Όταν το εισόδημα δεν επαρκεί για τις βασικές ανάγκες, η αντιπαράθεση για τις ιδεολογίες αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο: ποιος πληρώνει, ποιος προστατεύεται και ποιος διαθέτει σχέδιο που μπορεί να αλλάξει τους όρους ζωής.
Δημήτρης Γιαλουράκης | 09.10.2026 Αναλύσεις / Πολιτική Σκέψη
Στην Ελλάδα του 2026, ένα από τα κεντρικά πολιτικά προβλήματα βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα στο εισόδημα και στο κόστος μιας αξιοπρεπούς ζωής. Στη δυνατότητα να πληρώσεις το σπίτι, να αγοράσεις τρόφιμα, να μετακινηθείς, να καλύψεις μια ανάγκη υγείας και να κρατήσεις κάτι για την επόμενη δυσκολία.
Εκεί αποκτά περιεχόμενο η αγοραστική δύναμη. Ο πολίτης μπορεί να βλέπει περισσότερα ευρώ στον λογαριασμό του και να διαθέτει λιγότερες πραγματικές επιλογές. Μπορεί να εργάζεται, να εμφανίζεται στους δείκτες απασχόλησης και να χρειάζεται διαρκώς να αποφασίζει ποια ανάγκη θα αναβάλει.
Η πολιτική συζήτηση χάνει την επαφή της με την κοινωνία όταν θεωρεί αυτή την απόσταση δευτερεύουσα λεπτομέρεια μιας κατά τα άλλα επιτυχημένης πορείας. Τη χάνει επίσης όταν απαντά στην οικονομική πίεση αποκλειστικά με ιδεολογικούς χαρακτηρισμούς.
Η ακρίβεια απαιτεί εξήγηση, κατανομή ευθυνών και συγκεκριμένη πολιτική απάντηση.
Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε τον Αύγουστο του 2026 ετήσιο πληθωρισμό 3,8%, έναντι 2,9% τον Αύγουστο του 2025. Ο μέσος δείκτης τιμών στο δωδεκάμηνο Σεπτεμβρίου 2025–Αυγούστου 2026 αυξήθηκε κατά 3,4% σε σύγκριση με το προηγούμενο δωδεκάμηνο. Πρόκειται για συνεχιζόμενη αύξηση του επιπέδου των τιμών, πάνω στις ανατιμήσεις που έχουν ήδη προηγηθεί.
Αυτό έχει σημασία επειδή ο πληθωρισμός και η ακρίβεια δεν είναι ταυτόσημες έννοιες. Ακόμη και όταν ο ρυθμός των ανατιμήσεων υποχωρεί, οι προηγούμενες αυξήσεις παραμένουν ενσωματωμένες στις τιμές. Το νοικοκυριό εξακολουθεί να πληρώνει το ακριβότερο καλάθι.
Υπάρχει και μια δεύτερη διάκριση. Η αύξηση των τιμών δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι μειώθηκε η αγοραστική δύναμη όλων: χρειάζεται σύγκριση με την εξέλιξη των εισοδημάτων. Όμως ένας μέσος δείκτης μπορεί να αποκρύπτει την επιδείνωση συγκεκριμένων ομάδων. Ένας ενοικιαστής με στάσιμο μισθό και ένας ιδιοκτήτης με αυξανόμενα εισοδήματα δεν βιώνουν την ίδια οικονομική πραγματικότητα.
Επομένως, το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιοι χάνουν δυνατότητα κατανάλωσης, πόσο και σε ποιες ανάγκες.
Η έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 και αφορά τα νοικοκυριά το 2025, δείχνει με ποια συσσωρευμένη πίεση μπήκε η κοινωνία στη φετινή χρονιά. Το 62,1% δήλωσε ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα, έναντι 60% στην προηγούμενη έρευνα. Για αυτά τα νοικοκυριά, το εισόδημα επαρκούσε κατά μέσο όρο για 18 ημέρες. Το 54% δήλωσε ότι κάνει περικοπές για να καλύψει τα αναγκαία, ενώ το 55,7% δεν μπορούσε ή δυσκολευόταν πολύ να αντιμετωπίσει ένα έκτακτο έξοδο 500 ευρώ. Πρόκειται για δηλώσεις νοικοκυριών σε έρευνα, όχι για μέτρηση της μεταβολής όλων των πραγματικών μισθών. Αποτυπώνουν, όμως, την έκταση της οικονομικής επισφάλειας.
Από εδώ πρέπει να αρχίζει η πολιτική αντιπαράθεση. Από την υλική δυνατότητα των ανθρώπων να ζουν χωρίς μόνιμη ανασφάλεια.
Η πολιτική επιστήμη αντιμετωπίζει τη δημόσια πολιτική ως πεδίο διανομής πόρων, ευκαιριών και ισχύος. Η απόφαση για έναν φόρο, έναν μισθό, μια δημόσια υπηρεσία ή μια ρύθμιση της αγοράς μεταβάλλει τη θέση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων.
Η ακρίβεια έχει συνεπώς διανεμητικό χαρακτήρα. Όταν τα βασικά έξοδα απορροφούν μεγαλύτερο μέρος ενός χαμηλού εισοδήματος, περιορίζουν περισσότερο τις επιλογές του συγκεκριμένου νοικοκυριού. Η ίδια ανατίμηση μπορεί για κάποιον να σημαίνει μικρότερη αποταμίευση και για κάποιον άλλο αναβολή μιας αναγκαίας αγοράς.
Γι’ αυτό η αντιμετώπισή της δεν εξαντλείται στην παρακολούθηση ενός γενικού ποσοστού πληθωρισμού. Χρειάζεται να εξετάζει τη σχέση τιμών και εισοδημάτων, τη φορολογική επιβάρυνση, τη στέγαση και την πρόσβαση σε υπηρεσίες που διαφορετικά ο πολίτης αναγκάζεται να αγοράζει ιδιωτικά.
Η δημόσια υγεία, η εκπαίδευση και οι μεταφορές επηρεάζουν άμεσα το πραγματικό βιοτικό επίπεδο. Όταν μια αναγκαία υπηρεσία παρέχεται επαρκώς και χωρίς δυσβάστακτη ιδιωτική δαπάνη, προστατεύεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Όταν η πρόσβαση δυσκολεύει, το κόστος μεταφέρεται στο νοικοκυριό.
Εδώ οι ιδεολογικές διαφορές παραμένουν ουσιαστικές. Πόση ευθύνη αναλαμβάνει το κράτος; Ποιος χρηματοδοτεί τις υπηρεσίες; Πώς κατανέμεται το φορολογικό βάρος; Ποια προστασία διαθέτει ο εργαζόμενος στη διαπραγμάτευση του μισθού του;
Ωστόσο, η ιδεολογική δήλωση δεν αρκεί. Μια κυβέρνηση που υπόσχεται κοινωνική προστασία πρέπει να την εξασφαλίζει στην πράξη. Μια πολιτική δύναμη που υπόσχεται καλύτερους μισθούς πρέπει να εξηγεί μέσω ποιων μηχανισμών θα αυξηθούν και πώς η αύξηση θα διατηρήσει την πραγματική της αξία.
Η αποτελεσματικότητα αποτελεί μέρος της κοινωνικής ευθύνης. Μια πολιτική που δεν εφαρμόζεται ή δεν πετυχαίνει τον στόχο της αφήνει τους ανθρώπους εκτεθειμένους, όσο σωστό και αν είναι το λεξιλόγιό της.
Αυτό δεν δικαιώνει τη μετατροπή της οικονομικής πολιτικής σε δήθεν ουδέτερη τεχνική υπόθεση. Ο Peter Burnham ανέλυσε την αποπολιτικοποίηση ως στρατηγική που απομακρύνει τον πολιτικό χαρακτήρα των αποφάσεων από την άμεση δημόσια αντιπαράθεση. Οι επιλογές εμφανίζονται ως αποτέλεσμα κανόνων ή αναγκαιοτήτων και η πολιτική ευθύνη γίνεται λιγότερο ορατή.
Στην αντιμετώπιση της ακρίβειας, αυτή η προβληματική μάς βοηθά να θέσουμε συγκεκριμένα ερωτήματα. Ποιο μέρος της πίεσης προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες; Ποιο συνδέεται με εγχώριες δομές και αποφάσεις; Ποια εργαλεία διαθέτει η κυβέρνηση και ποια επιλέγει να χρησιμοποιήσει;
Οι διεθνείς συνθήκες έχουν πραγματική επίδραση. Η επίκλησή τους, όμως, δεν απαντά στο ερώτημα αν αξιοποιούνται επαρκώς οι δυνατότητες της εγχώριας πολιτικής.
Αντίστοιχα, η καταγγελία των «ολιγοπωλίων» χρειάζεται συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Ποια αγορά εξετάζουμε; Ποια είναι τα εμπόδια εισόδου; Πώς σχηματίζονται οι τιμές; Υπάρχουν αποδείξεις παράνομων πρακτικών ή προβλήματα ανταγωνισμού που απαιτούν διαφορετική παρέμβαση;
Η υψηλή τιμή αποτελεί αφετηρία έρευνας. Δεν αποδεικνύει αυτομάτως κάθε πιθανή εξήγηση για την προέλευσή της. Η σοβαρή πολιτική χρειάζεται να διακρίνει τις αιτίες, επειδή διαφορετικές αιτίες απαιτούν διαφορετικά μέτρα.
Η Νέα Δημοκρατία, ως κυβέρνηση, φέρει την ευθύνη των επιλογών της και των αποτελεσμάτων τους. Οφείλει να εξηγεί αν τα μέτρα της αποκαθιστούν την οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών, ποιους καλύπτουν και ποιους αφήνουν εκτός.
Δεν αρκεί η ανακοίνωση μιας ονομαστικής αύξησης εισοδήματος. Χρειάζεται να εξετάζεται τι μπορεί να αγοράσει αυτό το εισόδημα. Δεν αρκεί η χορήγηση μιας ενίσχυσης. Χρειάζεται να εξετάζεται πόσο από το πρόβλημα αντιμετωπίζει και για πόσο χρόνο.
Η αντιπολίτευση έχει διαφορετική, αλλά επίσης συγκεκριμένη υποχρέωση: να παρουσιάσει μια πειστική εναλλακτική. Η αγανάκτηση μπορεί να κινητοποιήσει. Το πρόγραμμα πρέπει να δείξει πώς αλλάζουν οι συνθήκες που την προκαλούν.
Ο Peter Mair ανέδειξε την ένταση ανάμεσα στην ανταπόκριση των κομμάτων στις κοινωνικές απαιτήσεις και στην ευθύνη διακυβέρνησης μέσα σε δεσμεύσεις και αλληλεξαρτήσεις. Η διάκριση είναι χρήσιμη για την ελληνική περίπτωση: ένα κόμμα δεν μπορεί να εκπροσωπεί επαρκώς την κοινωνία αν απλώς μεταφέρει προς τα κάτω τους περιορισμούς. Δεν μπορεί επίσης να κυβερνήσει υπεύθυνα αν αρνείται να εξηγήσει πώς θα τους αντιμετωπίσει.
Η πραγματική εναλλακτική απαιτεί σύνδεση κοινωνικών στόχων και εφαρμόσιμων μέσων.
Αυτό σημαίνει ότι μια πολιτική για την αγοραστική δύναμη πρέπει να εξετάζει μαζί τα εισοδήματα και τις αναγκαίες δαπάνες. Τους μισθούς και τη διαπραγματευτική θέση των εργαζομένων. Τις συντάξεις και τη φορολογία. Την προσφορά προσιτής κατοικίας και τις συνθήκες λειτουργίας των αγορών. Τη δημόσια παροχή υπηρεσιών και την ιδιωτική δαπάνη που αυτές μπορούν να περιορίσουν.
Κάθε πρόταση έχει κόστος και πιθανές παρενέργειες. Μια φορολογική μείωση χρειάζεται αξιολόγηση του δημοσιονομικού της κόστους και του βαθμού στον οποίο φτάνει στην τελική τιμή. Μια επιδότηση χρειάζεται έλεγχο του πραγματικού ωφελουμένου. Μια μόνιμη δαπάνη χρειάζεται σταθερή χρηματοδότηση.
Αυτές οι απαιτήσεις δίνουν περιεχόμενο στην πολιτική σύγκρουση. Επιτρέπουν στον πολίτη να συγκρίνει επιλογές και να ελέγξει αποτελέσματα.
Γι’ αυτό και η γενίκευση ότι όλες οι πολιτικές δυνάμεις υπηρετούν την ίδια εξουσία προσφέρει λιγότερα από όσα υπόσχεται. Η σύγκλιση σε μια οικονομική επιλογή χρειάζεται να καταδειχθεί. Η ανεπαρκής αντιπολίτευση χρειάζεται να αξιολογηθεί. Η κυβερνητική υποστήριξη χρειάζεται να αποδειχθεί. Πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα.
Η πολιτική ανάλυση χάνει ακρίβεια όταν τα συγκεντρώνει σε μία κατηγορία συνολικής ενοχής. Και ο πολίτης χάνει τη δυνατότητα να διακρίνει ποια πρόταση θα βελτίωνε πραγματικά τη θέση του.
Η ίδια αυστηρότητα χρειάζεται απέναντι στην επίκληση του Κέντρου, της Αριστεράς ή της Δεξιάς. Κανένας χώρος δεν διαθέτει αποκλειστικότητα στην κοινωνική ευαισθησία ούτε απαλλαγή από τον έλεγχο. Οι διαφορές πρέπει να εμφανίζονται στη φορολογία, στην εργασία, στις δημόσιες υπηρεσίες, στη στέγη και στη διανομή του κόστους.
Πρέπει επίσης να εμφανίζονται στη δημοκρατική λογοδοσία. Η οικονομική δυσκολία δεν δικαιολογεί τη συρρίκνωση της συμμετοχής και του ελέγχου. Αντιθέτως, κάνει αναγκαία τη δυνατότητα των πολιτών να γνωρίζουν ποιος αποφάσισε, με ποια στοιχεία και προς όφελος ποιων.
Στην Ελλάδα του 2026, η αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης αποτελεί κρίσιμο μέτρο πολιτικής αξιοπιστίας. Για τον εργαζόμενο, τον συνταξιούχο, τον νέο που αναζητά σπίτι και τον μικρό επαγγελματία, η οικονομική πολιτική αποκτά νόημα όταν διευρύνει τις πραγματικές δυνατότητες ζωής.
Οι ιδεολογίες παραμένουν αναγκαίες επειδή προσδιορίζουν προτεραιότητες και κοινωνικές συμμαχίες. Η τεκμηρίωση παραμένει αναγκαία επειδή ελέγχει τις εξηγήσεις. Η αποτελεσματικότητα παραμένει αναγκαία επειδή μετατρέπει τις δεσμεύσεις σε αποτέλεσμα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια πολιτική δύναμη μπορεί να εξασφαλίσει ότι ο κόπος των ανθρώπων θα αγοράζει περισσότερη ασφάλεια, περισσότερη ανεξαρτησία και μια αξιοπρεπή ζωή. Και πώς θα λογοδοτήσει αν δεν το πετύχει.






