Οι Πρώτοι Υπουργοί Σκωτίας, Ουαλίας και Βόρειας Ιρλανδίας δεσμεύτηκαν σε στενότερη συνεργασία και ζητούν από το Westminster να διευκολύνει συνταγματική αλλαγή. Το κείμενο δεν ορίζει χρονοδιάγραμμα και δεν έχει νομική ισχύ.
Δημήτρης Γιαλουράκης | 17.09.2026 Γεωπολιτική
Μνημόνιο συνεννόησης υπέγραψαν στις 14 Σεπτεμβρίου στο Κάρντιφ της Ουαλίας οι Πρώτοι Υπουργοί Σκωτίας John Swinney, Ουαλίας Rhun ap Iorwerth και Βόρειας Ιρλανδίας Michelle O’Neill. Στο κείμενο αναγνωρίζεται το δικαίωμα των λαών τους στην αυτοδιάθεση και ζητείται από τη βρετανική κυβέρνηση να «προετοιμαστεί, να σχεδιάσει και να διευκολύνει» συνταγματική αλλαγή.
«Τα έθνη μας έχουν δικαίωμα στην αυτοδιάθεση», αναφέρει το μνημόνιο. «Καμία κυβέρνηση του Westminster δεν έχει το δικαίωμα να μπλοκάρει τη δημοκρατία ή να υπονομεύσει την αρχή ότι ο λαός μας θα αποφασίζει το μέλλον του». Το κείμενο κάνει λόγο για «σαφέστερο σημάδι ότι ο χρόνος του Westminster φτάνει στο τέλος του» και συνδέει την προοπτική της ανεξαρτησίας με την επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση: «Το μέλλον των εθνών μας ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Ο Swinney δήλωσε μετά την υπογραφή ότι δεν πρέπει να υπάρχει «κανένα εμπόδιο» στο να καθορίζουν οι τρεις χώρες το μέλλον τους. Η O’Neill χαρακτήρισε τη συμφωνία «ιστορική».
Το πλαίσιο της υπογραφής
Το μνημόνιο υπογράφηκε από τους τρεις Πρώτους Υπουργούς υπό την ιδιότητά τους ως αρχηγοί κομμάτων και όχι ως κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Η διάκριση έχει πρακτική σημασία στη Βόρεια Ιρλανδία, όπου η O’Neill συμμετέχει σε κυβέρνηση κατανομής εξουσίας με το DUP, το οποίο αντιτίθεται στην επανένωση της Ιρλανδίας.
Είναι η πρώτη φορά από την έναρξη της αποκέντρωσης το 1999 που τα τρία αποκεντρωμένα κοινοβούλια διοικούνται ταυτόχρονα από κόμματα που επιδιώκουν συνταγματική αλλαγή. Το SNP είναι το μεγαλύτερο κόμμα στο κοινοβούλιο της Σκωτίας, το Plaid Cymru το μεγαλύτερο στο Senedd της Ουαλίας για πρώτη φορά στην ιστορία του, και το Sinn Féin το μεγαλύτερο κόμμα στη Βόρεια Ιρλανδία από το 2022.
Οι στόχοι των τριών κομμάτων δεν ταυτίζονται. Το SNP επιδιώκει τη διεξαγωγή δεύτερου δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας. Το Sinn Féin επιδιώκει την επανένωση της Ιρλανδίας. Το Plaid Cymru τοποθετεί την ανεξαρτησία της Ουαλίας ως μακροπρόθεσμο στόχο, χωρίς δέσμευση σε άμεσο χρονοδιάγραμμα. Το μνημόνιο δεν περιέχει τη λέξη «δημοψήφισμα» ούτε ορίζει ημερομηνίες.
Ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Andy Burnham δήλωσε την ίδια ημέρα ότι «πιστεύει σθεναρά στην ένωση». Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε δηλώσει στη Βουλή ότι δημοψήφισμα θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο εφόσον υπάρξει «σαφής συναίνεση», για να επαναλάβει αμέσως μετά ότι ένα δεύτερο σκωτσέζικο δημοψήφισμα παραμένει «εκτός ορίων».
Αντιδράσεις
Η Emma Little-Pengelly, Αναπληρώτρια Πρώτη Υπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας από το DUP, κατηγόρησε την O’Neill ότι «χρησιμοποιεί ως όπλο» τον θεσμικό της ρόλο. Ο βουλευτής των Εργατικών Burrows χαρακτήρισε τη συνάντηση «τσίρκο» που «δεν αλλάζει τίποτα». Ο Taoiseach Micheál Martin αμφισβήτησε αν το Sinn Féin «βρίσκεται στη σωστή στρατηγική τροχιά» με τη συμφωνία.
Στη Σκωτία, ο Swinney δέχθηκε επικρίσεις για τη συμμετοχή του Sinn Féin, κόμματος ιστορικά συνδεδεμένου με τον IRA.
Η Nicola McEwen, καθηγήτρια δημόσιας πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, δήλωσε ότι η σύνοδος ήταν συμβολικά σημαντική αλλά δεν έχει νομική σημασία. «Δεν βλέπω την απειλή για την ένωση να είναι μεγαλύτερη σήμερα απ’ ό,τι ήταν χθες», είπε.
Η Laura McAllister του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ επισήμανε ότι πρόκειται για την πρώτη φορά που τα έθνη του Ηνωμένου Βασιλείου επιχειρούν να καθοδηγήσουν το συνταγματικό ερώτημα αντί για το κέντρο.
Τα ποσοστά
Στη Σκωτία, οι δημοσκοπήσεις του 2026 καταγράφουν υποστήριξη στην ανεξαρτησία μεταξύ 48% και 52% όταν αφαιρεθούν οι αναποφάσιστοι. Στην Ουαλία το ποσοστό υπέρ της ανεξαρτησίας ανέρχεται σε 32%, έναντι 68% που αντιτίθεται. Στη Βόρεια Ιρλανδία, η υποστήριξη στην επανένωση μετράται στο 35,8%, το χαμηλότερο ποσοστό της τελευταίας δεκαετίας και μειωμένο κατά σχεδόν πέντε ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2025.
Τι ακολουθεί
Το μνημόνιο δεν προβλέπει μηχανισμό εφαρμογής. Δημιουργεί, ωστόσο, σταθερή βάση συνεργασίας μεταξύ τριών αποκεντρωμένων κυβερνήσεων στο συνταγματικό ζήτημα, κάτι που μέχρι σήμερα δεν υπήρχε σε θεσμική μορφή. Τα τρία κόμματα δηλώνουν ότι θα συνεχίσουν τις κοινές πρωτοβουλίες.






