ποιο ήταν το επόμενο βήμα – και γιατί, έξι χρόνια αργότερα, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί;






