Μια ανεξάρτητη αποστολή του ΟΗΕ βρήκε «εύλογες ενδείξεις» για εγκλήματα πολέμου από τις ΗΠΑ σε δύο επιδρομές στο Ιράν. Δορυφορικές εικόνες, εσωτερικές προειδοποιήσεις και μια απόφαση που ελήφθη για λόγους «σκοπιμότητας» συνθέτουν το παζλ της Μινάμπ. Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει την έκθεση. Η Τεχεράνη κατηγορείται για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Γιώργος Παπαγιάννης | 18.09.2026 Διεθνή
Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, δύο αεροπορικές επιδρομές στο νότιο Ιράν άφησαν πίσω τους τουλάχιστον 178 νεκρούς αμάχους, ανάμεσά τους περίπου 120 παιδιά. Επτά μήνες αργότερα, μια ανεξάρτητη διερευνητική αποστολή του ΟΗΕ κατέληξε ότι υπάρχουν «εύλογες ενδείξεις» πως οι ΗΠΑ διέπραξαν εγκλήματα πολέμου. Η έκθεση, που παρουσιάζεται τη Δευτέρα στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Γενεύη, δεν είναι νομικά δεσμευτική — αλλά προστίθεται σε ένα σώμα τεκμηρίωσης που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε διεθνή δικαστήρια.
Το σχολείο που έγινε στόχος
Το πρώτο περιστατικό αφορά το δημοτικό σχολείο Σατζαρέχ Ταγιέμπεχ στη Μινάμπ, στην επαρχία Χορμοζγκάν. Σύμφωνα με την έκθεση, τουλάχιστον 150 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους περίπου 120 παιδιά. Ιρανικά κρατικά μέσα ανέφεραν 168 νεκρούς. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το κτίριο ήταν σαφώς αναγνωρίσιμο ως πολιτικός στόχος και δεν βρήκαν στοιχεία ότι χρησιμοποιούνταν για στρατιωτικούς σκοπούς.
Οι ΗΠΑ, σύμφωνα με την έκθεση, βασίστηκαν σε πληροφορία για παρουσία υψηλόβαθμου Ιρανού διοικητή στο σημείο, χωρίς να την επαληθεύσουν επαρκώς. «Οι ΗΠΑ κατεύθυναν τα πλήγματα στο κτίριο του σχολείου ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να πληγεί πολιτικός στόχος και ενήργησαν απερίσκεπτα ως προς την πιθανότητα να συμβεί αυτό», αναφέρεται. Το πλήγμα χαρακτηρίζεται αδιάκριτη επίθεση που ενδέχεται να συνιστά έγκλημα πολέμου.
Οι παρωχημένες πληροφορίες
Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί χρησιμοποιήθηκαν παρωχημένα δεδομένα. Σύμφωνα με δημοσίευμα του CNN τον Ιούλιο, ανώτεροι Αμερικανοί στρατιωτικοί διοικητές αγνόησαν προειδοποιήσεις σε βάσεις δεδομένων ότι οι πληροφορίες για πολλούς στόχους στο Ιράν ήταν σοβαρά ξεπερασμένες. Οι προειδοποιήσεις ήταν ενσωματωμένες σε σύστημα στοχοποίησης και απαιτούσαν έγκριση ανώτερου αξιωματικού για την προσθήκη τοποθεσίας στη λίστα πληγμάτων. Η απόφαση να αγνοηθούν ελήφθη για λόγους «σκοπιμότητας», σύμφωνα με πηγές του CNN, στην προσπάθεια να δοθούν γρήγορα στόχοι στην αρχή του πολέμου.
Οι δορυφορικές εικόνες δείχνουν το μέγεθος του λάθους: το 2013, το σχολείο και η βάση των Φρουρών της Επανάστασης ήταν μέρος του ίδιου συγκροτήματος. Το 2016, εικόνες αποκάλυπταν ότι είχε ανεγερθεί φράχτης που τα χώριζε. Τον Δεκέμβριο του 2025, λίγες εβδομάδες πριν από την επίθεση, δορυφορικές εικόνες έδειχναν δεκάδες ανθρώπους να παίζουν στην αυλή του σχολείου.
Οι New York Times και το Reuters μετέδωσαν ότι προκαταρκτικά ευρήματα εσωτερικής στρατιωτικής έρευνας δείχνουν πως η θανατηφόρα πυραυλική επίθεση μπορεί να ήταν αποτέλεσμα χρήσης παρωχημένων δεδομένων στόχευσης. Το Πεντάγωνο αρνήθηκε να σχολιάσει την έκθεση του ΟΗΕ, λέγοντας ότι «η έρευνά μας συνεχίζεται».
Η επίθεση στη Λαμέρντ
Το δεύτερο περιστατικό αφορά αθλητικό συγκρότημα και κατοικημένη περιοχή στη Λαμέρντ, στην επαρχία Φαρς. Σύμφωνα με την έκθεση, χρησιμοποιήθηκε όπλο που διασκόρπισε μεταλλικά θραύσματα βολφραμίου, σκοτώνοντας 22 αμάχους — άνδρες και γυναίκες. Το πλήγμα προκάλεσε ζημιές σε γειτονικά κτίρια και σε σχολείο. Ιρανικά μέσα, επικαλούμενα το υπουργείο Εξωτερικών, ανέφεραν 24 νεκρούς, ανάμεσά τους ένα 2χρονο κορίτσι και εφήβους αθλητές βόλεϊ, και περισσότερους από 130 τραυματίες. Η CENTCOM είχε δηλώσει τον Μάρτιο ότι οι αμερικανικές δυνάμεις δεν πραγματοποίησαν πλήγματα στη Λαμέρντ εκείνη την ημέρα.
Οι κατηγορίες κατά του Ιράν
Η έκθεση δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ. Η αποστολή διαπίστωσε ότι οι ιρανικές αρχές διέπραξαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας κατά την καταστολή των διαδηλώσεων του Δεκεμβρίου 2025, που ξέσπασαν λόγω της αύξησης του κόστους διαβίωσης. Σύμφωνα με τα ευρήματα, δυνάμεις ασφαλείας πυροβολούσαν με όπλα εφόδου κατά πλήθους, ξυλοκοπούσαν διαδηλωτές και συνέλαβαν εργαζόμενους στον τομέα της υγείας. Κρατούμενοι αντιμετώπισαν βασανιστήρια και στερήθηκαν νομική εκπροσώπηση. Περισσότερα από 70 άτομα — ανάμεσά τους πέντε γυναίκες και τρία αγόρια — παραμένουν αντιμέτωπα με «άμεσο κίνδυνο εκτέλεσης».
Η αποστολή δεν μπόρεσε να επαληθεύσει ανεξάρτητα τον αριθμό των νεκρών, αλλά εκτίμησε ότι είναι πιθανότατα πολύ υψηλότερος από τα επίσημα στοιχεία, που κάνουν λόγο για 3.038 νεκρούς και 25.000 τραυματίες. Η Τεχεράνη απέδωσε τα επεισόδια σε «τρομοκράτες και ταραχοποιούς» που υποστηρίζονται από εξόριστους αντιπάλους και ξένους εχθρούς.
Η αντίδραση του Λευκού Οίκου
Ο Λευκός Οίκος απέρριψε την έκθεση. Η εκπρόσωπος Άννα Κέλι δήλωσε ότι το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «δεν έχει καταφέρει τίποτα για τα ανθρώπινα δικαιώματα εδώ και δεκαετίες». «Το μόνο μέρος σε αυτή τη σύγκρουση που έχει διαπράξει εγκλήματα πολέμου είναι το ιρανικό καθεστώς», είπε. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σημείωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ αποσύρθηκε από το Συμβούλιο και ότι «δεν δίνουμε αξιοπιστία στα ευρήματα αυτής της έκθεσης».
Ο Πρόεδρος Τραμπ, σε συνέντευξή του στο Axios, δήλωσε ότι αντιμετωπίζει «μια μεγάλη απόφαση» για το πώς θα προχωρήσει στον πόλεμο στο Ιράν, χωρίς να σχολιάσει άμεσα την έκθεση.
Η έκθεση παρουσιάζεται τη Δευτέρα στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι ερευνητές ζήτησαν από τα 47 κράτη-μέλη να ασκήσουν πίεση για τον τερματισμό του πολέμου, τη διερεύνηση των εγκλημάτων πολέμου και την παροχή καταφυγίου σε πολίτες που διαφεύγουν στο εξωτερικό. Κανένα από τα τρία εμπλεκόμενα μέρη — ΗΠΑ, Ιράν, Ισραήλ — δεν είναι μέλος του Συμβουλίου. Η αποστολή ζήτησε «άμεση παύση όλων των εχθροπραξιών», «ανανέωση της διπλωματικής δράσης» και «λογοδοσία τρίτων κρατών μέσω της αρχής της παγκόσμιας δικαιοδοσίας».
Η έκθεση βασίστηκε σε 73 συνεντεύξεις, δορυφορικές εικόνες, φωτογραφικό και βίντεο υλικό. Σχεδόν 30 αιτήματα προς την ιρανική κυβέρνηση για πληροφορίες έμειναν αναπάντητα, όπως και τα αιτήματα του Ιουνίου προς την αμερικανική κυβέρνηση. Το αν η έκθεση θα αποτελέσει τη βάση για νομικές διαδικασίες σε τρίτες χώρες — και αν η Ουάσινγκτον θα συνεχίσει να την αγνοεί ή θα υποχρεωθεί να απαντήσει στα ευρήματα της ίδιας της στρατιωτικής της έρευνας — παραμένει ανοιχτό.






