ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΠόση δημοκρατία αντέχει η προοδευτική δημοκρατία;

Πόση δημοκρατία αντέχει η προοδευτική δημοκρατία;

Η δημοκρατία δοκιμάζεται πραγματικά όταν η βούληση των πολιτών συγκρούεται με τις επιλογές της ηγεσίας. Τρία παραδείγματα από τον χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς – η αναδιάταξη ψηφοδελτίων, η μάχη για τις διαπιστεύσεις και η ίδρυση ενός νέου φορέα – θέτουν το ίδιο ερώτημα: ποιος ελέγχει την πρόσβαση στη συμμετοχή και ποιος κρατά την τελική εξουσία της απόφασης;

Κωνσταντίνα Μίχου | 07.10.2026 Απόψεις

Η δημοκρατία είναι ίσως η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη λέξη στον πολιτικό λόγο, καθώς όλοι την επικαλούνται, όλοι υπόσχονται να την ενισχύσουν, και όλοι μιλούν για συμμετοχή, διαφάνεια, λογοδοσία και σεβασμό στη βούληση των πολιτών.

Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν αυτή η βούληση έρχεται σε σύγκρουση με τις επιθυμίες της ηγεσίας.

Όταν οι πολίτες προτιμούν διαφορετικούς υποψηφίους, όταν τα μέλη επιλέγουν έναν πρόεδρο που ο κομματικός μηχανισμός απορρίπτει, όταν οι σύνεδροι ζητούν να αμφισβητήσουν μια απόφαση, και όταν μια οργάνωση θέλει να συζητήσει θέματα που δεν περιλαμβάνονται στην έτοιμη ατζέντα.

Εκεί φαίνεται πόσο περιεχόμενο έχουν οι διακηρύξεις, δηλαδή στη δυνατότητα της συμμετοχής να μετακινήσει την εξουσία, να αλλάξει μια επιλογή, και να υποχρεώσει κάποιον να λογοδοτήσει.

Το ζήτημα αφορά ιδιαίτερα τους φορείς που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί και δημοκρατικοί, δημιουργώντας μια απαίτηση συνέπειας όπου οι κανόνες που προτείνουν για την κοινωνία πρέπει να έχουν εφαρμογή και στο εσωτερικό τους.

Πώς θα περιορίσουν τη συγκέντρωση εξουσίας στο κράτος εάν θεωρούν αυτονόητη τη συγκέντρωσή της στο κόμμα; Και πώς θα προστατεύσουν την ανεξάρτητη κρίση των πολιτών εάν δυσκολεύονται να ανεχθούν την ανεξάρτητη κρίση των μελών τους;

Δεν πρόκειται για αφηρημένες απορίες, αφού υπάρχουν γεγονότα που τις κάνουν αναπόφευκτες.

Όταν η σειρά των ψηφοδελτίων αλλάζει τη σειρά των ψηφοφόρων

Στις εκλογές του Ιουνίου 2023, η Πλεύση Ελευθερίας αναδιαμόρφωσε τη σειρά υποψηφίων σε σχέση με τη σταυροδοσία του Μαΐου. Η Όλγα Δάλλα, πρώτη σε σταυρούς στον Νότιο Τομέα Αθηνών, υποχώρησε στη λίστα και στην πρώτη θέση τοποθετήθηκε ο Σπύρος Μπιμπίλας. Στην Α΄ Αθηνών συμπεριλήφθηκε σε υψηλή θέση ο Διαμαντής Καραναστάσης, ο οποίος δεν ήταν υποψήφιος στην προηγούμενη αναμέτρηση, προκαλώντας αποχωρήσεις και καταγγελίες από υποψηφίους.

Η ακρίβεια είναι απαραίτητη, αφού δεν απομακρύνθηκαν ήδη εκλεγμένοι βουλευτές, αλλά άλλαξε η σειρά των υποψηφίων πριν από μια νέα αναμέτρηση με λίστα, παρακάμπτοντας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις τη σειρά προτίμησης που είχαν εκφράσει οι ψηφοφόροι.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου υπερασπίστηκε την ευθύνη της για τη διαμόρφωση των ψηφοδελτίων, χρησιμοποιώντας την εικόνα του αρχηγού ως προπονητή που μπορεί να αφήνει παίκτες στον πάγκο.

Αυτή η εικόνα αποκαλύπτει μια αντίληψη για τη σχέση ηγεσίας και συμμετεχόντων όπου ο προπονητής επιλέγει και οι παίκτες αποδέχονται την επιλογή. Όμως ένας πολιτικός φορέας χρειάζεται να εξηγεί ποια δικαιώματα διαθέτουν οι άνθρωποί του και τι δεσμευτική αξία αναγνωρίζει στις προτιμήσεις των πολιτών.

Η δυνατότητα μιας ηγεσίας να καταρτίζει ψηφοδέλτια δεν εξαντλεί το ζήτημα της δημοκρατικής της λογοδοσίας, καθώς παραμένει το ερώτημα με ποια κριτήρια αποφασίζει, ποιοι συμμετέχουν στην απόφαση και πώς ελέγχεται η άσκηση αυτής της εξουσίας.

Η σύγκρουση που δεν λύθηκε: Το συνέδριο στο Γκάζι

Στον ΣΥΡΙΖΑ, το 2024, η σύγκρουση εκδηλώθηκε διαφορετικά, καθώς στις 8 Σεπτεμβρίου η Κεντρική Επιτροπή υπερψήφισε την πρόταση μομφής κατά του Στέφανου Κασσελάκη με 163 ψήφους υπέρ και 120 κατά. Ακολούθησε, τον Νοέμβριο, το συνέδριο στο Γκάζι, με συγκρούσεις για τις διαπιστεύσεις και καταγγελίες αποκλεισμού εκλεγμένων συνέδρων. Η πλευρά Κασσελάκη κατήγγειλε αποκλεισμούς, ενώ η κομματική πλευρά απέρριψε τις κατηγορίες και επικαλέστηκε έλεγχο της τήρησης των εκλογικών διαδικασιών.

Τα γεγονότα εκείνα στο Γκάζι συνιστούν ξεκάθαρα ένα πολιτικό πραξικόπημα. Ο χαρακτηρισμός αυτός αποτελεί πολιτική κρίση, και η ανάγκη απαντήσεων υπάρχει ανεξάρτητα από την αποδοχή του.

Πώς επιλύεται η σύγκρουση ανάμεσα στην εντολή ενός προέδρου εκλεγμένου από τα μέλη και στην αρμοδιότητα ενός συλλογικού οργάνου να τον ελέγξει; Πώς εξασφαλίζεται ότι η διαδικασία ανάδειξης της επόμενης ηγεσίας παραμένει ανοιχτή και αξιόπιστη; Και ποιος ελέγχει εκείνον που κρίνει τις διαπιστεύσεις των συνέδρων;

Η εκλογή από τη βάση δεν προσφέρει ασυλία σε έναν πρόεδρο, και αντίστοιχα η επίκληση ενός συλλογικού οργάνου δεν προσφέρει ασυλία σε έναν μηχανισμό.

Η δημοκρατική νομιμοποίηση χρειάζεται κανόνες που ισχύουν ακόμη και όταν το αποτέλεσμα ενοχλεί εκείνους που τους εφαρμόζουν.

Αλλιώς, κάθε πλευρά αναγνωρίζει ως δημοκρατική μόνο τη διαδικασία που την ευνοεί, η βάση γίνεται αυθεντία όταν συμφωνεί μαζί μας, τα όργανα γίνονται αυθεντία όταν διαφωνεί, και η δημοκρατία κινδυνεύει να μετατραπεί σε επιλεκτικό επιχείρημα μιας εσωτερικής σύγκρουσης εξουσίας.

Όταν η προσωρινότητα γίνεται μόνιμη εξουσία

Στην ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα αναδεικνύεται μια τρίτη διάσταση, αφού η συγκρότηση των πρώτων οργάνων περιγράφηκε σε δημοσιεύματα ως διαδικασία διορισμού από τον πρόεδρο, με συμμετοχή των ιδρυτικών μελών, ενώ παράλληλα ανακοινώθηκαν οι εκπρόσωποι Τύπου και οι τομεάρχες του νέου φορέα.

Ένα νέο κόμμα χρειάζεται ανθρώπους που θα αναλάβουν την αρχική οργανωτική εργασία, χρειάζεται επίσης εκπροσώπηση και καταμερισμό καθηκόντων, αλλά ο ορισμός ενός εκπροσώπου Τύπου έχει διαφορετική λειτουργία από τη συγκρότηση ενός συλλογικού πολιτικού οργάνου.

Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται σαφήνεια, εξετάζοντας ποια όργανα είναι προσωρινά, πόσο διαρκεί η θητεία τους, ποιες αποφάσεις μπορούν να λάβουν και πότε και με ποια διαδικασία θα αποκτήσουν τα μέλη τη δυνατότητα να επιλέξουν τους εκπροσώπους τους.

Η προσωρινότητα χρειάζεται όριο, διαφορετικά μπορεί να δημιουργήσει τετελεσμένα, όπου οι αρχικά ορισμένοι αποκτούν αρμοδιότητες, διαμορφώνουν τις διαδικασίες και οργανώνουν το πεδίο μέσα στο οποίο θα κληθούν αργότερα να συμμετάσχουν οι υπόλοιποι.

Το ερώτημα αφορά τη διαδρομή από την ίδρυση ενός φορέα στη δημοκρατική του συγκρότηση, αναρωτώμενοι πότε η εξουσία του ιδρυτή παραχωρεί χώρο στην εξουσία των μελών και πώς μπορούν τα μέλη να επηρεάσουν αυτή τη μετάβαση.

Οι περιπτώσεις αυτές έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, χωρίς να χρειάζεται να τις εξισώσουμε για να αναγνωρίσουμε το κοινό πρόβλημα που θέτουν: ποιος ελέγχει την πρόσβαση στη συμμετοχή και ποιος κρατά την τελική εξουσία της απόφασης;

Όταν η γλώσσα της δημοκρατίας κρύβει την έλλειψή της

Εδώ συναντάμε και μια πλευρά που συχνά υποτιμάται, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται επικοινωνιακά οι πολιτικές διαδικασίες.

Ένα κείμενο μπορεί να κατευθύνει τον αναγνώστη μέσα από την επιλογή των λέξεων, τη σειρά των πληροφοριών και τις παραδοχές που παρουσιάζει ως αυτονόητες, δημιουργώντας μια αίσθηση δημοκρατικής προόδου πριν δώσει τα στοιχεία που επιτρέπουν να την αξιολογήσουμε.

Η ανακοίνωση των Δημοκρατών για τα νέας γενιάς debates στη METAGORA προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Ξεκινά με τη θέση ότι τα παραδοσιακά debate εξαντλούνται σε παράλληλους μονολόγους και ξύλινο λόγο, και αμέσως μετά διακηρύσσει ότι οι Δημοκράτες αλλάζουν τους κανόνες και ηγούνται του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού.

Έτσι δημιουργείται πρώτα ένα αξιολογικό δίπολο όπου το παλιό παρουσιάζεται εξαντλημένο και το νέο δυναμικό, συμμετοχικό και δημοκρατικό, προδιαθέτοντας τον αναγνώστη να ταυτιστεί με την πρωτοβουλία πριν την εξετάσει.

Ακολουθεί η επίκληση της τεχνολογίας αιχμής που μπορεί πράγματι να διευκολύνει τη συμμετοχή ανθρώπων που δεν βρίσκονται στον ίδιο χώρο, να βοηθήσει στην υποβολή ερωτήσεων, στην καταγραφή προτιμήσεων και στην πρόσβαση στη συζήτηση.

Δεν καθορίζει, όμως, ποιος επιλέγει τα θέματα, δεν εξασφαλίζει από μόνη της ότι οι μειοψηφικές απόψεις θα ακουστούν και δεν αποφασίζει τι βαρύτητα θα έχει το αποτέλεσμα.

Μπορείς να ψηφίζεις ηλεκτρονικά και να έχεις ελάχιστη επιρροή στην απόφαση, ενώ μπορείς να συμμετέχεις σε μια απλή συνέλευση και να διαθέτεις ουσιαστική εξουσία.

Το δημοκρατικό περιεχόμενο βρίσκεται στους κανόνες, στις αρμοδιότητες και στη δυνατότητα ελέγχου.

Το ίδιο ισχύει για τις σύγχρονες μεθοδολογίες διαβουλευτικής δημοκρατίας, όπου η ανακοίνωση χρειάζεται να εξηγεί πώς εξασφαλίζονται η ενημέρωση των συμμετεχόντων, η ισότιμη έκφραση και η πραγματική εξέταση των διαφορετικών επιχειρημάτων.

Όταν αυτοί οι όροι απουσιάζουν από την περιγραφή, το δημοκρατικό λεξιλόγιο προσφέρει κύρος σε μια διαδικασία που ο αναγνώστης δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να ελέγξει.

Η γλώσσα της πρεμιέρας και της σφιχτής ροής υψηλού ρυθμού ενισχύει την παρουσίαση ενός ελκυστικού γεγονότος, παρότι μια πολιτική συζήτηση χρειάζεται χρόνο για αποσαφήνιση, αντίλογο και αλλαγή γνώμης, καθώς ο ρυθμός είναι απλώς οργανωτικό χαρακτηριστικό και η δημοκρατική ποιότητα απαιτεί πρόσθετα κριτήρια.

Οι έντεκα ερωτήσεις ως πολιτική παρέμβαση

Και φτάνουμε στις έντεκα ερωτήσεις.

Η διατύπωση μιας ερώτησης αποτελεί ήδη πολιτική παρέμβαση.

Εκείνος που τη διατυπώνει επιλέγει τις εναλλακτικές που θα εμφανιστούν ως διαθέσιμες, μπορεί να φορτίσει τη μία με αρνητικούς χαρακτηρισμούς, να συμπιέσει ένα σύνθετο ζήτημα σε δύο επιλογές ή να αφήσει έξω παραμέτρους που θα άλλαζαν την απάντηση.

Κατά τη δική μου ανάγνωση, αρκετές από τις συγκεκριμένες ερωτήσεις αντλούν το πλαίσιό τους από διλήμματα που προβάλλει η νεοφιλελεύθερη πολιτική αντίληψη, όπως κοινωνική προστασία ή οικονομική ανταγωνιστικότητα, εργασιακές εγγυήσεις ή αποτελεσματικότητα, και καθολικές δημόσιες παροχές ή ατομική οικονομική συνεισφορά.

Αυτό το πλαίσιο επηρεάζει τη συζήτηση πριν δοθεί οποιαδήποτε απάντηση, κάνοντας τα δικαιώματα και τα δημόσια αγαθά να καλούνται να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους με όρους κόστους και αποδοτικότητας, ενώ μένουν σε δεύτερο πλάνο άλλες πολιτικές δυνατότητες όπως η αναδιανομή των πόρων και η επένδυση στη δημόσια υποδομή.

Το κόστος είναι πραγματικό και οφείλει να εξετάζεται, αλλά εξίσου πραγματικό είναι το κόστος της ανεπαρκούς κοινωνικής προστασίας, της εξουθένωσης των εργαζομένων και των εμποδίων στην εκπαίδευση, καθιστώντας την επιλογή του ποιο κόστος προβάλλουμε μια καθαρά πολιτική επιλογή.

Η ιδεολογική κατεύθυνση βρίσκεται μέσα στο δίλημμα. Το να παρουσιάζονται τέτοιες ερωτήσεις ως αυτονόητα ουδέτερες αποκρύπτει ότι έχει προηγηθεί μια επιλογή για το πώς θα περιγραφεί το πρόβλημα και ποιες λύσεις θα θεωρηθούν διαθέσιμες.

Στο θέμα της τετραήμερης εργασίας, για παράδειγμα, η ποιότητα ζωής αντιπαρατίθεται στο ενδεχόμενο ανεπίτρεπτου κόστους για επιχειρήσεις και καταναλωτές, ενώ χρειάζεται να εξεταστούν και η παραγωγικότητα, η κατανομή των κερδών και οι διαφορετικές δυνατότητες εφαρμογής ανά κλάδο.

Στο θέμα της μονιμότητας στο Δημόσιο, η φράση ασυλία στην τεμπελιά και την ανικανότητα εισάγει έναν στιγματιστικό χαρακτηρισμό πριν εξεταστούν οι θεσμοί, παρότι ένα αποτελεσματικό Δημόσιο χρειάζεται αξιολόγηση και λογοδοσία αλλά και προστασία από κομματικές διώξεις.

Η μεταφορά των όρων του ιδιωτικού τομέα στο Δημόσιο χρειάζεται αιτιολόγηση, και η δυνατότητα απόλυσης δεν αρκεί ως απόδειξη αποτελεσματικής διοίκησης.

Το Παιδεία ή Belharra μετατρέπει μια σύνθετη συζήτηση για τις δημόσιες δαπάνες σε εύληπτο σύνθημα, όπου οι περιορισμένοι πόροι επιβάλλουν επιλογές, αλλά χωρίς συγκεκριμένες ανάγκες και ποσά η απάντηση κινδυνεύει να εκφράζει ταύτιση με ένα σύμβολο.

Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η αντιπαράθεση δωρεάν φοίτησης και ανταποδοτικών διδάκτρων αφορά την κατανομή του κόστους και την πρόσβαση σε ένα κοινωνικό αγαθό, ενώ οι υποτροφίες χρειάζεται να εξεταστούν ως προς την κάλυψη, τους όρους τους, και τη μετατόπιση από την καθολική πρόσβαση στη στοχευμένη ενίσχυση όσων κριθούν δικαιούχοι, αφήνοντας εκτός εκείνους που δεν θεωρούνται αρκετά φτωχοί αλλά δεν διαθέτουν πόρους.

Η συζήτηση μιας τέτοιας πρότασης δεν σημαίνει ότι το κόμμα την υιοθετεί, αλλά χρειάζεται να γνωρίζουμε αν πρόκειται για αντιπαράθεση επιχειρημάτων ή για διαδικασία αναθεώρησης πολιτικών δεσμεύσεων και ποιος θα αποφασίσει γι’ αυτήν.

Στο συνταξιοδοτικό, το ερώτημα για τα όρια συνταξιοδότησης απαιτεί αποσαφήνιση, διαχωρίζοντας την ηλικία θεμελίωσης δικαιώματος, την υποχρεωτική αποχώρηση και τη δυνατότητα προαιρετικής συνέχισης της εργασίας, ενώ η παραγωγικότητα χρειάζεται να συνοδεύεται από την εξέταση της υγείας, των συνθηκών εργασίας και των ανισοτήτων ανάμεσα στα επαγγέλματα.

Τέλος, η επίκληση της συνολικής ευημερίας χρειάζεται περιεχόμενο, αφού η αύξηση ενός μεγέθους δεν εξηγεί πώς κατανέμονται τα οφέλη και πρέπει να ρωτάμε ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει.

Η αποτελεσματικότητα αποκτά νόημα σε σχέση με έναν στόχο, και η επιλογή του στόχου παραμένει πολιτική και αξιακή απόφαση.

Όταν μια συγκεκριμένη αντίληψη για την οικονομία παρουσιάζεται ως ουδέτερος ορθολογισμός, η ιδεολογία εξακολουθεί να υπάρχει, απλώς γίνεται δυσκολότερο να εντοπιστεί και να αμφισβητηθεί.

Το κοινό νήμα

Υπάρχει ακόμη η υπόσχεση ότι οι ομιλητές θα οδηγηθούν από την αρχική πόλωση στην εύρεση κοινού τόπου, ωστόσο η συναίνεση μπορεί να προκύψει ή οι συμμετέχοντες μπορεί να εξακολουθήσουν να διαφωνούν, κάτι που αποτελεί θεμιτό αποτέλεσμα χωρίς να αντιμετωπίζεται η διαφωνία ως οργανωτική αποτυχία.

Υπήρξα μέλος της ΕΠΠ του συγκεκριμένου κόμματος και γνωρίζω ότι τα όργανα και οι αρμοδιότητες έχουν σημασία, γι’ αυτό ζητώ να γνωρίζουμε ποιος διαμόρφωσε τις ερωτήσεις, ποια όργανα συμμετείχαν, τι δυνατότητα έχουν τα μέλη να προτείνουν αλλαγές και πώς θα αξιοποιηθούν τα αποτελέσματα.

Η απουσία αυτών των πληροφοριών από την ανακοίνωση δεν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχουν διαδικασίες, αλλά δημιουργεί την υποχρέωση να εξηγηθούν, ιδιαίτερα όταν η πρωτοβουλία προβάλλεται ως υπόδειγμα δημοκρατικού εκσυγχρονισμού.

Αυτό είναι και το κοινό νήμα των διαφορετικών περιπτώσεων, αφού η δημοκρατία χρειάζεται να εξετάζεται πριν από την κάλπη στο ποιος διαμορφώνει τις επιλογές, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο αν οι κανόνες εφαρμόζονται ισότιμα, και μετά το αποτέλεσμα στο αν η απόφαση γίνεται σεβαστή.

Η προοδευτική πολιτική οφείλει να αντέχει αυτόν τον έλεγχο, να προσφέρει στα μέλη της δυνατότητα αμφισβήτησης, πρόσβαση στην πληροφορία και εξουσία αλλαγής των αποφάσεων, αναγνωρίζοντας ότι η ηγεσία υπηρετεί έναν πολιτικό φορέα και λογοδοτεί σε αυτόν.

Αυτό προϋποθέτει να επιτρέπεται η αμφισβήτηση του ίδιου του πλαισίου, ώστε να μπορεί ένα μέλος να πει ότι το ερώτημα είναι λανθασμένο ή ότι οι κοινωνικές του προτεραιότητες έχουν μείνει έξω από τη συζήτηση.

Η δημοκρατία κρίνεται από την εξουσία που δίνεις στους άλλους, ακόμη και όταν τη χρησιμοποιούν εναντίον της δικής σου επιλογής.

Πόση δημοκρατία, λοιπόν, αντέχει η προοδευτική δημοκρατία;

Όση επιτρέπει στα μέλη της να αλλάξουν την ατζέντα, να ελέγξουν τα όργανα, να απορρίψουν την πρόταση και να αντικαταστήσουν την ηγεσία.

Εκεί η συμμετοχή αποκτά πολιτικό περιεχόμενο, και εκεί οι διακηρύξεις παύουν να αρκούν.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ