«Έχει η Αριστερά και η Δεξιά σημασία σήμερα; Μήπως μετράει μόνο η αποτελεσματικότητα και η καλή διαχείριση;» Το ερώτημα ακούγεται λογικό. Η απάντηση όμως κρύβεται σε αυτό που σπάνια συζητείται: για ποιον δουλεύει τελικά η πολιτική.
Κωνσταντίνα Μίχου | 09.10.2026 Απόψεις
«Έχει η Αριστερά και η Δεξιά σημασία σήμερα; Μήπως μετράει μόνο η αποτελεσματικότητα και η καλή διαχείριση;» Με πρώτη ματιά, το ερώτημα ακούγεται λογικό. Όμως μια πολιτική δεν αξιολογείται μόνο από το αν «δουλεύει» στα χαρτιά, αλλά για ποιον δουλεύει, με ποιο κόστος και με ποιες κοινωνικές συνέπειες.
Η κακοήθεια και ο καταστροφικός χαρακτήρας της Νέας Δημοκρατίας και των πολιτικών της δεν κρύβονται σε κάποια αφηρημένη «αναποτελεσματικότητα», αλλά στον ίδιο τους τον πυρήνα. Πρόκειται για πολιτικές που λεηλατούν συνειδητά τη δημόσια υγεία και παιδεία, διαλύουν εργασιακά δικαιώματα δεκαετιών, χαρίζουν τον δημόσιο πλούτο και τις υποδομές σε ιδιωτικά ολιγοπώλια και συμπιέζουν αγεφύρωτα τα λαϊκά εισοδήματα για να γιγαντωθούν τα κέρδη των λίγων. Τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν πρέπει να την αντιμετωπίζουμε απλώς ως μια «διαχειριστική επιλογή», αλλά ως ένα ωμό κοινωνικό πόλεμο από τα πάνω, ο οποίος γεννά φτώχεια, αποκλεισμό και την αίσθηση ότι η ζωή και η αξιοπρέπεια της κοινωνικής πλειοψηφίας είναι αναλώσιμες μπροστά στους δείκτες της αγοράς.
Επειδή ακριβώς αυτές οι πολιτικές είναι βαθύτατα αντικοινωνικές και ταξικές, δεν μπορούν να τις υπερασπιστούν ανοιχτά. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο εφευρέθηκε η λεγόμενη «αποϊδεολογικοποίηση». Αυτή αποτελεί το βασικό ιδεολογικό όπλο με το οποίο η Νέα Δημοκρατία και ολόκληρος ο πολιτικός της περίγυρος, ως δορυφόροι της, βαφτίζουν την καταστροφή «μονόδρομο» και «κοινή λογική», επιβάλλοντας και θωρακίζοντας έτσι τη Νέα Δημοκρατία στην εξουσία.
Η κυρίαρχη αφήγηση παρουσιάζει τις ιδιωτικοποιήσεις, τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και την απορρύθμιση της εργασίας ως «αντικειμενική τεχνοκρατική αναγκαιότητα». Όταν η βάρβαρη πολιτική της Νέας Δημοκρατίας βαφτίζεται επιστήμη, κάθε αντίθετη φωνή εξοστρακίζεται αυτόματα ως λαϊκισμός, απαλλάσσοντας το κόμμα από την ανάγκη να λογοδοτήσει για τις ανισότητες που παράγει. Η απολιτική ρητορική εστιάζει αποκλειστικά σε μακροοικονομικούς δείκτες, αποκομμένους από την πραγματική κοινωνία, μετατρέποντας τα κέρδη των μεγάλων ομίλων και τα πλεονάσματα σε μέτρο επιτυχίας μιας χώρας, ενώ η δήθεν ουδέτερη «τεχνοκρατική» διαχείριση λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας για τα ολιγοπώλια.
Το αφήγημα του Υπερβατικού Κέντρου και της ορθής διαχείρισης στηρίζεται όχι μόνο από τον κυβερνητικό πυρήνα, αλλά αξιοποιείται αντικειμενικά από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Από τη μία πλευρά, ολόκληρες πολιτικές τάσεις, που τυπικά τοποθετούνται στον ευρύτερο προοδευτικό, κεντροαριστερό ή αριστερό χώρο, εγκλωβιζόμενες στη συναίνεση και σε έναν συστημικό ρεαλισμό με διαβεβαιώσεις στα κέντρα εξουσίας, εγκαταλείπουν τη ρήξη. Συγκλίνοντας στις βασικές οικονομικές επιλογές, λειτουργούν αντικειμενικά ως μαξιλάρια και βαλβίδες αποσυμπίεσης, ενισχύοντας το αφήγημα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις που κινούνται στα δεξιά και οι ακροδεξιοί-φασιστικοί σχηματισμοί, ενώ παριστάνουν τους δήθεν αντισυστημικούς, στην πραγματικότητα περιορίζονται σε μια τοξική ρητορική μίσους, ταυτότητας και θρησκοκαπηλείας, αφήνοντας εντελώς απυρόβλητο τον πυρήνα του κεφαλαίου. Αυτοί οι θορυβώδεις μηχανισμοί πολώνουν βολικά το σκηνικό με όρους αποπροσανατολισμού, προσφέροντας το πολυπόθητο άλλοθι στη Νέα Δημοκρατία να πλασάρεται ως ο μόνος «σοβαρός, θεσμικός και δυτικός εκσυγχρονιστής» απέναντι στα σκοτάδια. Σε αυτό το πλέγμα προστίθενται τα μέσα ενημέρωσης, οι δεξαμενές σκέψης και η τεχνοκρατική ελίτ, παίζοντας τον ρόλο του πολλαπλασιαστή, βαφτίζοντας καθημερινά την ιδεολογία ως επιστημονική ορθότητα και περιθωριοποιώντας όποιον αμφισβητεί το καθεστώς.
Αυτά τα φαινόμενα είναι τα συμπτώματα ενός βαθύτερου προβλήματος, το οποίο πηγάζει από την ευθυγράμμιση με τους κανόνες της αγοράς και των διεθνών κέντρων, όπου το θεσμικό πλαίσιο λειτουργεί σταθερά υπέρ των λίγων. Όσο οι πολιτικές δυνάμεις εγκλωβίζονται σε μια λογική διαχειριστικής μιζέριας, είτε ανακυκλώνοντας αυταπάτες ότι μπορούν να υπάρξουν «σωτήριες» κυβερνητικές λύσεις εντός του ίδιου ασφυκτικού συστήματος είτε καταφεύγοντας σε μια αποστειρωμένη περιχαράκωση, που αρκείται σε μια ασφαλή αλλά ακίνδυνη καταγγελία χωρίς καμία διέξοδο για τον λαό, η προοπτική της ανατροπής ναρκώνεται. Αυτός ο διπλός εγκλωβισμός είναι καταστροφικός επειδή αφοπλίζει την κοινωνία. Από τη μία την κοροϊδεύει με ψεύτικες ελπίδες για δήθεν αριστερές διαχειρίσεις που τελικά ενσωματώνονται, και από την άλλη την αφήνει έρμαιο της αδράνειας, μετατρέποντας την πολιτική σε επικοινωνιακό προϊόν για έναν αφηρημένο μεσαίο χώρο και αφήνοντας τις ηγεσίες να συμβιβάζονται με τα τζάκια και τους τραπεζίτες.
Η αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής παραμένει το απόλυτο ιδεολογικό όπλο που κρατάει στην εξουσία τη Νέα Δημοκρατία, με τη συνδρομή όλων των δορυφόρων της. Αν οι πολιτικές δυνάμεις της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης δεν θέλουν να χαρακτηρίζονται δορυφόροι και ενισχυτές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, πρέπει να εγκαταλείψουν οριστικά την απολιτική ρητορική, τις διαβεβαιώσεις στους υπερεθνικούς θεσμούς και τον εγκλωβισμό στον μεσαίο χώρο. Οφείλουν να επιστρέψουν στην καθαρή ιδεολογική αντιπαράθεση, να συνδεθούν ξανά με τα πραγματικά κοινωνικά μέτωπα στους χώρους εργασίας, τις γειτονιές, να παλέψουν για τη στέγη, την παιδεία και την υγεία, αντιτάσσοντας ένα πρόγραμμα ρήξης με τα ολιγοπώλια και τα κέντρα εξουσίας. Απέναντι σε αυτόν τον ωμό νεοφιλελευθερισμό, και η λαϊκή δεξιά θα όφειλε να υπερασπίζεται την κοινωνική συνοχή, τη στήριξη της εγχώριας παραγωγής, την προστασία του δημόσιου χώρου και την εθνική κυριαρχία απέναντι στα ξένα κέντρα αποφάσεων, αντί να λειτουργεί ως εντολοδόχος των αγορών και των καρτέλ και να είναι απλά θρησκόληπτη και με τοξική ρητορική μίσους. Η συστημική διαχείριση δεν θα φέρει την αλλαγή. Η Αλλαγή θα έρθει μόνο όταν η κοινωνία ξαναβρεί τη φωνή της και απαιτήσει πολιτικές που βάζουν στο κέντρο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Με τους φασίστες δεν χρειάζεται καν να ασχοληθεί κανείς. Αν οι υπόλοιπες δυνάμεις κάνουν τη δουλειά τους και απαντήσουν στα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας, αυτοί οι μηχανισμοί θα εξαφανιστούν μόνοι τους στο περιθώριο.






