Ενόψει της κρίσιμης 2ης ψηφοφορίας στη Βουλή την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026, η Κωνσταντίνα Π. Μίχου γράφει για τις δύο αντίθετες αντιλήψεις που αναδείχθηκαν: από τη μία το κυβερνητικό όραμα ενός «κράτους-επιχείρηση» και από την άλλη η ανάγκη για ένα ισχυρό Κράτος Δικαίου που θέτει στο επίκεντρο τον πολίτη.
Κωνσταντίνα Π. Μίχου | 14.09.2026 |Απόψεις
Καθώς οδεύουμε προς την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026, οπότε και διεξάγεται η κρίσιμη 2η ψηφοφορία στη Βουλή, η ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της Συνταγματικής Αναθεώρησης ανέδειξε με σαφήνεια δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις για το μέλλον της πολιτείας και του πολιτεύματος. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η Κυβερνητική επιλογή για τη συνταγματική οχύρωση ενός «κράτους-επιχείρηση», όπου η λογική της αγοράς αποκτά προτεραιότητα απέναντι στη λογοδοσία και στους θεσμικούς ελέγχους. Από την άλλη πλευρά προβάλλει η ανάγκη της Κοινωνίας για ένα ισχυρό Κράτος Δικαίου που θέτει στο επίκεντρο τον πολίτη και την προστασία της.
Το Σύνταγμα αποτελεί το θεμέλιο της δημοκρατικής ισορροπίας. Προστατεύει τους πολίτες, οριοθετεί την εξουσία και εγγυάται τα δικαιώματα όλων και ιδιαίτερα των αδυνάμων. Η συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να αποτελεί πράξη ουσιαστικού δημοκρατικού εκσυγχρονισμού και δημοκρατικής εμβάθυνσης — και όχι εργαλείο επιβολής της εκάστοτε κυβερνητικής βούλησης.
Η ανάγκη για ουσιαστική συναίνεση και η κυβερνητική εκτροπή
Η συνταγματική διαδικασία απαιτεί ευρείες συναινέσεις, διαφάνεια και ειλικρινή διάλογο με την κοινωνία. Οι προτάσεις που κατατίθενται οφείλουν να εκφράζουν τη βούληση για βαθιές τομές, ενισχύοντας τους μηχανισμούς ελέγχου και διασφαλίζοντας την ισορροπία των εξουσιών. Η διαμόρφωση του καταστατικού χάρτη της χώρας προϋποθέτει διάλογο που ξεπερνά τις επικοινωνιακές στρατηγικές και οδηγεί σε μεταρρυθμίσεις που μπορούν να αντέξουν στον χρόνο.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε Δημοκρατικός και Προοδευτικός πολίτης —πρωτευόντως— και βουλευτής —δευτερευόντως— οφείλει να καταγγείλει απερίφραστα τις κυβερνητικές επιλογές που μετατρέπουν αυτή την κορυφαία διαδικασία σε επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Η κυβέρνηση επιλέγει συνειδητά την τακτική της εικονικής συναίνεσης, επιχειρώντας να υφαρπάξει μια «λευκή επιταγή» για να διαμορφώσει μόνη της το συνταγματικό κείμενο. Απέναντι σε αυτή τη μεθοδευμένη αποδόμηση των δημοκρατικών αρχών, η υπεράσπιση της Δημοκρατίας και των θεσμών της δεν μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμη.
Ο σκοπός της Αναθεώρησης απέναντι στο κυβερνητικό αφήγημα
Ενόψει της 2ης ψηφοφορίας, το πραγματικό διακύβευμα της Αναθεώρησης είναι σαφές. Καμία ανοχή στο καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης των πολιτικών προσώπων. Απαιτούμε την πλήρη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης (Άρθρα 86 & 90). Παράλληλα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εμπορευματοποίηση της γνώσης και διεκδικούμε την απόλυτη κατοχύρωση της Δωρεάν Παιδείας και των Δημόσιων Αγαθών (Άρθρο 16) μέσω της συνταγματικής προστασίας της δωρεάν τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και τη θωράκιση του νερού και της ενέργειας από τα ιδιωτικά συμφέροντα.
Στο ίδιο πλαίσιο, απορρίπτουμε κάθε προσπάθεια κομματικοποίησης του κράτους με αμφίβολες διαδικασίες αξιολόγησης και προτάσσουμε την ανάγκη για μια αξιοκρατική και ουδέτερη Διοίκηση μέσω της διατήρησης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων που εγγυάται τη διοικητική συνέχεια. Τέλος, δεν αποδεχόμαστε τη νεοφιλελεύθερη λογική που περιορίζει την κοινωνική προστασία σε επιδόματα ακραίας φτώχειας. Χρειαζόμαστε ένα ισχυρό Κοινωνικό Κράτος, με πραγματική πρόσβαση όλων σε δωρεάν παιδεία και υγεία, πρόνοια και κοινωνική ασφάλεια.
Η πρόκληση για τη Δημοκρατική Ανασυγκρότηση
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα ισχυρό Κράτος Δικαίου που περιορίζει την εξουσία, προστατεύει τους πολίτες και δεν αφήνει κανέναν θεσμό έξω από τον έλεγχο και τη λογοδοσία.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν μπορεί να γίνει υπόθεση μιας κυβέρνησης. Είναι υπόθεση της Δημοκρατίας και αφορά το αύριο όλων μας. Εκεί θα κριθεί αν θα ενισχύσουμε τους θεσμούς ή αν θα επιτρέψουμε να αποδυναμωθούν στο όνομα της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας.






