ΑρχικήΑΝΑΛΥΣΕΙΣΚοινωνικές ΤάσειςΟ άνθρωπος που φοβάται το αύριο δεν ψηφίζει πάντα αυτό που θέλει...

Ο άνθρωπος που φοβάται το αύριο δεν ψηφίζει πάντα αυτό που θέλει — ψηφίζει αυτό που του υπόσχεται βεβαιότητα

Η μεγάλη πολιτική αλλαγή της εποχής ίσως δεν ξεκινά από την ιδεολογία αλλά από ένα πολύ απλούστερο συναίσθημα: την απώλεια ελέγχου.

Δημήτρης Γιαλουράκης | 17.09.2026 Αναλύσεις

Κάτι αλλάζει ταυτόχρονα σε πολλές κοινωνίες του κόσμου. Οι πολίτες δυσπιστούν περισσότερο απέναντι στις κυβερνήσεις, τα κόμματα, τα μέσα ενημέρωσης και τους θεσμούς. Αισθάνονται ότι η οικονομία λειτουργεί καλύτερα για κάποιους άλλους. Βλέπουν πολέμους, ενεργειακές κρίσεις, πληθωρισμό, μεταναστευτικές πιέσεις, τεχνολογικές ανατροπές και τεχνητή νοημοσύνη να αλλάζουν τους κανόνες γρηγορότερα από όσο μπορούν να τους καταλάβουν.

Και μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα συμβαίνει κάτι που αξίζει να εξεταστεί όχι μόνο από την πολιτική επιστήμη αλλά και από την πολιτική ψυχολογία: όταν ο άνθρωπος αισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο της ζωής του, αρχίζει να ζητά περισσότερο από την πολιτική κάτι που προηγουμένως θεωρούσε αυτονόητο: βεβαιότητα.

Δεν είναι απλώς κρίση εμπιστοσύνης

Τα στοιχεία του 2026 είναι εντυπωσιακά.

Η έρευνα της OECD σε 33 χώρες του ΟΟΣΑ και πέντε υποψήφιες προς ένταξη χώρες δείχνει ότι μόλις 40% των πολιτών δηλώνουν υψηλή ή μέτρια εμπιστοσύνη στην εθνική τους κυβέρνηση, ενώ 43% δηλώνουν χαμηλή ή καθόλου εμπιστοσύνη.

Αλλά το σημαντικότερο εύρημα δεν βρίσκεται στο 40%. Βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στην ψήφο και στην πραγματική αίσθηση πολιτικής συμμετοχής.

Το 68% πιστεύει ότι η ψήφος επηρεάζει το τι κάνει η κυβέρνηση. Μόλις 31%, όμως, πιστεύει ότι άνθρωποι σαν τους ίδιους έχουν λόγο στις αποφάσεις της. Δηλαδή ο πολίτης εξακολουθεί να πιστεύει στη διαδικασία, αλλά λιγότερο στο ότι ακούγεται μέσα από αυτήν.

Αυτό είναι διαφορετικό από την απόρριψη της δημοκρατίας. Είναι η αίσθηση ότι η δημοκρατία υπάρχει, αλλά η δική μου φωνή δεν φτάνει εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Όταν η τσέπη γίνεται πολιτική ψυχολογία

Η οικονομία παίζει εδώ έναν ρόλο που συχνά υποτιμάται.

Η OECD διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι που ανησυχούν για τα οικονομικά τους έχουν 18 μονάδες χαμηλότερη εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση από εκείνους που δεν αντιμετωπίζουν τέτοια ανησυχία. Στην Ελλάδα η διαφορά φτάνει τις 27 μονάδες.

Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος οικονομολόγος για να καταλάβει τον μηχανισμό. Ο άνθρωπος που βλέπει ότι εργάζεται, πληρώνει περισσότερα και στο τέλος του μήνα του μένουν λιγότερα δεν αξιολογεί την οικονομική πολιτική με όρους μακροοικονομικών δεικτών. Την αξιολογεί με έναν πολύ απλούστερο δείκτη: «Μου φτάνουν;»

Αν η απάντηση είναι όχι, τότε κάθε κυβερνητική ανακοίνωση περί ανάπτυξης, επενδύσεων ή δημοσιονομικής σταθερότητας χρειάζεται να περάσει από ένα πολύ πιο δύσκολο φίλτρο: την προσωπική εμπειρία.

Η πολιτική δεν χάνει μόνο την εμπιστοσύνη. Χάνει την κοινή πραγματικότητα

Εδώ μπαίνει το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα. Δεν διαφωνούμε πλέον μόνο για το τι πρέπει να γίνει. Αρχίζουμε να διαφωνούμε για το τι ακριβώς συμβαίνει.

Το Digital News Report 2026 του Reuters Institute καταγράφει ότι μόλις 37% των πολιτών δηλώνουν πως εμπιστεύονται συνήθως τις ειδήσεις. Παράλληλα, η ενημέρωση μετακινείται όλο και περισσότερο προς κοινωνικά δίκτυα, video platforms και AI.

Το αποτέλεσμα είναι μια νέα πολιτική συνθήκη. Ο πολίτης δεν βρίσκεται πλέον μπροστά σε μία δημόσια σφαίρα όπου όλοι ακούν περίπου τις ίδιες πληροφορίες και διαφωνούν για την ερμηνεία τους. Βρίσκεται μέσα σε πολλές μικρές δημόσιες σφαίρες.

Ο καθένας μπορεί να έχει τον δικό του δημοσιογράφο, τον δικό του influencer, τον δικό του οικονομολόγο, τον δικό του «ειδικό», ακόμη και τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας. Και όταν η πληροφορία επιβεβαιώνει αυτό που ήδη πιστεύουμε, δεν χρειάζεται να την ελέγξουμε τόσο αυστηρά. Μας καθησυχάζει.

Από την αβεβαιότητα στην «ομάδα μου»

Αυτό εξηγεί και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα του Edelman Trust Barometer 2026.

Σε 28 χώρες, το 70% των ερωτηθέντων εμφανίζει αυτό που η έρευνα ονομάζει insular mindset: δισταγμό ή απροθυμία να εμπιστευτεί ανθρώπους που έχουν διαφορετικές αξίες, διαφορετικά «facts», διαφορετικό τρόπο επίλυσης προβλημάτων ή διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο.

Δεν πρόκειται απλώς για πόλωση. Είναι η ψυχολογική μετατόπιση από το «δεν συμφωνώ μαζί σου» στο «δεν σε εμπιστεύομαι επειδή είσαι διαφορετικός από εμένα».

Και εδώ η πολιτική αποκτά μια νέα λειτουργία. Δεν χρειάζεται πλέον μόνο να πείσει τον ψηφοφόρο ότι η δική της πολιτική είναι σωστή. Μπορεί να του προσφέρει κάτι βαθύτερο: μια ομάδα στην οποία ανήκει. Εμείς και αυτοί. Οι κανονικοί και οι ελίτ. Οι πατριώτες και οι «άλλοι». Οι άνθρωποι που «βλέπουν την αλήθεια» και εκείνοι που «δεν καταλαβαίνουν». Η πολιτική ταυτότητα γίνεται έτσι ένα είδος ψυχολογικού καταφυγίου.

Γιατί εμφανίζεται ο «ισχυρός άνθρωπος»

Εδώ χρειάζεται προσοχή. Η δυσαρέσκεια με τη δημοκρατία δεν σημαίνει αυτομάτως επιθυμία για αυταρχισμό. Η διεθνής εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Μια νέα διεθνής έρευνα του Earth4All σε 17 χώρες βρήκε ότι 68% εξακολουθούν να θεωρούν τη δημοκρατία το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης. Ταυτόχρονα, όμως, 40% συμφωνούν ότι η χώρα τους θα ήταν καλύτερα με έναν ισχυρό ηγέτη που δεν θα χρειάζεται να ανησυχεί για κοινοβούλιο ή εκλογές.

Αυτό το φαινομενικό παράδοξο είναι πολιτικά σημαντικό. Ο πολίτης μπορεί να θέλει δημοκρατία ως αξία και ταυτόχρονα να θέλει αποτελεσματικότητα χωρίς τις καθυστερήσεις της δημοκρατικής διαδικασίας. Δεν είναι κατ’ ανάγκη αντίφαση στο μυαλό του. Μπορεί να είναι η ψυχολογική απάντηση σε ένα σύστημα που θεωρεί ότι μιλά πολύ και λύνει λίγα.

Η Ελλάδα βρίσκεται μέσα σε αυτό το φαινόμενο

Και εδώ τα στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στην έρευνα του Pew Research Center, που πραγματοποιήθηκε σε 16 χώρες υψηλού εισοδήματος, η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό δυσαρέσκειας για τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας: 77%, έναντι 23% που δήλωσαν ικανοποιημένοι.

Το εύρημα δεν σημαίνει ότι το 77% θέλει να εγκαταλείψει τη δημοκρατία. Σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα της κοινωνίας θεωρεί ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το δημοκρατικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του. Και αυτή είναι μια πολύ διαφορετική πολιτική ερώτηση.

Ο κόσμος δεν ζητά απαραίτητα λιγότερη δημοκρατία. Ζητά αποτέλεσμα.

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα από την παγκόσμια εικόνα.

Το World Economic Forum χαρακτηρίζει την αβεβαιότητα βασικό χαρακτηριστικό του παγκόσμιου περιβάλλοντος του 2026 και συνδέει την πολιτική πόλωση με την ανισότητα, την οικονομική ανασφάλεια, την παραπληροφόρηση και την υποχώρηση της εμπιστοσύνης.

Όμως μια άλλη πρόσφατη διεθνής έρευνα, σε περισσότερους από 35.000 ανθρώπους σε 34 χώρες, δείχνει ότι μέσα στην ίδια αβεβαιότητα υπάρχει ακόμη ισχυρή ζήτηση για συνεργασία: 57% προτιμούν τη διεθνή συνεργασία ακόμη και όταν αυτή απαιτεί συμβιβασμούς στα εθνικά συμφέροντα.

Άρα η εικόνα δεν είναι «ο κόσμος τρελάθηκε και στράφηκε στον αυταρχισμό». Η εικόνα είναι πιο δύσκολη. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να θέλουν δημοκρατία και συνεργασία, αλλά εμπιστεύονται λιγότερο τους μηχανισμούς που υποτίθεται ότι τις παράγουν.

Το νέο πολιτικό καύσιμο είναι ο φόβος της απώλειας ελέγχου

Αν συνδέσουμε τα ευρήματα, προκύπτει ένα μοτίβο.

Οικονομική ανασφάλεια → χαμηλότερη εμπιστοσύνη. Χαμηλότερη εμπιστοσύνη → μεγαλύτερη ανάγκη για απλές εξηγήσεις. Πολλές και αντικρουόμενες πληροφορίες → μεγαλύτερη προσκόλληση σε ανθρώπους και ομάδες που θεωρούμε «δικούς μας». Πόλωση → δυσκολότερος διάλογος με τον «άλλο». Και τελικά: αβεβαιότητα → αναζήτηση βεβαιότητας.

Εκεί βρίσκεται ίσως ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της σημερινής πολιτικής ψυχολογίας. Ο ψηφοφόρος δεν αγοράζει πάντα ιδεολογία. Μερικές φορές αγοράζει ανακούφιση από την αβεβαιότητα.

Γι’ αυτό και η πολιτική του φόβου είναι τόσο αποτελεσματική. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι έχει λύσει το πρόβλημα. Αρκεί να πείσει ότι ξέρει ποιος φταίει και ότι ξέρει ποιος μπορεί να το διορθώσει.

Το επικίνδυνο σημείο δεν είναι η διαφωνία. Είναι η απώλεια της κοινής πραγματικότητας

Οι δημοκρατίες μπορούν να αντέξουν μεγάλες διαφωνίες. Δεν μπορούν εύκολα να λειτουργήσουν όταν οι πολίτες δεν συμφωνούν ούτε στα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία πρέπει να διαφωνήσουν.

Και εκεί βρίσκεται η πραγματική πρόκληση της εποχής. Όχι να κάνουμε όλους τους ανθρώπους να συμφωνούν. Αλλά να διατηρήσουμε έναν κοινό χώρο όπου μπορούν να διαφωνούν χωρίς να χρειάζεται πρώτα να αποφασίσουν ποια «πραγματικότητα» θα αποδεχθούν.

Η πολιτική ψυχολογία του 2026 δεν είναι λοιπόν απλώς η ιστορία μιας κοινωνίας που έγινε πιο δεξιά, πιο αριστερή, πιο λαϊκιστική ή πιο συντηρητική. Είναι η ιστορία μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι ο κόσμος γύρω της αλλάζει γρηγορότερα από όσο μπορεί να τον ελέγξει.

Και όταν ο άνθρωπος χάνει την αίσθηση ελέγχου, η ανάγκη του δεν είναι πάντα περισσότερη ιδεολογία. Είναι βεβαιότητα, τάξη, αξιοπρέπεια και η αίσθηση ότι κάποιος ακούει.

Το ερώτημα για τα δημοκρατικά συστήματα δεν είναι επομένως μόνο αν μπορούν να κερδίσουν τις επόμενες εκλογές. Είναι αν μπορούν να ξαναδώσουν στον πολίτη την αίσθηση ότι η ψήφος του δεν είναι απλώς μια διαδικασία, αλλά ένας τρόπος να επηρεάζει πραγματικά τη ζωή του.

Γιατί όταν η δημοκρατία παύει να προσφέρει αυτή την αίσθηση, κάποιος άλλος θα προσφέρει τη δική του εκδοχή βεβαιότητας. Και τότε η πολιτική παύει να είναι μόνο σύγκρουση προγραμμάτων. Γίνεται διαχείριση του φόβου.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ